Έναν πρώτο απολογισμό για τις καμένες εκτάσεις γης αλλά και τις επιπτώσεις των πρόσφατων φωτιών παραθέτει η WWF καταγράφοντας παράλληλα και τις άμεσες προτεραιότητες που πρέπει να δοθούν.
Στην ανακοίνωσή της η WWF σημειώνει πως «η πρώτη εικόνα των πρόσφατων περιστατικών δείχνει σημαντικές επιπτώσεις σε φυσικά οικοσυστήματα και τοπικές κοινωνίες»
Επισημαίνοντας αρχικά τις ανθρώπινες απώλειες, τις ζημιές στις περιουσίες μέσα σε λίγες ώρες, η WWF επισημαίνει πως «οι εξαιρετικά δυσμενείς πυρομετεωρολογικές συνθήκες, με πολύ ισχυρούς έως και θυελλώδεις ανέμους που σε ορισμένες περιοχές ξεπέρασαν τα 120 χλμ./ώρα, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη εκδήλωση δεκάδων πυρκαγιών σε διαφορετικά σημεία της χώρας, δημιούργησαν ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για την αντιμετώπισή τους. Μόνο στις 31 Ιουλίου καταγράφηκαν 73 ενεργά μέτωπα, ενώ από τις 28 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου εκδηλώθηκαν περισσότερες από 230 πυρκαγιές ανά τη χώρα.
Το σημείο έναρξης
Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα της WWF, οι αρχικές έρευνες δείχνουν ότι για ακόμη μια χρονιά αρκετές πυρκαγιές είχαν σημείο έναρξης που σχετίζεται με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Προσθέτει πως «άλλες καταγεγραμμένες αιτίες περιλαμβάνουν ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας σε χώρο υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, σπινθήρες από γεωργικά μηχανήματα που τέθηκαν παράνομα σε λειτουργία εν μέσω αντιπυρικής περιόδου και πιθανό εμπρησμό.
»Στο σημείο αυτό, αξίζει να τονιστεί η αμεσότητα και η σημαντική επιχειρησιακή δραστηριότητα που έχει επιδείξει φέτος η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) στη διερεύνηση των αιτίων των πυρκαγιών, ως αποτέλεσμα της σχετικής διάταξης που τέθηκε άμεσα σε ισχύ από τον νέο και ελπιδοφόρο εθνικό νόμο "Ενεργή Μάχη". Η ενίσχυση της ικανότητας εντοπισμού και τεκμηρίωσης των αιτιών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αποτελεσματική πρόληψη, καθώς η κατανόηση των συνθηκών και των παραγόντων που οδηγούν στην εκδήλωση πυρκαγιών είναι απαραίτητη για τον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων στο άμεσο μέλλον».
Η περίπτωση της δυτικής Αττικής
Σε ό,τι αφορά στη φωτιά της Δυτικής Αττικής και με βάση τις πρώτες διαθέσιμες δορυφορικές εκτιμήσεις, η WWF υπογραμμίζει πως «από τα τέλη Ιουλίου έως και σήμερα έχουν ήδη επηρεαστεί περισσότερα από 180.000 στρέμματα στις μεγαλύτερες πυρκαγιές σε Κρήτη, Πάρο, νότια Βοιωτία και δυτική Αττική. Καθώς εκκρεμούν οι τελικές χαρτογραφήσεις για αρκετές ακόμη πληγείσες περιοχές, η συνολική καμένη έκταση από τις πυρκαγιές αυτής της περιόδου εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 200.000 στρέμματα. Παράλληλα, πάνω από 10.000 πολίτες και επισκέπτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες και τα καταλύματα τους, ενώ οι πυρκαγιές προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές σε κατοικίες, αγροτικές εγκαταστάσεις, καλλιέργειες, ελαιώνες, υποδομές και τοπικές επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας σημαντικά τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες».
Προσθέτει πως «ένα μεγάλο μέρος των καμένων εκτάσεων αφορά μακία βλάστηση, φρυγανικά οικοσυστήματα και πευκοδάση, τα οποία διαθέτουν φυσικούς μηχανισμούς αναγέννησης μετά από πυρκαγιά. Ωστόσο, η φυσική αυτή δυνατότητα δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποκατάστασης. Η ένταση της καύσης, η ξηρασία, η διάβρωση, η έντονη βόσκηση, η απώλεια εδάφους και, κυρίως, οι αλλεπάλληλες πυρκαγιές στις ίδιες περιοχές μπορούν να μεταβάλουν μόνιμα την πορεία ανάκαμψης ενός οικοσυστήματος».
Όπως σημειώνει η WWF, αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι οι περιοχές που έχουν καεί ξανά σε διάστημα μικρότερο των 20 ετών. Οι περιοχές αυτές αποτελούν τη σημαντικότερη προτεραιότητα για την εκτίμηση της δυνατότητας φυσικής αναγέννησης. «Η δυτική Αττική αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η συχνότητα των πυρκαγιών μειώνει σημαντικά την ικανότητα των δασικών οικοσυστημάτων να ανακάμψουν φυσικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόνιμης υποβάθμισης και ερημοποίησης. Ειδικότερα, στην πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στα τέλη Ιουλίου κάηκαν συνολικά 102.000 στρέμματα. Από αυτά, τα 28.280 στρέμματα είχαν καεί ξανά μέσα στην τελευταία εικοσαετία (Χάρτης 1), γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αποτυχίας της φυσικής αναγέννησης και ενδέχεται να καταστήσει αναγκαίες στοχευμένες παρεμβάσεις αποκατάστασης».
Σημείο - κλειδί είναι και το είδος της βλάστησης που επλήγη. Όπως παραθέτει η WWF, ορισμένα είδη, «όπως η ελάτη που υπήρχε στη δυτική Αττική, δεν διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στη φωτιά και δυσκολεύονται να ανακάμψουν ακόμη και έπειτα από ένα μόνο περιστατικό. Συγκεκριμένα, περίπου 2.000 στρέμματα της καμένης έκτασης αφορούν περιοχές με παρουσία ελάτης (Χάρτης 2). Συνεπώς, η συνολική έκταση που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες φυσικής αποκατάστασης στη δυτική Αττική υπερβαίνει τα 30.000 στρέμματα».
Η περίπτωση της Κεφαλονιάς
Στην περίπτωση της Κεφαλονιάς, η WWF τονίζει την επαναλαμβανόμενη εκδήλωση πυρκαγιών στο νησί καθώς τμήματα της περιοχής έχουν πληγεί επανειλημμένα από πυρκαγιές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργείται αυξημένος κίνδυνος υποβάθμισης της βλάστησης.
«Οι επιπτώσεις στην άγρια ζωή αφορούν κυρίως είδη με περιορισμένη δυνατότητα διαφυγής, όπως ερπετά, αμφίβια, ασπόνδυλα και νεοσσοί πτηνών. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή στην Αττική, όπου η πανίδα έχει ήδη χάσει μεγάλες εκτάσεις ενδιαιτημάτων τα τελευταία χρόνια. Πολλά κατοικίδια και κτηνοτροφικά ζώα χάθηκαν επίσης στις συγκεκριμένες πυρκαγιές» τονίζει η ανακοίνωση.
Άμεσες προτεραιότητες
Κρίσιμο σημείο για τις δασικές πυρκαγιές δεδομένης της συχνότητας και της ανεξέλεγκτης συχνά εξάπλωσής τους σε όλη την Ευρώπη, κατά τη WWF, είναι να οριστούν κάποιες άμεσες προτεραιότητες, «προκειμένου να πετύχουμε ως πολιτεία μια πιο αποτελεσματική διαχείριση των δασικών πυρκαγιών στο άμεσο μέλλον».
Συμπληρώνει πως «η ολοκλήρωση των δορυφορικών χαρτογραφήσεων και των επιτόπιων επιστημονικών ελέγχων είναι απαραίτητη για την πλήρη αποτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των πυρκαγιών, αλλά και για τον σχεδιασμό των κατάλληλων παρεμβάσεων αποκατάστασης την αμέσως επόμενη ημέρα. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει άμεσα να γίνει συνολική χαρτογράφηση των καμένων περιοχών για την ιεράρχηση των περιοχών που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποτυχίας φυσικής αναγέννησης, διάβρωσης και μακροχρόνιας υποβάθμισης των οικοσυστημάτων. Επίσης, καίριο ζήτημα είναι η προώθηση της πλήρους εφαρμογής όλων των διατάξεων του νέου νόμου για την πρόληψη και καταστολή των δασικών πυρκαγιών "Ενεργή Μάχη", ο οποίος υιοθετήθηκε την άνοιξη του τρέχοντος έτους.
Ο επικεφαλής χερσαίου προγράμματος στο WWF Ελλάς, Νικος Γεωργιάδης τόνισε χαρακτηριστικά πως «βρισκόμαστε εν μέσω αντιπυρικής περιόδου και μόλις στην αρχή του παραδοσιακά πιο "δύσκολου" μήνα. Τα έως τώρα περιστατικά υπενθυμίζουν με τον πιο δραματικό τρόπο ότι η χώρα χρειάζεται να επενδύσει συστηματικά στην πρόληψη. Η αποτελεσματική διαχείριση της δασικής καύσιμης ύλης, η δημιουργία πιο ανθεκτικών τοπίων με τον άνθρωπο στο επίκεντρο, η συντήρηση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, η ενίσχυση της επιστημονικής παρακολούθησης, η θωράκιση των τοπικών κοινωνιών και η ολοκληρωμένη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μείωση του κινδύνου απέναντι στις ολοένα συχνότερες και εντονότερες πυρκαγιές. Πολλά από τα παραπάνω θα γίνουν πραγματικότητα αν εφαρμοστεί γρήγορα και σωστά ο νέος νόμος "Ενεργή Μάχη"».

































