Η στήλη είχε αναφερθεί πρόσφατα στην σύσταση της κοινοπραξίας Ελληνικά Πυρομαχικά ΑΕ, στην οποία τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) διαθέτουν το 51% και ο τσέχικος Όμιλος Czechoslovak Group (CSG) το 49%, μέσω της θυγατρικής του MSM Greece. Σκοπός της κοινοπραξίας είναι η παραγωγή πυρομαχικών μεγάλου και μεσαίου διαμετρήματος στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στο Λαύριο. Χθες ωστόσο μάθαμε σε τί συνίσταται η συμμετοχή του 51%. Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) μεταβιβάσαν στην εταιρεία Ελληνικά Πυρομαχικά ΑΕ μια απαίτηση μεγάλης αξίας, περίπου 52 εκατ. ευρώ, ως εισφορά σε είδος, η οποία απορρέει από μια συμφωνία μετόχων που συνομολογήθηκε στις 21 Μαΐου 2025. Στη βάση της σύμβασης αυτής η νέα εταιρεία αποκτά τη χρήση συγκεκριμένων γραμμών παραγωγής και άλλων περιουσιακών στοιχείων των ΕΑΣ. Η εισφορά αυτή, μαζί με ένα μικρό ποσό σε μετρητά (45.312 ευρώ), αντιστοιχεί στην έκδοση 52.040.808 μετοχών, που αντιπροσωπεύουν το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικά Πυρομαχικά ΑΕ δήλωσε σύμφωνα με τα εταιρικά έγγραφα ότι η αξία της εισφοράς θεωρείται αξιόπιστη επειδή βασίζεται στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις του 2024 των ΕΑΣ και ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία που να αλλάζουν την αξία αυτή. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε πως δεν χρειάζεται νέα ανεξάρτητη αποτίμηση της εισφοράς.
Soft asset stripping;
Η δομή της συμφωνίας γεννά ερωτήματα. Εξηγούμαστε. Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ουσιαστικά στο Δημόσιο. Όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως εισφορά σε μια νέα εταιρεία, το βασικό ερώτημα είναι αν το Δημόσιο λαμβάνει την πλήρη οικονομική αξία των στοιχείων αυτών ή αν η αποτίμηση χρησιμοποιείται κυρίως για να στηριχθεί η κεφαλαιακή δομή της νέας εταιρείας. Με άλλα λόγια, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η αξία δημόσιων περιουσιακών στοιχείων να «μετακινείται» μέσα σε ένα εταιρικό σχήμα χωρίς να υπάρχει σαφής έλεγχος αγοράς που να επιβεβαιώνει ότι η αποτίμηση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η δημιουργία νέων εταιρικών σχημάτων γύρω από κρατικές αμυντικές βιομηχανίες είναι πρακτική που συναντάται διεθνώς, ιδιαίτερα όταν επιδιώκεται συνεργασία με ιδιωτικούς ή ξένους ομίλους. Ωστόσο τέτοιες δομές συχνά οδηγούν σε ανακατανομή περιουσιακών στοιχείων, δραστηριοτήτων και οικονομικών βαρών μεταξύ διαφορετικών εταιρειών. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει το ερώτημα ποια εταιρεία συγκεντρώνει τελικά τα πιο πολύτιμα παραγωγικά στοιχεία και ποια αναλαμβάνει τα κόστη, τις υποχρεώσεις ή τα χρέη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πιο κερδοφόρες δραστηριότητες μεταφέρονται σε νέα σχήματα, ενώ τα βάρη παραμένουν στην αρχική κρατική εταιρεία. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μιλάμε για ένα soft asset stripping. Δεν είμαστε ακόμη εκεί, αλλά μπορεί να φθάσουμε.
Η Άμυνα και νέος αναπτυξιακός νόμος
Δεν ξέρουμε σε ποιο βαθμό τα ΕΑΣ και οι Τσέχοι της CSG ανυπομονούν για τον νέο αναπτυξιακό νόμο, κάτι που ισχύει για μεγάλο μέρος της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και όχι μόνο. Βλέπετε ο νέος αναπτυξιακός νόμος, το προσχέδιο του οποίου θα βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 13 Μαρτίου, εισάγει για πρώτη φορά ειδικό καθεστώς ενίσχυσης επενδυτικών σχεδίων που σχετίζονται με την άμυνα, κυρίως για δραστηριότητες «διπλής χρήσης», δηλαδή τεχνολογίες και προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για στρατιωτικούς όσο και για πολιτικούς σκοπούς.
Με τις νέες ρυθμίσεις επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του αναπτυξιακού νόμου και δημιουργείται ένα ξεχωριστό επενδυτικό καθεστώς για στρατηγικούς τομείς που συνδέονται με την άμυνα, την κατασκευή οχημάτων και την αεροναυπηγική βιομηχανία. Στόχος είναι να ενισχυθούν οι επενδύσεις σε βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και να δοθούν κίνητρα σε επιχειρήσεις να αναπτύξουν παραγωγικές μονάδες ή να εκσυγχρονίσουν υπάρχουσες υποδομές στον συγκεκριμένο κλάδο. Στο νέο καθεστώς μπορούν να ενταχθούν επενδυτικά σχέδια που αφορούν δραστηριότητες όπως η κατασκευή όπλων και πυρομαχικών, η παραγωγή μηχανοκίνητων οχημάτων, η κατασκευή ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού για οχήματα, η παραγωγή εξαρτημάτων και μερών οχημάτων, καθώς και η κατασκευή αεροσκαφών και συναφών μηχανημάτων. Παράλληλα προβλέπεται η δυνατότητα χρηματοδότησης επενδύσεων που σχετίζονται με την κατασκευή στρατιωτικών οχημάτων μάχης. Τα επενδυτικά σχέδια που θα υποβληθούν θα πρέπει να αποτελούν ολοκληρωμένες αρχικές επενδύσεις, δηλαδή να αφορούν νέα παραγωγική δραστηριότητα, σημαντική επέκταση υφιστάμενης μονάδας ή ουσιαστικό εκσυγχρονισμό εξοπλισμού και υποδομών.
Οι επενδύσεις που θα ενταχθούν στο νέο καθεστώς θα μπορούν να ενισχυθούν για ένα ευρύ φάσμα δαπανών. Εκτός από τις βασικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και παραγωγικό εξοπλισμό, προβλέπεται ότι μπορούν να επιδοτηθούν δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέτρα ενεργειακής απόδοσης, παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπαραγωγή ενέργειας υψηλής απόδοσης, εγκατάσταση αποδοτικών ενεργειακών συστημάτων, περιβαλλοντική αποκατάσταση, ανακύκλωση αποβλήτων και δράσεις προστασίας της βιοποικιλότητας. Επιπλέον, μπορούν να ενισχυθούν δαπάνες για επαγγελματική κατάρτιση εργαζομένων, συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε εμπορικές εκθέσεις καθώς και για την πρόσληψη εργαζομένων, ιδίως από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ή ατόμων με αναπηρία.
Ο νόμος προβλέπει επίσης διαφορετικά είδη οικονομικής ενίσχυσης για τις επιχειρήσεις που θα επενδύσουν στους συγκεκριμένους τομείς. Μεταξύ των βασικών κινήτρων περιλαμβάνεται η φορολογική υπερέκπτωση επενδυτικών δαπανών, η οποία μπορεί να φτάνει έως και το 100% των επιλέξιμων δαπανών, δίνοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να μειώσουν σημαντικά τη φορολογική τους επιβάρυνση. Παράλληλα παρέχονται επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης εξοπλισμού (leasing), επιδοτήσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας καθώς και φορολογικές απαλλαγές. Επιπλέον προβλέπεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ για μεγάλα επενδυτικά σχέδια δίνεται η δυνατότητα δανειοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από αξιολόγηση της επένδυσης από την ίδια την τράπεζα.
Η Αγορά Ανάπτυξης ΜμΕ
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε χθες την αίτηση της ΕΧΑΕ, ώστε η Εναλλακτική Αγορά να καταχωριστεί επίσημα ως Αγορά Ανάπτυξης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Η απόφαση θα τεθεί σε ισχύ όταν δημοσιευθούν οι νέοι κανόνες λειτουργίας στην ιστοσελίδα του Ομίλου Χρηματιστηρίου Αθηνών. Με απλά λόγια, η Αγορά Ανάπτυξης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων θα απευθύνεται κυρίως σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και θα τους δίνει τη δυνατότητα να αντλήσουν κεφάλαια από επενδυτές πιο εύκολα, σε σχέση με τις αυστηρές προϋποθέσεις της κύριας αγοράς. Για να λειτουργεί η Εναλλακτική Αγορά ως Αγορά Ανάπτυξης ΜμΕ, θα πρέπει τουλάχιστον οι μισές εταιρείες που συμμετέχουν σε αυτή να είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες ώστε να προστατεύονται οι επενδυτές. Οι εταιρείες που θέλουν να μπουν στην αγορά αυτή θα πρέπει να δημοσιεύουν βασικές πληροφορίες για την οικονομική τους κατάσταση, ώστε όποιος σκέφτεται να επενδύσει να γνωρίζει τα βασικά στοιχεία. Επιπλέον, οι εταιρείες θα οφείλουν να παρέχουν τακτική οικονομική ενημέρωση, όπως ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.
Η Cenergy Holdings
Η Cenergy Holdings μπήκε στο 2026 «με το δεξί», στηριζόμενη στο υψηλό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων και στην αυξημένη παραγωγική της δυναμικότητα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της διοίκησης, το αναπροσαρμοσμένο EBITDA για το 2026 αναμένεται να κινηθεί μεταξύ 370 και 400 εκατ. ευρώ. Σε ποσοστιαία βάση, αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου από 6% έως 15% σε σχέση με το 2025, οπότε διαμορφώθηκε στα 348 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η πορεία του 2026 θα εξαρτηθεί κυρίως από την ομαλή υλοποίηση των ενεργειακών έργων, τη διατήρηση της ισχυρής ζήτησης για προϊόντα καλωδίων και τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες, οι οποίες ενδέχεται να επηρεαστούν από γεωπολιτικές εντάσεις, πληθωριστικές πιέσεις ή διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Παρά τις προκλήσεις, ο όμιλος εκτιμά ότι βρίσκεται σε ισχυρή θέση για να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες της ενεργειακής μετάβασης και να συνεχίσει την αναπτυξιακή του πορεία μέσα στο 2026. Οι επεκτάσεις στις μονάδες παραγωγής καλωδίων στην Ελλάδα έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή βρίσκονται πολύ κοντά στην ολοκλήρωση, γεγονός που αυξάνει την επιχειρησιακή ευελιξία και επιτρέπει στην εταιρεία να αναλαμβάνει μεγαλύτερο όγκο έργων. Η νέα αυτή δυναμικότητα έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό δεσμευτεί από υφιστάμενες παραγγελίες, δημιουργώντας μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για την πορεία του 2026. Ιδιαίτερα δυναμική αναμένεται να είναι η χρονιά για τον τομέα καλωδίων, ο οποίος επωφελείται από την αυξανόμενη ζήτηση για έργα ηλεκτρικών διασυνδέσεων, υπεράκτιων αιολικών πάρκων και αναβαθμίσεων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Παράλληλα, θετικές προοπτικές παρουσιάζει και ο τομέας σωλήνων χάλυβα, καθώς η διεθνής ζήτηση για έργα ενεργειακών υποδομών παραμένει ισχυρή.
Η Grivalia Hospitality
Θεωρητική αποτίμηση κοντά στα 650 εκατ. ευρώ προκύπτει για την Grivalia Hospitality με βάση πρόσφατη συναλλαγή μετοχών μεταξύ εταιρειών του ομίλου Grivalia. Η αποτίμηση προκύπτει από την τιμή των 1,60 ευρώ ανά μετοχή που χρησιμοποιήθηκε στη συμφωνία για την αγορά ιδίων μετοχών της Grivalia Hospitality. Συγκεκριμένα, η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Grivalia Management Company ενέκρινε την αγορά 1 εκατομμυρίου ιδίων μετοχών της Grivalia Hospitality έναντι συνολικού τιμήματος 1,6 εκατ. ευρώ. Η τιμή αυτή αντιστοιχεί σε 1,60 ευρώ ανά μετοχή και, δεδομένου ότι η εταιρεία διαθέτει συνολικά 406.122.157 μετοχές με ονομαστική αξία 1 ευρώ η καθεμία, οδηγεί σε θεωρητική συνολική αποτίμηση περίπου 650 εκατ. ευρώ. Η συναλλαγή αφορούσε μικρό ποσοστό της εταιρείας, περίπου 0,25% του συνολικού αριθμού μετοχών, και το τίμημα θεωρήθηκε δίκαιο και εύλογο.






























