Η Κίνα έθεσε για το 2026 στόχο οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ 4,5% και 5%, τον χαμηλότερο που έχει ανακοινώσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου αντιμετωπίζει επίμονες αποπληθωριστικές πιέσεις και αυξανόμενες εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο στόχος περιλαμβάνεται στην ετήσια κυβερνητική έκθεση που παρουσιάστηκε στο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο στο Πεκίνο και αποτελεί υποβάθμιση σε σχέση με τον στόχο «περίπου 5%» που είχε τεθεί τα τρία προηγούμενα χρόνια. Εξαίρεση αποτελεί μόνο το 2020, όταν δεν είχε ανακοινωθεί στόχος ανάπτυξης λόγω της πανδημίας.
Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση διατήρησε τον στόχο δημοσιονομικού ελλείμματος στο «περίπου 4%» του ΑΕΠ, επίπεδο που είχε καθοριστεί για πρώτη φορά το 2024 και αποτελεί το υψηλότερο από το 2010. Η κυβέρνηση διατήρησε επίσης τον στόχο πληθωρισμού στο «περίπου 2%», επίπεδο που έχει καθιερωθεί από το 2025 και είναι το χαμηλότερο εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη αδύναμη εγχώρια ζήτηση.
Ο πρωθυπουργός Λι Τσιανγκ αναγνώρισε στην έκθεσή του τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κινεζική οικονομία, κάνοντας λόγο για «δραματικά μεταβαλλόμενο διεθνές εμπορικό και οικονομικό περιβάλλον» καθώς και για «βαθιά ριζωμένα διαρθρωτικά προβλήματα» που επηρεάζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Ο ίδιος τόνισε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση της κατανάλωσης και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο πιο συγκρατημένος στόχος ανάπτυξης αντανακλά μια μετατόπιση της οικονομικής στρατηγικής του Πεκίνου από την έμφαση στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης προς την ποιότητα της ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Τιαντσέν Σου της Economist Intelligence Unit, η κινεζική ηγεσία δεν θεωρεί πλέον απαραίτητα θετικό έναν πολύ υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, καθώς αυτό μπορεί να ενθαρρύνει τοπικούς αξιωματούχους να προωθούν δαπανηρά έργα χαμηλής απόδοσης ή να διογκώνουν τα οικονομικά στοιχεία.
Στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής για το 2026, η Κίνα σχεδιάζει την έκδοση ειδικών κρατικών ομολόγων μακράς διάρκειας ύψους 1,3 τρισεκατομμυρίων γουάν, ποσό αντίστοιχο με το περσινό. Από αυτά, 250 δισεκατομμύρια γουάν θα διατεθούν για πρόγραμμα αντικατάστασης καταναλωτικών αγαθών, ενώ άλλα 300 δισεκατομμύρια θα χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση των κεφαλαίων μεγάλων κρατικών τραπεζών. Παράλληλα, οι τοπικές κυβερνήσεις θα εκδώσουν ειδικά ομόλογα ύψους 4,4 τρισεκατομμυρίων γουάν για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων και τη διαχείριση των τοπικών χρεών.
Η κυβέρνηση στοχεύει επίσης στη δημιουργία περίπου 12 εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας στις πόλεις και στη διατήρηση της αστικής ανεργίας κοντά στο 5,5%. Το 2025 το ποσοστό ανεργίας στις αστικές περιοχές είχε διαμορφωθεί στο 5,2%.
Παρά την ανάπτυξη 5% που κατέγραψε η οικονομία πέρυσι, η Κίνα βρίσκεται ήδη στο τέταρτο έτος αποπληθωριστικών πιέσεων, επηρεασμένη από την κρίση στον κλάδο ακινήτων, τη χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη και τα υψηλά χρέη των τοπικών κυβερνήσεων. Οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 3,6% το 2025, ενώ οι τιμές παραγωγού υποχώρησαν κατά 2,6% σε ετήσια βάση. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 3,8%, σημειώνοντας την πρώτη ετήσια πτώση εδώ και δεκαετίες, ενώ οι επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων κατέγραψαν πτώση 17,2%.
Η ετήσια κοινοβουλευτική σύνοδος της Κίνας πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, μετά από σχεδόν έναν χρόνο εμπορικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία οδήγησε την Κίνα να διαφοροποιήσει τις εξαγωγές της προς την Ευρώπη και τη Νοτιοανατολική Ασία. Ο πρωθυπουργός Λι έκανε μάλιστα σπάνια αναφορά στο «σοκ των αμερικανικών δασμών», σημειώνοντας ότι τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν το προηγούμενο έτος βοήθησαν να περιοριστούν οι επιπτώσεις.
Την ίδια ώρα, οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η επικείμενη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο αργότερα μέσα στον μήνα αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο των διπλωματικών επαφών με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, με βασικά θέματα τους δασμούς, τους ελέγχους εξαγωγών και την Ταϊβάν. Παράλληλα, το Πεκίνο έχει καλέσει σε άμεση κατάπαυση του πυρός στη σύγκρουση που αφορά το Ιράν, επιχειρώντας να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή στη διεθνή κρίση.
























