Η δολοφονία ή η απαγωγή ηγετών αναδεικνύεται ως κυρίαρχη επιλογή για τη συντριβή οποιασδήποτε χώρας αντιτίθεται στους παγκόσμιους κυρίαρχους. Η πρακτική αυτή απέδωσε πρόσφατα στη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη ή στο Ιράκ, μόνο που στις περιπτώσεις αυτές οι φυσικοί εκτελεστές ήταν πολιτικοί αντίπαλοι, όλοι φυσικά γνώριζαν ποιος όπλισε τα χέρια αυτών των ανδρείκελων. Οι χώρες αυτές βυθίστηκαν στο χάος αλλά αυτό δεν ενοχλεί τους σύγχρονους αποικιοκράτες. Τώρα έχουμε την ανοιχτή δολοφονία ή απαγωγή ηγετών, επιλογή που λειτουργεί ως μήνυμα κυριαρχίας.
Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε πως είναι καινοφανείς πρακτικές, ιστορία είναι γεμάτη από «περίεργους θανάτους». Η Ελλάδα έχει βιώσει μια αντίστοιχη περίπτωση: Η δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου Α΄, τον Μάρτη του 1913 στη Θεσσαλονίκη, αποτέλεσε την απαρχή μιας δεκαετίας εφιαλτικής για τον Ελληνικό λαό που βίωσε έναν Διχασμό, έναν Παγκόσμιο πόλεμο, μια ντροπιαστική εκστρατεία στην Ουκρανία και βέβαια την τραγωδία της Μικράς Ασίας. Τα όσα συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη εκείνους τους μήνες ήταν προμήνυμα του εφιάλτη που θα ακολουθούσε.
Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στη Θεσσαλονίκη
Ο Τούρκος διοικητής της Θεσσαλονίκης Ταχσίν Πασάς έκανε δεκτούς τους όρους του διάδοχου Κωνσταντίνου και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη την 26η Οκτωβρίου 2012. Ο Κωνσταντίνος ενημέρωσε με επίσημο μήνυμά του τον Βούλγαρο στρατηγό Γκεόργκι Τόντοροφ. Ωστόσο, εκείνος έστειλε απεσταλμένο αξιωματικό στον Ταχσίν Πασά για να του ζητήσει να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσής της πόλης, παρόμοιο με εκείνο που μόλις είχε συνάψει με τους Έλληνες, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως συναπελευθερωτής.
Η βουλγαρική δύναμη έφτασε έξω από τη Θεσσαλονίκη στις 28 Οκτωβρίου, με τον Τόντοροφ να ζητά να μπει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει δύναμη δύο μεραρχιών (35.000 άντρες). Εντέλει επιτράπηκε η είσοδος δύο βουλγαρικών ταγμάτων και πρακτικά μπήκε στην πόλη ένα σύνταγμα. Πλέον στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη στρατοπέδευαν ένοπλα τμήματα δύο χωρών που διεκδικούσαν την κυριότητά της.
Την επόμενη ημέρα, και με δεδομένη την εύθραυστη κατάσταση που επικρατούσε εκεί, αφίχθη ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄. Δείγμα της σοβαρότητας της κατάστασης αλλά και της σημασίας που είχε η πόλη ήταν η απόφαση να εγκατασταθεί ο βασιλιάς σε αυτήν. Τα πράγματα παρέμεναν ρευστά καθώς ούτε η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, στις αρχές του 1913, δεν ξεκαθάριζε το καθεστώς της πόλης. Η Γαλλία την εποφθαλμιούσε, Γερμανία και Αυστρία προέκριναν τη λύση της «διεθνοποίησης», ήταν δεδομένες οι διεκδικήσεις Ελλήνων και Βούλγαρων, ενώ μερίδα της ισραηλιτικής κοινότητας, της πολυπληθέστερης εθνότητάς της, επιθυμούσε την αυτονομία της.
Le roi est mort! Vive le roi!
Η αβεβαιότητα παρέμενε, όπως παρέμενε στην πόλη και ο Γεώργιος, ο οποίος διέμενε στο Μέγαρο Χατζηλαζάρου, στην Εξοχή, όπως ονομαζόταν τότε το ανατολικό τμήμα της πόλης. Το απομεσήμερο της 5ης Μαρτίου 1913 κατέβηκε στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου. Ο Γεώργιος συνήθιζε τους απογευματινούς περιπάτους. Το απόγευμα εκείνο τον συνόδευαν από απόσταση δύο χωροφύλακες της κρητικής δύναμης και ο υπασπιστής του, ο ταγματάρχης Φραγκούδης.
Στις 4 το απόγευμα, καθώς επέστρεφε στο μέγαρο περνώντας από την περιοχή Κερίμ Εφέντη, κοντά στο καφενείο «Πασά Λιμάν», στη διασταύρωση Πύργων και Αγίας Τριάδος, ένας πολίτης τον πλησίασε και τον πυροβόλησε από πίσω, από απόσταση δύο-τριών βημάτων, με ένα μαυροβουνιώτικο περίστροφο, μια «κουμπούρα», όπως έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής. Η σφαίρα διαπέρασε την καρδιά. Ο δολοφόνος επιχείρησε να πυροβολήσει και τον Φραγκούδη, αλλά το όπλο του έπαθε εμπλοκή και αυτός τον αφόπλισε. Ο Εβραίος καταστηματάρχης Ααρόν Αμίρ συγκράτησε τον Γεώργιο, ο οποίος μεταφέρθηκε στο Παπάφειο Νοσοκομείο, όμως ήταν ήδη νεκρός.
Ο δολοφόνος συνελήφθη αμέσως. Ονομαζόταν Αλέξανδρος Σχινάς και καταγόταν από τις Σέρρες. Για μεγάλο διάστημα πριν από τη δολοφονία βρισκόταν στην Αθήνα προς αναζήτηση δουλειάς, ενώ είχε γραφτεί και στην Ιατρική Σχολή. Ο διπλωμάτης Β. Δενδραμής στην αναφορά του έγραφε για τον Σχινά:
«Πρόκειται για έκφυλον αλήτην, ουχί παράφρονα βεβαίως, ζώντα όμως ανισορρόπως, δι’ επαιτείας. Εις τους πλησιάζοντας αυτόν ανέπτυσσε περιέργους ιδέας περί σοσιαλισμού, ότι όλοι οι άνθρωποι εντός ολίγου θα είναι πλούσιοι, ότι δεν θα υπάρχουν πλούσιοι και πτωχοί και ότι οι εργάτες θα εργάζονται μόνον δύο ώρας την ημέραν.»
Αυτή ήταν μία από τις εκδοχές που κυκλοφόρησαν, η εκδοχή του «ημίτρελου αναρχικού». Την εποχή εκείνη ήταν συνηθισμένες οι δολοφονικές απόπειρες κατά εστεμμένων από αναρχικούς και μηδενιστές, στο πλαίσιο της ατομικής τρομοκρατίας. Μια δεύτερη εκδοχή υποστήριζε πως η οικονομική του κατάσταση ήταν πολύ κακή και λόγω του υποσιτισμού του είχε νοσήσει από φυματίωση. Κυκλοφόρησαν φήμες πως απευθύνθηκε στο παλάτι για οικονομική ενίσχυση, αλλά ο υπασπιστής του Γεωργίου τον έδιωξε. Ακολούθησαν και άλλες φήμες, πως η μητέρα του ήταν Βουλγάρα, πως ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος και εκβιαστής κ.λπ. Απορρίφθηκαν όμως γρήγορα, καθώς δεν προέκυψε κάποια διασύνδεση του Σχινά με αναρχική ή άλλη πολιτική συλλογικότητα.
Οι εκδοχές αυτές κυκλοφόρησαν άμεσα, μαζί με το όνομα του δράστη και την πληροφορία πως η δολοφονία ήταν έργο ενός ατόμου μόνο. Ο στόχος ήταν να αντικρουστούν οι φήμες που ήθελαν τον δολοφόνο να είναι Βούλγαρος στρατιώτης και γενικά η πράξη να είναι έργο των Βούλγαρων. Ήδη η πόλη είχε τεθεί σε επιφυλακή και υπήρχαν φόβοι για συγκρούσεις.
Στις 8 Μαρτίου, σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής, ο διάδοχος Κωνσταντίνος ορκίστηκε νέος βασιλεύς των Ελλήνων και στη συνέχεια αναχώρησε αμέσως για Θεσσαλονίκη. Η σορός του Γεωργίου μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου τελέστηκε στις 20 Μαρτίου νεκρώσιμη ακολουθία και θάφτηκε στα ανάκτορα του Τατοΐου.
Μια ανεξιχνίαστη δολοφονία, πολλές περίεργες καταστάσεις
Για πάνω από έναν μήνα ο Σχινάς κρατούνταν στο αστυνομικό τμήμα Φαλήρου στη Θεσσαλονίκη, όπου ανακρινόταν συνεχώς. Επίσημα δεν ανακοινώθηκε κάτι, κυκλοφορούσαν πολλές και αντικρουόμενες φήμες για τα όσα υποτίθεται ότι έλεγε στους ανακριτές. Σε αυτό το διάστημα δέχτηκε την επίσκεψη της βασίλισσας Όλγας. Άλλοι μιλούν για δύο και άλλοι για τρεις επισκέψεις. Η βασίλισσα δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν επίσημα για το περιεχόμενο των συνομιλιών τους.
Ο υπασπιστής του Γεωργίου, ο ταγματάρχης Φραγκούδης, που ήταν αυτόπτης μάρτυς δεν κατέθεσε επίσημα και αργότερα στάλθηκε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσινγκτον, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, χωρίς να μιλήσει ποτέ για την υπόθεση. Τα όποια στοιχεία περιείχαν οι φάκελοι δεν αξιοποιήθηκαν, καθώς διαδόθηκε πως στάλθηκαν στην Αθήνα με το ατμόπλοιο «Ελευθερία», αλλά στον χώρο όπου βρίσκονταν εκδηλώθηκε πυρκαγιά και καταστράφηκαν. Ποτέ δεν συντάχτηκε επίσημη έκθεση για τη δολοφονία. Τις ανακρίσεις συντόνιζε ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Αναφερόμενος στις παρεμβάσεις του διαδόχου, στο έργο του «Κωνσταντίνος: αναμνήσεις του πρώην γραμματέως του», ο γραμματέας του Γεώργιος Μελάς σημειώνει πως «εφάνη εις μερικούς κύκλους ως εντελώς ανάρμοστος».
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη Θεσσαλονίκη. Στις 6 Μαΐου, και ενώ ο Σχινάς μεταφερόταν στον επάνω όροφο του κτιρίου όπου κρατούνταν, «διέφυγε της προσοχής των χωροφυλάκων και ηυτοκτόνησε πεσών εκ του παραθύρου», όπως ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Στα κτήρια της ελληνικής αστυνομίας καταγράφεται μακρά και αιματηρή παράδοση παραθύρων που «ξεχάστηκαν» ανοιχτά και κρατουμένων που «διέφυγαν της προσοχής» των χωροφυλάκων.
«Ζήτησον τον ωφελούμενον του εγκλήματος»
Η δολοφονία έμεινε ανεξιχνίαστη, δίνοντας έτσι τροφή και για άλλες θεωρίες, οι οποίες ενισχύονταν και από τα πάθη την περίοδο του Διχασμού. Βάσει της πιο διαδεδομένης από αυτές, ο αγγλόφιλος Γεώργιος έπεσε θύμα των κεντρικών αυτοκρατοριών, οι οποίες επιθυμούσαν να ανέλθει στον θρόνο ο γερμανόφιλος Κωνσταντίνος. Εδώ δεν έχουμε αόριστες φήμες. Γράφει ο Γ. Κορδάτος, αναφερόμενος σε προσωπική συνομιλία του με τον πρωτοδίκη Β. Κανταρέ, διευθυντή της ανάκρισης του Σχινά:
«[…] στην αρχή, παρ’ όλο το ξύλο που έφαγε ο Σχινάς [σ.σ. από τους αστυνομικούς], δεν έβγαλε τσιμουδιά, αλλά μια-δυο μέρες ύστερα άρχισε να κάνει διάφορους υπαινιγμούς. Ενοχοποιούσε πράχτορες Γερμανούς και μάλιστα τον Γερμανό πρεσβευτή. Αλλά δεν προχωρούσε, αν και έλεγε πως υπάρχουν και άλλα πιο σπουδαία, πιο τρανά και πιο υψηλά πρόσωπα. […] Ο Σχινάς δεν ήταν μανιακός και ανισόρροπος. Ίσα ίσα τα είχε τετρακόσια και, όπως διαπιστώθηκε, έκανε ταξίδια στη Γερμανία και στην Αυστρία. Η δολοφονία οργανώθηκε στο Βερολίνο ή στη Βιέννη.»
Ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, στα Απομνημονεύματά του, σημειώνει για το θέμα:
«[…] Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α΄ έτρεφε πραγματικήν αντιπάθειαν προς τον Γερμανόν αυτοκράτορα και ήτο ένθερμος θιασώτης της αγγλικής πολιτικής. […] Διεδόθη τότε ότι επρόκειτο [σ.σ. ο Σχινάς] περί αναρχικού και ανισόρροπου, αλλά φαίνεται ότι τούτο δεν ήτο αληθές… Ο διευθύνων τότε τας ανακρίσεις Β. Κανταρές, προσωπικός φίλος μου, μου εβεβαίωσεν επίσης την ακρίβειαν των ανωτέρω και μου εξέφρασε την πεποίθησί του ότι ο Σχινάς δεν ήτο ανισόρροπος ούτε αναρχικός, αλλ’ ότι υπήρξεν όργανον ανθρώπων οι οποίοι ενήργουν προς εξυπηρέτησιν των συμφερόντων ξένης δυνάμεως, η οποία είχε συμφέρον να θέση εκ ποδών τον αείμνηστον βασιλέα Γεώργιον, ούτινος ήσαν γνωστά τα θερμά υπέρ της Αγγλίας αισθήματα. […] Ακολουθών το γνωστόν αστυνομικόν δόγμα «Ζήτησον τον ωφελούμενον του εγκλήματος» και λαμβάνων υπόψη ότι μετά εν έτος, εξ αφορμής μιας άλλης υπόπτου βασιλικής δολοφονίας, του αρχιδουκός της Αυστρίας εν Βοσνία, εξερράγη ο Παγκόσμιος Πόλεμος, έχει το δικαίωμα πας τις να εξαγάγη το συμπέρασμα ότι ο αείμνηστος βασιλεύς έπεσε θύμα των εν τη Βαλκανική βλέψεων της Γερμανίας.»
Αντίστοιχες θέσεις διατύπωσαν ο στρατηγός Λ. Παρασκευόπουλος, ο εκδότης και πολιτικός Γ. Φιλάρετος κ.α. Πολύ ενδιαφέροντα και με λογικό ειρμό όλα αυτά, οι κεντρικές αυτοκρατορίες (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) όντως ωφελούνταν από την αντικατάσταση του Γεωργίου από τον Κωνσταντίνο. Όμως εύκολα παρατηρεί κάποιος πως όλα τα αναφερόμενα αποτελούν λογικές θεωρίες ή –στην καλύτερη περίπτωση– προσωπικές μαρτυρίες ή μεταφορά προφορικών συνομιλιών· τις ενισχύουν όμως όλα αυτά τα «περίεργα» που συνέβησαν κατά την ανακριτική διαδικασία. Φυσικά, οι ενδείξεις συγκλίνουν προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά παραμένουν ενδείξεις.
Το γεγονός είναι πως βασιλιάς ήταν πλέον ο Κωνσταντίνος. Ο Γεώργιος δεν ήταν κανένας «λαίκός ηγέτης», ένα ενεργούμενο της Αγγλίας ήταν που βαρυνόταν με πολλές αμαρτίες, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη χρεοκοπία του 1893, στη συντριβή του 1897 και σε όσα ακολούθησαν. Έπεσε θύμα του ανταγωνισμού των «βουβαλιών» που έστηναν τα πιόνια στη σκακιέρα του Παγκόσμιου μακελειού που θα ξεσπούσε λίγους μήνες αργότερα. Οι σχέσεις του Βενιζέλου με τον νέο βασιλιά ήδη είχαν δοκιμαστεί και η Ελλάδα μετατράπηκε σε «πεδίο βολής» των μεγάλων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, έφτασε στο σημείο να έχει δύο κυβερνήσεις και δύο στρατούς που έχυσαν αδερφικό αίμα. Όπως συμβαίνει στην εποχή μας σε όλες τις χώρες που επεμβαίνει η «πολιτισμένη δύση». Θα είναι άραγε αυτό το μέλλον της Βενεζουέλας, του Ιράν, της Κούβας και όποιας άλλης χώρας μπει στο στόχαστρο;
· Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του συγγραφέα «Μεγάλη Ιδέα: 1844 -1922», εκδ. ΤΟΠΟΣ






























