Από το 2019 έως σήμερα η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αλληλουχία μεγάλων διεθνών κρίσεων που επηρέασαν βαθιά την οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κλήθηκε να διαχειριστεί διαδοχικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, ξεκινώντας από την πανδημία της COVID-19 το 2020, συνεχίζοντας με την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και φτάνοντας μέχρι τις σημερινές γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή που επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές ενέργειας και μεταφορών.
Σε αυτό το περιβάλλον αλλεπάλληλων αναταράξεων, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά παρεμβάσεων για να διατηρήσει τη λειτουργία της οικονομίας και να περιορίσει τις επιπτώσεις των κρίσεων. Κατά την περίοδο της πανδημίας εφαρμόστηκαν προγράμματα στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων, ενώ τα επόμενα χρόνια δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στις αυξήσεις στην ενέργεια. Η Ελλάδα διέθεσε περίπου 10 δις. ευρώ σε επιδοτήσεις για λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας την περίοδο 2021-2023, με στόχο να απορροφηθεί μέρος των αυξήσεων που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη.
Ωστόσο, παρά τα μέτρα αυτά, η περίοδος από το 2019 μέχρι το 2026 χαρακτηρίζεται από σημαντική αύξηση στο επίπεδο των τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, η συνολική ακρίβεια στην Ελλάδα αυξήθηκε περίπου κατά 25% μέσα σε αυτά τα επτά χρόνια. Με πρακτικούς όρους, ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που κόστιζε περίπου 100 ευρώ το 2019 κοστίζει σήμερα περίπου 125 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στον ίδιο τον δείκτη τιμών, ο οποίος το 2026 κινείται περίπου στις 121–122 μονάδες με βάση το 2020 ως έτος αναφοράς ίσο με 100.
Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες δαπανών των νοικοκυριών. Το κόστος ενέργειας αυξήθηκε συνολικά περίπου κατά 40% σε σχέση με το 2019, επηρεάζοντας όχι μόνο τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης αλλά και το κόστος παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων. Παράλληλα, σημαντική ήταν και η άνοδος στο κόστος στέγασης. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το συνολικό κόστος κατοικίας στην Ελλάδα αυξήθηκε περίπου κατά 30% μέσα σε μια πενταετία, ενώ σε πολλές περιοχές τα ενοίκια έχουν αυξηθεί πάνω από 50% σε σχέση με το 2019, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι, παρότι η οικονομία κατάφερε να αποφύγει βαθύτερες αναταράξεις, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε σημαντικά. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν ακριβώς σε κατηγορίες δαπανών που αποτελούν βασικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, όπως η ενέργεια και η στέγαση, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί πολίτες αισθάνονται μεγαλύτερη οικονομική πίεση από αυτή που αποτυπώνεται στον συνολικό πληθωρισμό.
Στη δημόσια συζήτηση έχει επίσης αναδειχθεί ο ρόλος της φορολογίας κατανάλωσης και ιδιαίτερα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Επειδή ο ΦΠΑ υπολογίζεται ως ποσοστό επί της τελικής τιμής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, η αύξηση των τιμών οδηγεί αυτόματα και σε αύξηση των φορολογικών εσόδων του κράτους από την κατανάλωση. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, ακόμη και αν οι φορολογικοί συντελεστές παραμένουν αμετάβλητοι, το ποσό του φόρου που καταβάλλεται από τον καταναλωτή μεγαλώνει.
Έτσι, σε περιόδους πληθωρισμού τα δημόσια έσοδα από έμμεσους φόρους μπορεί να αυξάνονται χωρίς να έχουν αλλάξει οι φορολογικοί συντελεστές. Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το πώς αναδιανέμονται τα φορολογικά έσοδα και ποιοι τελικά επιβαρύνονται περισσότερο από την αύξηση των τιμών. Πολλοί οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι έμμεσοι φόροι, όπως ο ΦΠΑ, τείνουν να επιβαρύνουν περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα, καθώς αυτά δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα βασικά ζητήματα που τίθενται στη δημόσια συζήτηση είναι αν η διαχείριση των κρίσεων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής όταν συνοδεύεται – κάποιες φορά- από σημαντική αύξηση του κόστους ζωής. Το λεγόμενο «affordability crisis», δηλαδή η κρίση προσιτότητας, περιγράφει τη σημερινή κατάσταση όπου οι τιμές των βασικών αγαθών αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Όταν στέγαση, ενέργεια και τρόφιμα ακριβαίνουν με τέτοιο ρυθμό, ακόμη και οι αυξήσεις μισθών ή οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης και η αίσθηση ότι η οικονομική πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Το γεγονός ότι το 43% των Ελλήνων πολιτών θεωρεί πλέον την ακρίβεια το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας δείχνει ότι η κρίση προσιτότητας δεν είναι μια αφηρημένη οικονομική έννοια, αλλά μια πραγματικότητα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Και αυτό αναδεικνύει ένα σαφές πολιτικό ζήτημα: η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τη διαχείριση των κρίσεων, αλλά και από το αν καταφέρνει να προστατεύσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών από τις επιπτώσεις των κρίσεων.
Όταν το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδίδεται διαρκώς μόνο στις διεθνείς συγκυρίες. Για πολλούς πολίτες, η πραγματική κρίση δεν είναι γεωπολιτική ή διεθνής· είναι αυτή που βιώνουν κάθε μέρα στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος και στο ενοίκιο. Και όσο αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει, τόσο η πραγματική επάρκεια της κυβέρνησης θα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής.






























