Ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικά κρίσιμο πυλώνα της οικονομικής ανάπτυξης, της περιφερειακής συνοχής και της επισιτιστικής ασφάλειας. Η πρωτογενής παραγωγή, σε συνδυασμό με τη μεταποίηση τροφίμων και τη διασύνδεσή της με τον τουρισμό και το εξαγωγικό εμπόριο, συνεισφέρει ουσιαστικά στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου. Ωστόσο, τα τελευταία έτη ο τομέας αντιμετωπίζει συσσωρευμένες προκλήσεις που σχετίζονται με την κλιματική κρίση, τις φυσικές καταστροφές, το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές παραγωγού, τη μειωμένη ρευστότητα και τις δυσλειτουργίες στη διαχείριση και καταβολή ενισχύσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Παράλληλα, η ένταση των ακραίων καιρικών φαινομένων, οι επιπτώσεις ζωονόσων και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές αναδεικνύουν την ανάγκη αναθεώρησης του παραγωγικού προτύπου. Η αυξανόμενη συγκέντρωση γης και κεφαλαίου, μέσω της εισόδου μεγάλων επενδυτικών σχημάτων στον αγροδιατροφικό τομέα, δημιουργεί νέες δυναμικές αλλά και κινδύνους για τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων και για τη δημογραφική συνοχή της ελληνικής υπαίθρου.
Καθίσταται, συνεπώς, αναγκαία η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου Αγροτικής Ανασυγκρότησης, με ενεργό συμμετοχή της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των παραγωγικών φορέων, των πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων, καθώς και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Το σχέδιο αυτό οφείλει να εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο της Κοινή Αγροτική Πολιτική, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και τη θεσμική ευελιξία που παρέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περιόδους κρίσεων και περιλαμβάνει συνοπτικά τους παρακάτω άξονες.
Πρώτος στρατηγικός άξονας πρέπει να είναι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική αναβάθμιση. Η ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων, η επένδυση σε ανθεκτικές ποικιλίες και η υιοθέτηση πρακτικών γεωργίας ακριβείας μπορούν να μειώσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και να αυξήσουν την ανθεκτικότητα των παραγωγικών συστημάτων. Η ενίσχυση της αγροοικολογικής προσέγγισης και η προστασία της βιοποικιλότητας αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους ενός βιώσιμου μοντέλου.
Ο δεύτερος άξονας αφορά τη μετάβαση σε παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η ενίσχυση ποιοτικών και πιστοποιημένων προϊόντων, η προώθηση της βιολογικής γεωργίας, η ανάπτυξη δενδρωδών και δυναμικών καλλιεργειών, καθώς και η δημιουργία βραχειών αλυσίδων αξίας μπορούν να ενισχύσουν το αγροτικό εισόδημα. Η διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη γαστρονομία και τον τουρισμό δημιουργεί σημαντικές προοπτικές διαφοροποίησης και εξωστρέφειας.
Ο τρίτος άξονας είναι η στοχευμένη αναδιάρθρωση καλλιεργειών και η αναβάθμιση της κτηνοτροφίας, βάσει επιστημονικών δεδομένων, εδαφολογικών και κλιματικών χαρακτηριστικών, αναγκών της αγοράς και διαθεσιμότητας φυσικών πόρων. Η στήριξη της αιγοπροβατοτροφίας και η διασφάλιση της ποιότητας εμβληματικών προϊόντων, όπως η Φέτα, αποτελούν στρατηγικές επιλογές με εξαγωγική δυναμική. Παράλληλα, απαιτείται προστασία των γενετικών πόρων και βιώσιμη διαχείριση των βοσκοτόπων.
Ο τέταρτος άξονας συνδέεται με την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου. Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η ενίσχυση των υποδομών, η ψηφιακή μετάβαση, η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης και η στήριξη των νέων αγροτών είναι προϋποθέσεις για τη δημογραφική ανανέωση και τη συγκράτηση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές.
Τέλος, η χρηματοδότηση της αγροτικής ανασυγκρότησης μπορεί να βασιστεί σε συνδυασμό ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και της αναθεώρησης των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης. Η παρούσα συγκυρία επιβάλλει μια στρατηγική επιλογή υπέρ ενός ανθεκτικού, κοινωνικά δίκαιου και παραγωγικά βιώσιμου αγροδιατροφικού μοντέλου για το σύνολο της χώρας, ικανού να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής και να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ευημερία της ελληνικής υπαίθρου































