O πόλεμος στο Ιράν έχει βασικό στόχο την πολιτική επαναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής κατά τις επιδιώξεις του Τελ Αβίβ και της Ουάσιγκτον. Η αποδυνάμωση του Ιράν αποτελεί ιστορικό στρατηγικό στόχο του ισραηλινού καθεστώτος. Ταυτόχρονα, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο πόλεμος αποτελεί μέρος της προσπάθειας του Τραμπ να επανεπιβεβαιώσει την παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ, η οποία τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται από την Κίνα και τις ανερχόμενες δυνάμεις του Παγκόσμιου Νότου. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι το βλέμμα του Τραμπ δεν είναι στραμμένο μόνο στην Τεχεράνη αλλά και στο Πεκίνο.
Το πετρέλαιο και το LNG
Σε πολλά ρεπορτάζ του Παγκόσμιου Τύπου, όπως του Associated Press και του Guardian, δίνεται έμφαση στις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει ο πόλεμος τόσο στις τιμές του πετρελαίου γενικά όσο και στην ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας ειδικά. Από τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο περνάνε καθημερινά 13 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, περίπου το 1/3 της συνολικής ποσότητας που διακινείται παγκοσμίως. Επίσης, από τα Στενά περνάει το 1/5 του LNG που διακινείται στην παγκόσμια αγορά. Το 80% αυτής της ποσότητας κατευθύνεται στην Ασία. Από τα στοιχεία γίνεται εύκολα αντιληπτή η σημασία του Περσικού Κόλπου για τη διεθνή ενεργειακή επάρκεια.
Η μέχρι τώρα η αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 15% θεωρείται ελεγχόμενη. Αν όμως η κρίση παραταθεί κι έχουμε μεγαλύτερες αυξήσεις, θα υπάρξουν σοβαρές διαταραχές για την παγκόσμια οικονομία. Γι’ αυτό ακριβώς ο Τραμπ εγγυήθηκε την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Παρά τις διαβεβαιώσεις Τραμπ, συνεχίζονται οι επιθέσεις των Φρουρών της Επανάσταση κατά δεξαμενόπλοιων. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι η όξυνση της κρίσης θα επιταχύνει τον τερματισμό της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης.
Ιράν και Κίνα
Στην Κίνα που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, κατευθύνεται το 80% των εξαγωγών του ιρανικού πετρελαίου, περίπου 1,4 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα. Ωστόσο, αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι αμφίδρομη. Γιατί το ιρανικό πετρέλαιο αντιπροσωπεύει το 13% των κινέζικων εισαγωγών. Ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου της Κίνας είναι η Ρωσία (18-19% των κινεζικών εισαγωγών) και ακολουθεί η Σαουδική Αραβία (14%). Περίπου το 1/5 των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου προέρχεται από χώρες στις οποίες έχουν επιβληθεί δυτικές κυρώσεις (Ρωσία, Ιράν, Βενεζουέλα). Πρέπει να σημειωθεί ότι το πετρέλαιο που προέρχεται από χώρες στις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις, πουλιέται φθηνότερα από τις τιμές της αγοράς.
Εκτιμάται ότι η διακοπή των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου δεν θα απειλήσει την ενεργειακή ασφάλεια τη Κίνας. Το Πεκίνο έχει εναλλακτικές πηγές προμηθειών και διαθέτει μεγάλα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Ωστόσο, η διακοπή της ροής του ιρανικού πετρελαίου (όπως και αυτού της Βενεζουέλας) μπορεί να σημάνει υψηλότερο ενεργειακό κόστος για το Πεκίνο. Αναμένεται επίσης ότι θα αυξηθούν οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου προς την Κίνα. Φαίνεται λοιπόν ότι σε ό,τι αφορά την ενέργεια, ο πόλεμος μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της κινεζικής οικονομίας αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Η παγκόσμια κυριαρχία
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει όμως μεγαλύτερη σημασία από τη σκοπιά του ανταγωνισμού για την παγκόσμια κυριαρχία. Με την καταστροφή του Ιράν που έρχεται μετά την επιχείρηση «πειθάρχησης» της Βενεζουέλας, ο Τραμπ στέλνει τέσσερα μηνύματα σε όλον τον κόσμο:
Πρώτον, όποια χώρα του Παγκόσμιου Νότου στραφεί ενάντια στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, θα υποστεί ολέθριες συνέπειες.
Δεύτερον, οι συνέπειες αυτές δεν αφορούν μόνο τις χώρες γενικά, αλλά και προσωπικά τους ηγέτες τους. Ο Χαμενεΐ είναι νεκρός και ο Μαδούρο στη φυλακή. Νεκροί είναι επίσης ο Νασράλα και ο Χανίγιε.
Τρίτον, οι εμπορικές και πολιτικές σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία δεν συνιστούν αποτελεσματική ασπίδα προστασίας για κανέναν.
Τέταρτον, οι πρόνοιες του διεθνούς δικαίου δεν δεσμεύουν τις ΗΠΑ. Επομένως, κανένας δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο.
Με δυο λόγια, ο Τραμπ θέλει να δείξει σε όλον τον κόσμο ότι οι ΗΠΑ διατηρούν την παγκόσμια κυριαρχία και κανείς δεν μπορεί να τις αμφισβητήσει. Χτυπάει το Ιράν για να φοβίσει τους «απείθαρχους».
Η στάση της Κίνας
Αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι οι μέχρι τώρα εξελίξεις στο Ιράν συνιστούν σοβαρή γεωπολιτική ήττα για το Πεκίνο. Όπως συνέβη και στη Βενεζουέλα, το Ιράν δεν φαίνεται να διαθέτει τα σύγχρονα κινέζικα όπλα που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την αεροπορική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Επιπλέον, η Κίνα δεν επιδιώκει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην περιοχή, όπως φάνηκε να το κάνει όταν διαμεσολάβησε την επαναπροσέγγιση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας. Βεβαίως, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χαρακτήρισε από την πρώτη στιγμή την επίθεση απαράδεκτη και ζήτησε την άμεση κατάπαυση του πυρός. Επίσης, η Κίνα και η Ρωσία ζήτησαν την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αλλά πέραν τούτων, το Πεκίνο δεν έχει πάρει κάποια διπλωματική πρωτοβουλία μεγάλης κλίμακας.
Από την πλευρά τους, οι Κινέζοι τονίζουν ότι δεν είχαν κάποια δέσμευση απέναντι στο Ιράν την οποία αθέτησαν. Συνηθίζουν μάλιστα να λένε ότι η Κίνα δεν έχει συμμάχους αλλά εταίρους. Ενδεικτικά του πώς αντιλαμβάνεται η Κίνα τον εαυτό της στην παγκόσμια σκακιέρα ήταν όσα είπε στο Dnews τον Γενάρη ο Κινέζος γεωπολιτικός αναλυτής Yutao Huang: «Η Κίνα δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ηγεμονική δύναμη. Αντιθέτως, επιδιώκει να καταδείξει ότι η διεθνής σταθερότητα μπορεί να προωθηθεί μέσω πολυπολικών προσεγγίσεων χωρίς εξαναγκασμούς και αποκλεισμούς. Η βασική διαφορά, επομένως, έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ορίζεται και ασκείται η ίδια η ηγεσία σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα».

































