Με αφορμή τη στάση της Ελλάδας στην επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν κάποιοι παρομοιάζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τον Κώστα Σημίτη.
Η αλήθεια είναι πως ο πρωθυπουργός δεν ακολουθεί την πολιτική Σημίτη ούτε καν την πολιτική πατέρα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Αναφερόμαστε στους δυο πρώην πρωθυπουργούς ακριβώς γιατί υπήρξαν οι δυο πλέον δυτικόφιλοι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης, τουλάχιστον σε σύγκριση με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κώστα Καραμανλή και τον Αλέξη Τσίπρα.
Ο Κώστας Σημίτης, για παράδειγμα, διαφοροποιήθηκε-έστω και στα… σημεία- από τη Δύση σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, το Κόσσοβο, το Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επίσης για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε μια διαφοροποίηση από τις σκληρές θέσεις χωρών της Δύσης για τη Γιουγκοσλαβία, διατηρούσε σχέσεις με τον Μιλόσεβιτς κοκ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιθέτως, ταυτίζεται απολύτως με τις πλέον σκληρές θέσεις των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον. Η στροφή ξεκίνησε με το ιδεολόγημα ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας», που δικαιολόγησε την πλήρη ταύτιση με τον ευρωατλαντισμό τόσο στην περίπτωση της Ουκρανίας και στη σφαγή της Γάζας όσο και στην επίθεση Τραμπ και Νετανιάχου στο Ιράν.
Κατά κοινή ομολογία αποτελεί τον πλέον ατλαντιστή πρωθυπουργό της μεταπολίτευσης υιοθετώντας έναν κυνικό «φιλοδυτικισμό» που σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της χώρας-το αντίθετο μάλιστα.
Ένα από τα ερωτήματα είναι σαφώς τι εκλογικό αντίκτυπο θα έχει αυτή η επιλογή. Μπορεί να κερδίσει περισσότερο από τον λεγόμενο «κεντρώο χώρο» και πολύ λιγότερο από τα δεξιά του, όπου ένας χώρος έχει περιχαρακωθεί. Η εκτίμηση είναι πως εκλογικά ο «νεομητσοτακισμός» δεν μπορεί να αποδώσει πάνω από 30% και σίγουρα δεν οδηγεί σε αυτοδυναμία. Εξαρτάται βέβαια και από πολλά άλλα.






























