Η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Εφαρμόζει μια πολιτική επικοινωνιακής εξαπάτησης, επιχειρώντας να καλύψει με εξαγγελίες και επικοινωνιακά τεχνάσματα την πλήρη αδυναμία της να διαχειριστεί ακόμη και τις βασικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Έναν ολόκληρο μήνα μετά την έναρξη ισχύος του Συμφώνου, η χώρα λειτουργούσε χωρίς το αναγκαίο διοικητικό πλαίσιο για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα. Η σχετική απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου δημοσιεύθηκε μόλις την 10 Ιουλίου 2026, (Απόφαση 126098/2026 - ΦΕΚ 4186/Β/9-7-2026 αφορά την Εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα) αφού είχε ήδη αποκαλυφθεί ότι στο διάστημα αυτό δεν είχε καταγραφεί ούτε ένα αίτημα ασύλου νεοαφιχθέντος πρόσφυγα ή μετανάστη. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της δήθεν «ετοιμότητας» που διαφήμιζαν επί μήνες οι κυβερνητικοί παράγοντες.
Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: διοικητικό χάος, παράλυση των διαδικασιών και ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα κέντρα πρώτης υποδοχής. Και αντί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει τις ευθύνες της και να αποκαταστήσει τις αστοχίες της, επιλέγει να παρουσιάσει ως «λύση» μια απόφαση που όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, αλλά το επιδεινώνει.
Συγκεκριμένα, πέραν όσων προβλέπει το ίδιο το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο, αποφασίζει (ο Διοικητής Ασύλου) να υπαγάγει στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα και τις εθνικότητες για τις οποίες ίσχυε η απόφαση περί ασφαλούς τρίτης χώρας για την Τουρκία.
Το ερώτημα είναι απλό: τι ακριβώς πιστεύει ότι θα πετύχει;
Επιστροφές στην Τουρκία;
Η ίδια η πραγματικότητα δίνει την απάντηση. Εδώ και επτά χρόνια η κυβέρνηση επικαλείται την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα. Πόσοι άνθρωποι έχουν επιστραφεί μέσω αυτής της διαδικασίας;
Κανένας.
Ούτε ένας.
Επομένως, η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι η επιλογή αυτή δεν οδηγεί σε επιστροφές. Γνωρίζει ότι η Τουρκία δεν δέχεται επανεισδοχές. Γνωρίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στα κέντρα πρώτης υποδοχής για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Γνωρίζει ότι οι δομές θα επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο.
Και παρ' όλα αυτά επιμένει.
Γιατί;
Διότι ο στόχος δεν είναι η αποτελεσματική διαχείριση του ασύλου. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση μιας «σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής», την ώρα που η ίδια η κυβερνητική πρακτική αποδεικνύει καθημερινά το ακριβώς αντίθετο.
Ίσως κάποιοι προσδοκούν ότι η πολύμηνη παραμονή στα κέντρα θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για την υποβολή αιτημάτων ασύλου. Ίσως θεωρούν ότι περισσότεροι άνθρωποι θα εξωθηθούν σε «οικειοθελή επιστροφή» με αντάλλαγμα τα 250 ευρώ που προβλέπει η σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση — μια ρύθμιση που καταδικάστηκε ομόφωνα από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας.
Αυτό που σίγουρα δεν φαίνεται να απασχολεί την κυβέρνηση είναι οι πραγματικές συνέπειες των επιλογών της: ο υπερκορεσμός των κέντρων πρώτης υποδοχής, η επιδείνωση των συνθηκών για πρόσφυγες και μετανάστες, η εξάντληση των εργαζομένων και η ολοένα μεγαλύτερη επιβάρυνση των τοπικών κοινωνιών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «αυστηρότητα» μια πολιτική που έχει ήδη αποτύχει στην πράξη. Επιλέγει την επικοινωνία αντί της ουσίας, τα συνθήματα αντί της αποτελεσματικότητας και τις εντυπώσεις αντί των λύσεων.
Όταν όμως η επικοινωνία αντικαθιστά τη διακυβέρνηση, το αποτέλεσμα δεν είναι η ασφάλεια ούτε η τάξη. Είναι το χάος, η αναποτελεσματικότητα και η απαξίωση της ίδιας της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας.
(Η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη είναι Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής ΕΛ.Α.Σ.)





















