Υπάρχουν ημερομηνίες που ανήκουν στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού, η 15η Ιουλίου 1974 είναι μία από αυτές. Το πραξικόπημα κατά του νόμιμου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ήταν η αρχή μιας αλυσίδας γεγονότων που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή και στην κατοχή του 37% της Κύπρου. Περισσότερα από πενήντα χρόνια αργότερα, η 15η Ιουλίου εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα. Οι απαντήσεις πρέπει να αναζητηθούν χρόνια πριν από εκείνο το πρωινό της Δευτέρας, όταν τα άρματα μάχης εμφανίστηκαν στους δρόμους της Λευκωσίας.
Η Κύπρος μετά την ανεξαρτησία: μια εύθραυστη ισορροπία
Η Κυπριακή Δημοκρατία γεννήθηκε το 1960 ύστερα από τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Η ανεξαρτησία και η πολιτειακή δομή της αποτέλεσαν συμβιβασμό ανάμεσα στις επιδιώξεις των ηγεσιών των δύο κοινοτήτων και κυρίως στα συμφέροντα των τριών εγγυητριών δυνάμεων: της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρατανίας.
Για ορισμένους Ελληνοκύπριους, όμως, η ανεξαρτησία δεν ήταν ο στόχος. Η δράση της ΕΟΚΑ (1955-1959) είχε γίνει με σύνθημα την «Ένωση» με την Ελλάδα. Στην απέναντι πλευρά, μεγάλο μέρος των Τουρκοκυπρίων ήλπιζε στη διατήρηση των συνταγματικών εγγυήσεων που κατοχύρωναν τα δικαιώματά τους. Το νέο κράτος ξεκίνησε τη λειτουργία του μέσα σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας που κορυφώθηκε με τις διακοινοτικές συγκρούσεις της περιόδου 1963 -1964.
Ως σημείο καμπής μπορούν να θεωρηθούν οι προτάσεις για τα «13 Σημεία» (1963). Ο Mακάριος πρότεινε τροποποιήσεις του Συντάγματος του 1960 με στόχο τη «βελτίωση της λειτουργικότητας του κράτους». Η ελληνοκυπριακή ηγεσία υποτίμησε τον βαθμό ανασφάλειας της τουρκοκυπριακής κοινότητας και επιχείρησε να μεταβάλει το πολιτειακό πλαίσιο χωρίς να εξασφαλίσει ευρύτερη αποδοχή. Οι Τουρκοκύπριοι τις θεώρησαν προσπάθεια περιορισμού των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους.
Η εξέλιξη αυτή ενθάρρυνε τη δράση παρακρατικών, παραστρατιωτικών οργανώσεων των Ελληνοκυπρίων. Κατά τις συγκρούσεις των Χριστουγέννων του 1963, που έμειναν στην ιστορία ως «Ματωμένα Χριστούγεννα», ελληνοκυπριακές ένοπλες ομάδες επιτέθηκαν σε τουρκοκυπριακές συνοικίες και χωριά. Καταγράφηκαν φόνοι αμάχων, βιασμοί, καταστροφές περιουσιών και εξαναγκασμοί σε μετακινήσεις πληθυσμών. Το πιο γνωστό περιστατικό είναι η δολοφονία Τουρκοκυπρίων αμάχων στην περιοχή της Ομορφίτας.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να επισημανθούν και ευθύνες της τουρκοκυπριακής ηγεσίας και της Τουρκίας, όπως η διατήρηση της παραστρατιωτικής οργάνωσης Türk Mukavemet Teşkilatı (TMT), η προώθηση της πολιτικής γεωγραφικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων και η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα κρατικά όργανα.
Ο Μακάριος και η ρήξη με την ελληνική Χούντα
Ο Μακάριος υπήρξε ίσως η πιο ισχυρή προσωπικότητα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Κατά τη δεκαετία του 1950 είχε ταυτιστεί με την ΕΟΚΑ. Ωστόσο, μετά την ανεξαρτησία, άρχισε να υιοθετεί μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση. Πίστευε ότι προτεραιότητα έπρεπε να είναι η επιβίωση και η διεθνής κατοχύρωση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η μετατόπιση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από όλους. Για τους υποστηρικτές της «Ένωσης», ο Μακάριος θεωρήθηκε άνθρωπος που εγκατέλειψε τον στόχο αυτόν.
Η επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα επηρέασε άμεσα το Κυπριακό. Οι συνταγματάρχες αντιμετώπιζαν τον Μακάριο με ολοένα και μεγαλύτερη δυσπιστία. Τον θεωρούσαν υπερβολικά ανεξάρτητο και δύσκολα ελεγχόμενο ώστε χωρίς αντιρρήσεις να υπηρετήσει τα σχέδια της Χούντας και των Η.Π.Α. Η σχέση επιδεινώθηκε μετά την κρίση της Κοφίνου το 1967.
Στις 15 Νοεμβρίου μονάδες της Εθνικής Φρουράς υπό τη διοίκηση του ακροδεξιού στρατηγού Γρίβα, του διαβήτου αρχηγού της ναζιστικής οργάνωσης «Χ» κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, εξαπέλυσαν στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των τουρκοκυπρίων στην Κοφίνου και στους Αγίους Θεοδώρους. Επίσημος στόχος ήταν η αποκατάσταση της ελεύθερης κυκλοφορίας και η εξουδετέρωση ένοπλων θέσεων που παρεμπόδιζαν τις περιπολίες της αστυνομίας. Η επιχείρηση κατέληξε σε σκληρές συγκρούσεις, με τον θάνατο τουλάχιστον 24 Τουρκοκυπρίων.
Η Τουρκία αντέδρασε άμεσα, κινητοποιώντας στρατιωτικές δυνάμεις και απειλώντας με εισβολή στην Κύπρο. Για αρκετές ημέρες υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ελληνοτουρκικού πολέμου. Η Τουρκία απαίτησε την αποχώρηση του Γρίβα από την Κύπρο, την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας, που είχε σταλεί στην Κύπρο το 1964 και τη μείωση της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί. Η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση, υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, αποδέχθηκε τα περισσότερα από τα αιτήματα. Περίπου 10.000–12.000 Έλληνες στρατιώτες αποχώρησαν από την Κύπρο και ο Γρίβας ανακλήθηκε στην Ελλάδα.
Η παρουσία και ο ρόλος του ΑΚΕΛ (Κ.Κ. Κύπρου)
Αξίζει να αναφερθούμε στον ρόλο που διαδραμάτισε το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (Α.Κ.Ε.Λ.) κατά την περίοδο 1960–1974. Βρέθηκε ανάμεσα στην υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αντιπαράθεσή του με τον εθνικισμό και στις πιέσεις του Ψυχρού Πολέμου. Αποτελεί σημαντικό στοιχείο το γεγονός πως στις τάξεις του ΑΚΕΛ συνυπήρχαν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι που συχνά έγιναν στόχοι δολοφονικών επιθέσεων από τους ακραίους εθνικιστές και των δύο πλευρών.
Το ΑΚΕΛ μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου αποδέχθηκε την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 και υποστήριξε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της. Θεωρούσε ότι η επιβίωση του νέου κράτους αποτελούσε προτεραιότητα, ενώ η «Ένωση» ή η «Διχοτόμηση» θα οδηγούσε σε σύγκρουση. Κατά την κρίση του 1963–1964, το ΑΚΕΛ στήριξε την κυβέρνηση του Προέδρου Μακάριου, καταδίκασε τις συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων και υποστήριξε την ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η επιρροή του όμως στις εξελίξεις ήταν περιορισμένη, καθώς στις συγκρούσεις πρωταγωνιστούσαν κρατικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις.
Μετά το 1967 άσκησε έντονη κριτική στην παρουσία του Γρίβα στην Κύπρο και, από το 1971, στην ίδρυση της EOKA B΄, θεωρώντας ότι οι ενέργειές της υπονόμευαν το κυπριακό κράτος και ενίσχυαν τον κίνδυνο τουρκικής επέμβασης. Από την άλλη, στηρίζοντας τον Μακάριο, δεν αντιτάχθηκε πάντοτε με την ίδια ένταση σε όλες τις κυβερνητικές επιλογές που συνέβαλαν στην όξυνση των σχέσεων με τους Τουρκοκυπρίους. Αναγνωρίζεται πάντως πως ήταν από τις δυνάμεις που αντιτάχθηκαν έγκαιρα στον εθνικισμό και προειδοποίησαν για τον κίνδυνο πραξικοπήματος και τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης.
Η γέννηση της ΕΟΚΑ Β΄ και η παρέμβαση της ελληνικής Χούντας
Το 1971 ο Γρίβας επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο και δημιούργησε την ΕΟΚΑ Β΄. Η νέα οργάνωση στράφηκε κατά της ίδιας της κυπριακής κυβέρνησης, των τουρκοκυπρίων και των ελληνοκύπριων αριστερών. Τα επόμενα χρόνια η Κύπρος βυθίστηκε σε έναν ιδιότυπο εμφύλιο χαμηλής έντασης με βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες, απαγωγές, ένοπλες συμπλοκές. Το κλίμα πόλωσης μεγάλωνε καθημερινά. Τον Νοέμβριο του 1973 η κατάσταση στην Ελλάδα άλλαξε ξανά. Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ο ταξίαρχος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και έγινε ο πραγματικός ισχυρός άνδρας της χούντας, με την πίστη ότι μπορούσε να επιβάλει τις εξελίξεις στην Κύπρο.
Στις 2 Ιουλίου 1974 ο Μακάριος έστειλε μια επιστολή στον Πρόεδρο της «Ελληνικής Δημοκρατίας», στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη. Ο Κύπριος Πρόεδρος κατηγορούσε ανοιχτά τη χούντα ότι παρενέβαινε στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υποστήριζε ότι Έλληνες αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς συνεργάζονταν με την ΕΟΚΑ Β΄ και υπονόμευαν τη νόμιμη κυβέρνηση, ζητούσε, μάλιστα, την άμεση αποχώρησή τους από το νησί. Η επιστολή αυτή θεωρείται σήμερα το τελευταίο πολιτικό επεισόδιο πριν από το πραξικόπημα. Στην Αθήνα εκλήφθηκε ως ευθεία αμφισβήτηση της εξουσίας του Ιωαννίδη.
15 Ιουλίου 1974 Το πρωινό που άλλαξε την ιστορία
Τη Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974, λίγο πριν από τις 8:15 το πρωί, ο Μακάριος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο. Είχε προγραμματισμένη συνάντηση με ομάδα μαθητών από την Αίγυπτο. Ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις. Άρματα μάχης της Εθνικής Φρουράς εμφανίστηκαν γύρω από το Προεδρικό. Τεθωρακισμένα άρχισαν να βάλλουν εναντίον του κτιρίου. Ταυτόχρονα, στρατιωτικές μονάδες καταλάμβαναν κομβικά σημεία της Λευκωσίας. Ο στόχος ήταν η εξόντωση του Μακαρίου και η ανατροπή της κυβέρνησής του.
Οι συγκρούσεις κράτησαν αρκετή ώρα. Το Προεδρικό Μέγαρο τυλίχθηκε στις φλόγες και λίγο αργότερα άρχισε να μεταδίδεται η πληροφορία ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Μέσα στον καπνό και τις εκρήξεις, ο Μακάριος κατάφερε να βγει από μια πίσω έξοδο του Προεδρικού. Μαζί του βρίσκονταν λίγοι άνδρες της προσωπικής του φρουράς. Ακολουθώντας αγροτικούς δρόμους και αποφεύγοντας τα σημεία όπου επιχειρούσαν οι πραξικοπηματίες, κατευθύνθηκαν προς την Πάφο.
Λίγες ώρες αργότερα, από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου, θα απηύθυνε το μήνυμα που έμελλε να γίνει ιστορικό. «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνωστή είναι η φωνή που ακούεις. Είμαι ο Μακάριος. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός.» Οι λίγες αυτές λέξεις διέψευσαν πανηγυρικά την προπαγάνδα των πραξικοπηματιών και έδωσαν θάρρος σε όσους παρέμεναν πιστοί στη νόμιμη κυβέρνηση.
Ενώ ο Μακάριος κατευθυνόταν προς την Πάφο, η κατάσταση στη Λευκωσία γινόταν ολοένα και πιο δραματική. Το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου καταλήφθηκε, η Αρχιεπισκοπή δέχθηκε επίθεση, αστυνομικά τμήματα, στρατόπεδα και κυβερνητικά κτίρια περνούσαν στα χέρια των πραξικοπηματιών. Οι πυροβολισμοί ακούγονταν σχεδόν σε κάθε συνοικία της πρωτεύουσας. Οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε.
Το μεσημέρι οι πραξικοπηματίες πίστευαν ότι είχαν πετύχει τον στόχο τους και οι πρώτες ανακοινώσεις έδιναν την εντύπωση ότι η νόμιμη κυβέρνηση του Μακαρίου είχε καταρρεύσει οριστικά. Όμως, το σημαντικότερο στοιχείο του σχεδίου είχε αποτύχει. Ο Μακάριος ήταν ζωντανός. Και αυτή η εξέλιξη επρόκειτο να αλλάξει όχι μόνο την πολιτική εικόνα της Κύπρου, αλλά και τη στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στα γεγονότα. Στην Αθήνα, η πληροφορία ότι ο Μακάριος είχε διαφύγει προκάλεσε έντονο προβληματισμό καθώς η ύπαρξη του νόμιμου Προέδρου δημιουργούσε πλέον σοβαρό διεθνές ζήτημα.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι πραξικοπηματίες ανακοίνωσαν ότι νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο Νίκος Σαμψών. Ο Σαμψών ήταν γνωστός ακροδεξιός δημοσιογράφος, ιδιοκτήτης εφημερίδας που υποστήριζε με φανατισμό τις θέσεις της ΕΟΚΑ Β΄. Οι πραξικοπηματίες πίστευαν ότι ένα γνωστό πρόσωπο θα έδινε στο νέο καθεστώς μια εικόνα νομιμοποίησης. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο. Ελάχιστα κράτη ήταν διατεθειμένα να αναγνωρίσουν τη νέα κυβέρνηση, καθώς ήταν πλέον σαφές ότι επρόκειτο για προϊόν στρατιωτικής επέμβασης.
Οι «εγγυήτριες δυνάμεις»
Στην Τουρκία η κυβέρνηση του Μπουλέντ Ετζεβίτ θεώρησε ότι το πραξικόπημα ανέτρεπε τη συνταγματική τάξη που είχε δημιουργηθεί το 1960 . Στην πραγματικότητα, τα σχέδια στρατιωτικής επέμβασης δεν καταρτίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Το τουρκικό Γενικό Επιτελείο διέθετε ήδη από τη δεκαετία του 1960 επιχειρησιακά σχέδια για πιθανή απόβαση στην Κύπρο. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποτέλεσε την πολιτική αφορμή που χρειαζόταν η Άγκυρα για να ενεργοποιήσει αυτά τα σχέδια.
Η Βρετανία βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ως εγγυήτρια δύναμη και με δύο κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο, διέθετε τη δυνατότητα να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον και ο υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν πραγματοποιήθηκαν επαφές με την τουρκική κυβέρνηση για το ενδεχόμενο κοινής βρετανοτουρκικής επέμβασης, όπως προέβλεπαν οι Συνθήκες Εγγυήσεως. Το Λονδίνο, όμως, δεν προχώρησε σε στρατιωτική εμπλοκή, ουσιαστικά περιορίστηκε σε φραστικές παρεμβάσεις αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην Τουρκία
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ως βασική τους προτεραιότητα να αποφευχθεί πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ: της Ελλάδας και της Τουρκίας, χωρίς να αποτρέπουν τις κινήσεις της Τουρκίας που εξυπηρετούσαν τα σχέδιά τους. Ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ έχει δεχθεί έντονη κριτική ότι δεν άσκησε την απαραίτητη πίεση ώστε να αποτραπεί η τουρκική εισβολή. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα (φυσικά επιλεκτικά) δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον επιχείρησε διπλωματικές παρεμβάσεις, χωρίς όμως να μπορέσει να ανατρέψει την κατάσταση. Τυπικά υπάρχει αμφιβολία για το αν οι Η.Π.Α. γνώριζαν εκ των προτέρων τις κινήσεις της Τουρκίας ή αν υποτίμησαν την αποφασιστικότητα της. Τυπικά...
Στην ελληνική πρωτεύουσα οι επιτελείς του Ιωαννίδη πίστευαν ότι η κατάσταση είχε τεθεί υπό έλεγχο. Δεν υπολόγισαν ότι ο Μακάριος είχε επιζήσει και ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη να αντιδράσει στρατιωτικά. Όσο περνούσαν οι ώρες, οι πληροφορίες που έφθαναν στην Αθήνα γίνονταν ολοένα και πιο ανησυχητικές. Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κινητοποιούνταν. Στόλος συγκεντρωνόταν απέναντι από τις ακτές της Κύπρου. Η αεροπορία βρισκόταν σε κατάσταση επιφυλακής. Παρ' όλα αυτά, η ελληνική χούντα συνέχισε να πιστεύει ότι επρόκειτο κυρίως για μέσο πολιτικής πίεσης. Επρόκειτο για κολοσσιαία, πολιτικά και στρατιωτικά, άστοχη εκτίμηση, σε βαθμό που τίθεται σε αμφισβήτηση αν επρόκειτο για «αστοχία».
Επίλογος
Στις 19 Ιουλίου ο Μακάριος εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Υποστήριξε ότι όσα συνέβησαν στην Κύπρο δεν ήταν εσωτερική υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα στρατιωτικής επέμβασης της χούντας των Αθηνών και ζήτησε από τη διεθνή κοινότητα να προστατεύσει την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παρέμβασή του προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση, εκείνη την ώρα, όμως, οι στρατιωτικές προετοιμασίες της Τουρκίας είχαν ολοκληρωθεί.
Τη νύχτα της 19ης προς 20ή Ιουλίου, οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις έπλεαν προς την Κύπρο. Λίγο πριν ξημερώσει η 20ή Ιουλίου η τουρκική επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Αττίλας», είχε ήδη ξεκινήσει. Για την Κύπρο άρχιζε η πιο σκοτεινή σελίδα της σύγχρονης ιστορίας της. Για την Ελλάδα, ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση για την κατάρρευση της δικτατορίας. Για τον Ελληνισμό συνολικά, άνοιγε μια πληγή που παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα.
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας - Το τελευταίο του βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)


























