Άνοδο καταγράφουν την Πέμπτη οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, με τους βασικούς δείκτες της αγοράς να κινούνται ανοδικά στις τελευταίες συναλλαγές, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για την παγκόσμια ενεργειακή προσφορά.
Το αμερικανικό αργό (WTI) διαμορφώνεται στα 84,01 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας κέρδη 2,74 δολαρίων ή 3,67%. Ανοδικά κινείται και το Μπρεντ, το διεθνές σημείο αναφοράς για τις τιμές του πετρελαίου, το οποίο καταγράφει άνοδο 2,61 δολαρίων ή 3,21%, επίσης στα 84,01 δολάρια το βαρέλι.
Η άνοδος των τιμών αντανακλά την ενίσχυση της ανοδικής τάσης στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, με τους επενδυτές να παρακολουθούν στενά τις γεωπολιτικές εξελίξεις που επηρεάζουν την προσφορά και τη ζήτηση. Ο περιφερειακός πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές έχουν προκαλέσει το μεγαλύτερο σοκ στην παγκόσμια αγορά ενέργειας από το 2022 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε άνοδο περίπου 10% στις τιμές του πετρελαίου από την έναρξη των συγκρούσεων, καθώς η πιθανότητα αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας εντείνουν τις ανησυχίες για διαταραχές στην προσφορά. Αν και μόλις το 10% του πετρελαίου που εισάγει η Ευρώπη διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, οι εξελίξεις στην περιοχή επηρεάζουν έντονα τη διεθνή αγορά και κατ’ επέκταση τις τιμές ενέργειας.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω για την Ευρώπη μετά την απόφαση του Κατάρ, βασικού προμηθευτή φυσικού αερίου για τη Γηραιά Ήπειρο μετά τη μείωση των ρωσικών ροών, να διακόψει την παραγωγή φυσικού αερίου. Οι τιμές του καυσίμου έχουν ήδη αυξηθεί περίπου κατά 75% από την αρχή του πολέμου και τείνουν να διπλασιαστούν. Στην αγορά του Άμστερνταμ, τα προθεσμιακά συμβόλαια Απριλίου πλησίαζαν τα 56 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Την ίδια ώρα, τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα για την εποχή, με την πληρότητα των ταμιευτήρων να κινείται περίπου στο 30% στις αρχές Μαρτίου, μετά από έναν δύσκολο χειμώνα. Κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, η Ευρώπη αναμένεται να βρεθεί σε έντονο ανταγωνισμό με τις ενεργοβόρες οικονομίες της Ασίας για την εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων πριν από τον επόμενο χειμώνα. Το φυσικό αέριο καλύπτει περίπου το 20% των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης και είναι κρίσιμο για τη θέρμανση, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τη λειτουργία της βιομηχανίας, γεγονός που καθιστά την άνοδο των τιμών ιδιαίτερα επιβαρυντική για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Παράλληλα, οι επικεφαλής αμερικανικών εταιρειών σχιστολιθικού πετρελαίου προειδοποιούν ότι δεν θα μπορέσουν να αναπληρώσουν γρήγορα την προσφορά από τις χώρες του Κόλπου. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, οι νέες πετρελαιοπηγές στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή κατά περίπου 400.000 βαρέλια την ημέρα το πρώτο εξάμηνο του έτους και να προσθέσουν ακόμη 240.000 βαρέλια ημερησίως τον Μάιο. Ωστόσο, η αύξηση αυτή παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τα περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα που εξάγουν συνολικά οι χώρες του Κόλπου.
Επιπλέον, οι αμερικανικές εταιρείες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς την άμεση αύξηση της παραγωγής. Όπως δήλωσε στους Financial Times ο Σκοτ Σέφιλντ, βετεράνος της σχιστολιθικής βιομηχανίας, οι παραγωγοί των ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε νέα προγράμματα εξορύξεων πριν διασφαλιστεί ότι οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν σταθερά σε υψηλά επίπεδα και ότι η μείωση της προσφοράς από τις χώρες του Κόλπου θα έχει διάρκεια.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του Κερκ Έντουαρντς, προέδρου της Latigo Petroleum στο Τέξας, ο οποίος υπογράμμισε ότι για τις πετρελαϊκές εταιρείες της περιοχής είναι αναγκαία μια σταθερή τιμή γύρω στα 75 δολάρια το βαρέλι για τουλάχιστον έναν χρόνο, προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγή.
Την ίδια στιγμή, εκτιμήσεις της αμερικανικής υπηρεσίας ενεργειακής πληροφόρησης δείχνουν ότι η παραγωγή πετρελαίου των ΗΠΑ ενδέχεται να μειωθεί φέτος από τα περίπου 13,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Οίκοι όπως η Goldman Sachs και η Wood Mackenzie προειδοποιούν ότι εάν οι διαταραχές στην προσφορά από τον Κόλπο παραταθούν, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι, εξέλιξη που θα ενισχύσει τον πληθωρισμό και θα επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.


























