Στο «παραπέντε» της εκπνοής της προθεσμίας συμπλήρωσης και υποβολής των Μηχανογραφικών ώστε να δρομολογηθεί η διαδικασία ανακοίνωσης των Βάσεων 2026, στο επίκεντρο της κριτικής του μαθηματικού και εκπαιδευτικού αναλυτή Στράτου Στρατηγάκη βρίσκονται τόσο το όριο των 2.750 μορίων για τις μετεγγραφές όσο και ο τρόπος εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ).
Σύμφωνα με τον ίδιο, το σημερινό σύστημα αναγκάζει τους υποψηφίους να λαμβάνουν αποφάσεις με ελλιπή πληροφόρηση, καθώς όταν συμπληρώνουν το μηχανογραφικό δεν γνωρίζουν ακόμη τις τελικές βάσεις των τμημάτων.
Το πρόβλημα με τα 2.750 μόρια στις μετεγγραφές
Κεντρικό σημείο της κριτικής του αποτελεί το όριο των 2.750 μορίων που ισχύει για τις μετεγγραφές. Με βάση το ισχύον πλαίσιο, για να μπορέσει ένας φοιτητής να υποβάλει αίτηση μετεγγραφής, η διαφορά ανάμεσα στα μόρια εισαγωγής του στο τμήμα όπου πέρασε και στη βάση του τμήματος στο οποίο επιθυμεί να μετακινηθεί δεν πρέπει να ξεπερνά τα 2.750 μόρια.
Ο Στράτος Στρατηγάκης επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο κριτήριο δημιουργεί το παράδοξο οι υποψήφιοι καλούνται να υπολογίσουν μια διαφορά χωρίς να γνωρίζουν το ένα από τα δύο βασικά στοιχεία της. Τη στιγμή που καταθέτουν το μηχανογραφικό τους, οι μαθητές δεν γνωρίζουν τις βάσεις εισαγωγής και αναγκάζονται να κάνουν εκτιμήσεις με βάση τις περσινές βάσεις. Όμως, όπως τονίζει, οι βάσεις μπορεί να μεταβληθούν σημαντικά, με αποτέλεσμα μια επιλογή που φαίνεται σωστή εκείνη τη δεδομένη στιγμή να αποδειχθεί διαφορετική μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Έτσι, ένας υποψήφιος μπορεί να υπολογίζει ότι έχει πιθανότητες μετεγγραφής, αλλά τελικά να βρεθεί εκτός του ορίου των 2.750 μορίων.
Το ράλι ανόδου στο 2ο και 3ο Πεδίο θα προκαλέσει δυσάρεστες καραμπόλες
Όπως προειδοποιεί ο κ. Στρατηγάκης «Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος φέτος που αναμένουμε πολύ μεγάλη άνοδο στις σχολές του 2ου Πεδίου και άνοδο στις σχολές του 3ου Πεδίου. Χρόνια τώρα οι υποψήφιοι και οι γονείς τους κάνουν το εξής λάθος: Βλέπουν τους βαθμούς τους, υπολογίζουν τα μόριά τους, τα συγκρίνουν με τις βάσεις και λένε ότι περνάω στην τάδε σχολή. Όλα αυτά τα χρόνια λέω ότι αυτή η σύγκριση είναι εντελώς λάθος διότι οι βάσεις είναι οι περσινές που προέκυψαν από τις περσινές εξετάσεις που δεν είχαν την ίδια δυσκολία των θεμάτων. Αυτό ακριβώς το λάθος κάνουν και φέτος οι υποψήφιοι με τη βάση των μετεγγραφών, τα 2.750 μόρια. Φοβάμαι ότι, δυστυχώς, κάποιοι υποψήφιοι θα δουν τον προγραμματισμό τους να ανατρέπεται με την ανακοίνωση των βάσεων.»
«Δεν μπορείς να πάρεις σωστή απόφαση χωρίς όλα τα δεδομένα»
Ο μαθηματικός – ερευνητής υπογραμμίζει ότι η διαδικασία του μηχανογραφικού απαιτεί σωστό σχεδιασμό, όμως αυτός γίνεται δύσκολος όταν λείπουν κρίσιμες πληροφορίες. Οι υποψήφιοι και οι οικογένειές τους προσπαθούν να προβλέψουν τις βάσεις, να εκτιμήσουν τις πιθανότητες εισαγωγής και παράλληλα να σχεδιάσουν πιθανές λύσεις μέσω μετεγγραφής, χωρίς να έχουν την πλήρη εικόνα.
Οι προβληματισμοί για την ΕΒΕ
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που θέτει ο Στράτος Στρατηγάκης αφορά την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Η ΕΒΕ θεσπίστηκε προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι φοιτητές που εισάγονται στα πανεπιστήμια διαθέτουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο επίδοσης, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών. Ωστόσο, ο ίδιος θεωρεί ότι η διαφορετική ΕΒΕ μεταξύ ομοειδών τμημάτων δημιουργεί στρεβλώσεις στο σύστημα.
Όπως εξηγεί, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις όπου ένας υποψήφιος δεν έχει τη δυνατότητα να δηλώσει ένα συγκεκριμένο τμήμα λόγω υψηλής ΕΒΕ, αλλά μπορεί να εισαχθεί σε αντίστοιχο τμήμα άλλης περιοχής με χαμηλότερη ΕΒΕ και στη συνέχεια να διεκδικήσει μετεγγραφή. Μάλιστα επεξηγεί την θέση του και με ένα παράδειγμα που αποκαλύπτει την «τρύπα» της ΕΒΕ. «Το Τμήμα Φυσικής Αθήνας έχει φέτος ΕΒΕ 15,71. Αυτό σημαίνει ότι ένας υποψήφιος για να μπορεί να φοιτήσει στο Τμήμα πρέπει να έχει μέσο όρο τουλάχιστον 15,71. Αν έχει μέσο όρο 13 δεν περνάει αυτό το όριο τότε δεν μπορεί να δηλώσει αυτό το Τμήμα στο Μηχανογραφικό του και δεν μπορεί να εισαχθεί. Τι κάνει; Αναγκαστικά δηλώνει τα άλλα Τμήματα Φυσικής στις υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδας.
Μεταξύ αυτών τα Ιωάννινα, που έχουν ΕΒΕ 10,47. Μπορεί να τα δηλώσει και περνάει αφού πέρυσι η βάση ήταν 9.365 μόρια και έχει μεγάλα περιθώρια για να αντιμετωπίσει ακόμη και άνοδο πάνω από 3.000 μόρια. Ναι αλλά αν ο μπαμπάς του είναι ένας απλός φοροφυγάς έχει τουλάχιστον 4 μόρια από τα οικονομικά κριτήρια. Μπορεί, λοιπόν, να ζητήσει μετεγγραφή για το Τμήμα Φυσικής Αθήνας και να πάρει μετεγγραφή, αφού πέρυσι ο τελευταίος που πήρε μετεγγραφή είχε 2 μόρια. Ο υποθετικός μας υποψήφιος ξεπερνά το σκόπελο της μετεγγραφής και βρίσκεται φοιτητής στο Τμήμα Φυσικής Αθήνας. Ένας άλλος υποψήφιος, που είχε επίσης μέσο όρο 13, αλλά δεν είχε τα μόρια για την μετεγγραφή δεν μπορεί να φοιτήσει στο Τμήμα Φυσικής Αθήνας. Ακόμη ένα βαρύ πλήγμα στη δικαιοσύνη του συστήματος εισαγωγής.»
Η αντιπρόταση Στρατηγάκη για εξορθολογισμό του συστήματος
Μάλιστα ο κ. Στρατηγάκης δίνει τις δικές του προτάσεις που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ώστε να εξαλειφθούν οι αδικίες του συστήματος που αποτελούν «αγκάθια» της διαδικασίας. Όπως σημειώνει «Η γρήγορη και εύκολη λύση του προβλήματος είναι να έχουν την ίδια ΕΒΕ όλα τα μεταξύ τους αντίστοιχα Τμήματα, ώστε να μην μπορούν να παραβιάζουν την ΕΒΕ και τη φιλοσοφία της μέσω των μετεγγραφών.
Η σωστή λύση είναι για να επιτευχθεί ο υποτιθέμενος στόχος της ΕΒΕ, να μην εισάγονται φοιτητές που έχουν γράψει 2 και 3 στις Πανελλήνιες αλλά και για να υπάρχουν οι ίδιοι κανόνες με τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, πράγμα απαραίτητο για μια χώρα που θέλει να λέγεται ευνομούμενη, είναι να υπάρχει ένα ελάχιστο όριο προκειμένου να υποβάλεις το Μηχανογραφικό σου για όλα τα Τμήματα των δημόσιων ΑΕΙ ή να φοιτήσεις σε ένα ιδιωτικό ΑΕΙ. Το όριο αυτό είχε προταθεί από την κυβέρνηση το 2021 όταν το νομοσχέδιο που καθιέρωνε την ΕΒΕ τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Ήταν το 0,65, μετά βέβαια άλλαξε. Αν λοιπόν ίσχυε το 0,65 του χαμηλότερου μέσου όρου από τα 4 επιστημονικά πεδία και για τα δημόσια και για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια θα είχαμε ένα σύστημα εισαγωγής πολύ πιο δίκαιο από αυτό που έχουμε τώρα. Φυσικά αυτό το μέτρο δεν είναι το μοναδικό που είναι απαραίτητο για να γίνει το σύστημα δίκαιο. Ούτε βέβαια με την υιοθέτησή του θα κάνει το σύστημα δίκαιο. Απλά θα το κάνει δικαιότερο. Δεν έχει το παραμικρό κόστος, αντίθετα θα μειώσει τη γραφειοκρατία» καταλήγει.































