Στην πολιτική, οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Είναι εργαλεία, είναι σύμβολα, είναι ιστορικά φορτισμένα όπλα. Όταν, λοιπόν, επανέρχεται στον δημόσιο λόγο ο όρος «κομμουνιστές» ως γενικευμένη ταμπέλα για κάθε αντίπαλο ή επικριτή της κυβέρνησης, δεν πρόκειται για αθώα ρητορική υπερβολή. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Και οι επιλογές αυτές έχουν ιστορικό βάρος.
Η πρόσφατη αναφορά του Άδωνι Γεωργιάδη σε «κομμουνιστές» που δήθεν υποκινούν κάθε κοινωνική αντίδραση δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο αναβίωσης εμφυλιοπολεμικών αντανακλαστικών. Αντιδράσεις για την υγεία; «Κομμουνιστές». Διαμαρτυρίες για την παιδεία; «Κομμουνιστές». Κριτική για τα εργασιακά; «Ιδεοληπτικοί». Έτσι, ο δημόσιος διάλογος υποβαθμίζεται σε μια καρικατούρα του 1950.
Το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό. Είναι δημοκρατικό. Όταν η εξουσία νομίζει ότι έτσι δαιμονοποιεί συλλήβδην τους αντιπάλους της, ακυρώνει τον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης: τη σύγκρουση επιχειρημάτων. Αντί να απαντήσει στην κριτική με στοιχεία, καταφεύγει σε ανυπόστατους χαρακτηρισμούς. Αντί να συζητήσει την ουσία, ανασύρει φαντάσματα.
Και όλα αυτά λίγες ημέρες μετά την αναφορά στους 200 ήρωες κομμουνιστές εκτελεσθέντες της Καισαριανής. Στις 1 Μαΐου 1944, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής εκτέλεσαν 200 πολιτικούς κρατουμένους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανή. Η ευθύνη των ναζί είναι ιστορικά αδιαμφισβήτητη. Είναι επίσης ιστορικά τεκμηριωμένο ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, με υπουργό Ασφαλείας τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, είχε οργανώσει το δίκτυο διώξεων και φακελώματος που οδήγησε χιλιάδες πολιτικούς αντιπάλους στις φυλακές και, αργότερα, στα εκτελεστικά αποσπάσματα.Ναι, αυτός ο Μανιαδάκης που έγινε βουλευτής της ΕΡΕ, προγόνου της ΝΔ το 1960!
Δεν πρόκειται για άσκηση συμψηφισμού. Η ιστορία δεν γράφεται με «ναι μεν αλλά». Όμως η μνήμη επιβάλλει στοιχειώδη σεβασμό. Όταν 80 χρόνια μετά χρησιμοποιούνται οι ίδιες λέξεις που όπλισαν τότε τα χέρια του διχασμού, δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν ακούμε.
Από το 1985 και μετά, η ελληνική κοινωνία είχε, σε μεγάλο βαθμό, συμφιλιωθεί με το παρελθόν της. Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η σταδιακή άρση των διακρίσεων, η πολιτική ομαλότητα της Μεταπολίτευσης δημιούργησαν την εντύπωση ότι οι εμφυλιοπολεμικές αναφορές είχαν οριστικά αποσυρθεί. Δεν εξαφανίστηκαν – καμία κοινωνική πληγή δεν εξαφανίζεται – αλλά δεν αποτελούσαν εργαλείο καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Σήμερα, όμως, παρατηρούμε μια συστηματική αναβίωση αυτής της γλώσσας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Όταν μια κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει για την αποτελεσματικότητά της, όταν τα κοινωνικά αιτήματα πληθαίνουν και η δυσαρέσκεια διογκώνεται (70% του λαού ειίναι αντίθετο με τις πολιτικές αυτής της κυβέρνησης), η πόλωση γίνεται βολικό καταφύγιο. Διότι η πόλωση συσπειρώνει. Αποσπά την προσοχή από τα ουσιώδη και μετατρέπει την πολιτική σε ταυτοτική σύγκρουση.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και στη διαχείριση της δημόσιας εικόνας. Υπουργοί που επισκέπτονται νοσοκομεία συνοδευόμενοι από δυνάμεις των ΜΑΤ δεν εκπέμπουν μήνυμα διαλόγου. Εκπέμπουν μήνυμα καχυποψίας και φόβου. Το νοσοκομείο είναι χώρος περίθαλψης, όχι πεδίο επίδειξης ισχύος. Όταν η πολιτική ηγεσία αισθάνεται την ανάγκη να συνοδεύεται από κατασταλτικές δυνάμεις για να συναντήσει γιατρούς και εργαζόμενους, κάτι βαθύτερο έχει διαρραγεί.
Πού βρίσκεται ο πρωθυπουργός σε αυτή τη συζήτηση; Η σιωπή του δεν είναι ουδέτερη. Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, η πολιτική ευθύνη είναι συλλογική. Οι υπουργοί δεν δρουν αυτόνομα· εκπροσωπούν την κυβέρνηση. Εάν η ρητορική τους οδηγεί σε αναζωπύρωση διχαστικών παθών, η ηγεσία οφείλει να τοποθετηθεί καθαρά. Να επιλέξει αν θέλει έναν δημόσιο διάλογο με όρους 21ου αιώνα ή μια αναπαράσταση του μετεμφυλιακού κράτους.
Κανείς δεν ζητά ομοφωνία. Η δημοκρατία δεν είναι χορωδία. Είναι, όμως, ένα πλαίσιο κανόνων. Και ένας από αυτούς είναι ο σεβασμός του πολιτικού αντιπάλου ως ισότιμου πολίτη, όχι ως εσωτερικού εχθρού. Όταν ο αντίπαλος μετατρέπεται σε «κομμουνιστή» απλώς και μόνο επειδή διαφωνεί, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η διαφωνία συνιστά απειλή.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τις λέξεις που χωρίζουν. Η γενιά που έζησε τον Εμφύλιο λιγοστεύει. Δεν έχουμε το δικαίωμα να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας την ίδια τοξικότητα, μεταμφιεσμένη σε πολιτικό λόγο. Η κριτική σε μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικό δικαίωμα, όχι ιδεολογικό αμάρτημα. Και η μνήμη των 200 κομμουνιστών ηρώων της Καισαριανής δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως σκηνικό για μικροκομματικές αντιπαραθέσεις.
Αν η πολιτική ηγεσία θέλει πράγματι να μιλήσει για ενότητα, ας ξεκινήσει από τις λέξεις. Οι κοινωνίες δεν διχάζονται μόνο με νόμους· διχάζονται και με χαρακτηρισμούς. Και όσοι παίζουν με τα φαντάσματα του παρελθόντος, ας θυμούνται ότι τα φαντάσματα αυτά δεν υπακούουν πάντα σε κομματική πειθαρχία.
(Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομοτ.Καθηγητής ΕΜΠ, π.Πρύτανης, Γ.Γ.Ευρωπαϊκής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών)






























