Η αποκάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στους πολίτες και εξελίχθηκε σε κεντρικό πολιτικό θέμα. Η απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεότερων Μνημείων να τις ανακηρύξει μνημείο και το προσύμφωνο του ΥΠΠΟ με τον Βέλγο συλλέκτη για την απόκτησή τους από το Δημόσιο επισφράγισαν θεσμικά την ιστορική σημασία αυτών των φωτογραφιών.
Δεν συγκινήθηκαν όλοι
Βεβαίως δεν συγκινήθηκαν όλοι με τις εικόνες των αλύγιστων διακοσίων της Καισαριανής. Τα τρολ της σκληρής Δεξιάς, οι κάθε λογής ακροδεξιοί, ο Βελόπουλος και η Λατινοπούλου αποτέλεσαν θλιβερές παραφωνίες στο δημόσιο διάλογο, αναπαράγοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έναν αντικομμουνισμό εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα.
Δυστυχώς, στις παραφωνίες ήρθε να προστεθεί και ο γνωστός καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Στάθης Καλύβας. Επειδή ο Καλύβας είναι ένας διανοούμενος που έχει αυξημένη επιρροή στο χώρο της Δεξιάς και διατηρεί προσωπική επαφή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αξίζει να σταθούμε στο άρθρο που έγραψε στην Καθημερινή.
Το άρθρο
Γράφει λοιπόν ο Στάθης Καλύβας: «Τι ακριβώς συνεισφέρει η ανακάλυψη αυτών των φωτογραφικών ντοκουμέντων; Η απάντηση είναι διπλή: συγκινησιακή φόρτιση και πολιτική χειραγώγηση. Πιθανότατα όχι βαθύτερη ιστορική γνώση, ενδεχομένως και ιστορική στρέβλωση». Ως απάντηση στον ισχυρισμό ότι οι φωτογραφίες δεν προσφέρουν βαθύτερη ιστορική γνώση, θα μπορούσαμε απλώς να παραπέμψουμε στην απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεότερων Μνημείων με την οποία κηρύχτηκαν οι φωτογραφίες μνημεία. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε τη δήλωση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη: «Οι 12 φωτογραφίες που είδαν το φως της δημοσιότητας και απεικονίζουν Έλληνες πατριώτες, πριν από την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, αποτελούν εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Οι φωτογραφίες της συλλογής δίνουν «πρόσωπο» στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν από την εκτέλεσή τους, και για αυτό είναι ανεκτίμητες».
Σε ό,τι αφορά τη συνεισφορά τους στην ιστορική γνώση, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμα ότι:
1) Μέχρι τώρα δεν είχαμε οπτικά ντοκουμέντα μέσα από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής κατά τις εκτελέσεις της Κατοχής.
2) Γενικά είναι λιγοστές οι φωτογραφικές απεικονίσεις από τις γερμανικές θηριωδίες στην Ελλάδα.
3) Οι φωτογραφίες πιστοποιούν όσα ήταν γνωστά από μαρτυρίες για τη στάση των 200 κομμουνιστών, δηλαδή ότι βάδισαν προς το θάνατο με ψηλά το κεφάλι.
Η Αντίσταση
Στη συνέχεια, ο Καλύβας σημειώνει: «Αφενός, η εξίσωση κομμουνιστών και αντιστασιακών πάσχει από δύο σοβαρά πραγματολογικά προβλήματα. Οι κομμουνιστές δεν έκαναν (και το λένε ανοιχτά) απλά αντίσταση, έκαναν επανάσταση και μάλιστα με διεθνιστικό πρόσημο. Σκοπός τους δεν ήταν μόνο η απελευθέρωση, αλλά και η συγκρότηση ενός σοβιετικού κράτους, δηλαδή μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας. Αφετέρου, δεν ήταν όλοι όσοι έκαναν αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κομμουνιστές». Προσθέτει επίσης ότι υπήρξαν αντιστασιακοί που «δεν είχαν άλλη ατζέντα εκτός από την απελευθέρωση της Ελλάδας».
Εδώ ο αρθρογράφος απαντάει σε κάτι που δεν λέει κανένας. Γιατί κανένας δεν λέει ότι μόνο οι κομμουνιστές έκαναν αντίσταση στον ναζισμό. Αυτό όμως που αποτελεί αναντίρρητη ιστορική αλήθεια είναι ότι το (μακράν) μεγαλύτερο και πιο αποτελεσματικό αντιστασιακό κίνημα στην κατεχομένη Ελλάδα ήταν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στο οποίο κυρίαρχη πολιτική δύναμη ήταν το ΚΚΕ -και γι’ αυτό άλλωστε συνεργάστηκαν μαζί του οι Βρετανοί.
Στα περί «ολοκληρωτικής δικτατορίας», κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι η «λαοκρατία» που πρέσβευε το ΕΑΜ δεν ήταν δικτατορία -αντιθέτως... Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι η μεταπολεμική Ελλάδα τον βίωσε τον «ολοκληρωτισμό» με το μετμεφυλιακό αστυνομικό κράτος, τη Μακρόνησο κι εντέλει τη χούντα. Θα μπορούσε, τέλος , να επισημανθεί ότι όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ευρώπη είχαν μια πολιτική ατζέντα για τη χώρα τους μετά την απελευθέρωση. Αυτή η ατζέντα ήταν είτε αριστερή είτε δεξιά, αλλά πάντως ήταν πολιτική ατζέντα.
Πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι για τις αντιστασιακές οργανώσεις η μείζων προτεραιότητα ήταν ο πόλεμος ενάντια στις ναζιστικές κατοχικές δυνάμεις και όχι η όποια μεταπολεμική ατζέντα τους. Και αυτό εξηγεί γιατί πχ οι Βρετανοί συνεργάστηκαν με τον ΕΛΑΣ για την εκτέλεση του υποστράτηγου Κρεχ, αντίποινα της οποίας ήταν η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή.
Αντιθέτως, υπήρξαν οργανώσεις της Δεξιάς όπως η Χ, που όχι μόνο δεν έκαναν αντίσταση, αλλά συνεργάστηκαν με τις ναζιστικές αρχές Κατοχής για να χτυπήσουν τον ΕΛΑΣ -αυτό και αν είναι «ολοκληρωτισμός» στην πράξη…
Η Λέλα Καραγιάννη
Ο Στάθης Καλύβας υποστηρίζει επίσης ότι η ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης Λέλα Καραγιάννη δεν τιμάται όπως της αξίζει, γιατί συνεργάστηκε με τους Βρετανούς. Εδώ βέβαια η προφανής απάντηση είναι ότι κανένας από τους ήρωες της Εθνικής Αντίστασης (ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης) δεν τιμάται όπως πρέπει, γιατί το κράτος επί δεκαετίες ακολούθησε και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να ακολουθεί πολιτική λήθης για την Κατοχή και την Αντίσταση, προκειμένου να αποκρυβεί η ενσωμάτωση του δωσιλογισμού στις δυνάμεις της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης.
Οι εμφύλιες συγκρούσεις
Το άρθρο κλείνει με μια αναφορά στις εμφύλιες συγκρούσεις: «Προσπερνάμε με μεγάλη ευκολία το γεγονός ότι μετά το 1943 η Ελλάδα συγκλονίζεται όχι μόνο από την αντίσταση εναντίον των κατακτητών, αλλά και από έναν πολύπλευρο και πολύ αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Τα δύο φαινόμενα συμπλέκονται με τρόπο που δεν διαφοροποιείται τόσο εύκολα και τακτοποιημένα όσο θα μας άρεσε. Στην ιστορία αυτή, οι κομμουνιστές δεν είναι μόνο θύματα, είναι και θύτες. Για να σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα, λίγες μόνο μέρες πριν από τις εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς στην Καισαριανή, στις 17 Απριλίου 1944 για την ακρίβεια, εκτελείται από τον ΕΛΑΣ ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός μαζί με δεκάδες άνδρες του 5/42 Συντάγματος. Αντιστασιακοί εκτελούν άλλους αντιστασιακούς, κομμουνιστές εκτελούν μη κομμουνιστές».
Η δολοφονία του αντιστασιακού συνταγματάρχη Δημήτριου Ψαρρού ήταν αναμφίβολα ηθικά απαράδεκτη και καταδικαστέα. Ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει τους τελευταίους μήνες της Κατοχής δεν ήταν η βία του ΕΛΑΣ, αλλά το αιματοκύλισμα του ελληνικού λαού από τα SS και τους Ταγματασφαλίτες. Οι μαζικές εκτελέσεις και τα μπλόκα του 1944 άφησαν ιστορικό Τραύμα στην ελληνική κοινωνία -γι’ αυτό άλλωστε η Καισαριανή και η Κοκκινιά έχουν χαραχθεί τόσο βαθιά στη συλλογική μνήμη. Στα μαζικά κατοχικά εγκλήματα κατά των αμάχων και των αντιστασιακών οι Έλληνες συνεργάτες των ναζί είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτοί οι εγκληματίες όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν για τις πράξεις τους, αλλά εντάχθηκαν κανονικά στις αστικές δυνάμεις στα Δεκεμβριανά. Έζησαν δε χωρίς προβλήματα τη μετέπειτα ζωή τους υπό την προστασία του κρατικού μηχανισμού, εν αντιθέσει με τους αντιστασιακούς του ΕΑΜ που διώχθηκαν ανηλεώς για δεκαετίες. Αυτή η ριζωμένη αίσθηση της αδικίας φόρτισε συναισθηματικά το δημόσιο διάλογο για τις φωτογραφίες της Καισαριανής.
Cheerleaders και fanboys
O Στάθης Καλύβας γράφει ότι «ο ρόλος των ιστορικών (και όχι μόνο) είναι κομβικός: και αυτός δεν είναι να μετατρέπονται σε ψηφιακούς κομματικούς cheerleaders και fanboys με επικολυρικό λόγο που μιξάρει το στυλ της «Βουλής των Εφήβων» μ’ αυτό των πανηγυρικών των εθνικών επετείων, πασπαλισμένο με μπόλικα τσιτάτα Βάρναλη και Ρίτσου». Δύσκολα μπορεί να μη σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος που κάνει αυτή τη σοσαλιαμιντιακού ύφους προτροπή, είναι ταυτισμένος με τις πιο σκληρά στρατευμένες εκδοχές της ιστοριογραφίας και της πολιτικής ανάλυσης.
























