Η συμπλήρωση του Μηχανογραφικού αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα βήματα στο δρόμο προς τις Βάσεις 2026. Δεν αρκεί, όμως, η εκτίμηση των βάσεων ή η επιθυμία για μια συγκεκριμένη σχολή. Οι υποψήφιοι και οι οικογένειές τους πρέπει να γνωρίζουν όλες τις παραμέτρους που μπορούν να επηρεάσουν την τελική τους επιλογή, ιδιαίτερα όσον αφορά τις μετεγγραφές.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι μια σχολή δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από την πόλη στην οποία βρίσκεται ή από τη φετινή της βάση. Πριν δηλωθεί ένα τμήμα, χρειάζεται να εξεταστεί αν παρέχει δυνατότητα μετεγγραφής, αν υπάρχει αντίστοιχο τμήμα σε άλλη πόλη και αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται τονίζει ο μαθηματικός και εκπαιδευτικός αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης.
Όπως σημειώνει ο κ. Στρατηγάκης «οι μετεγγραφές αποτελούν μία ακόμη παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία καθώς τα ΑΕΙ απλώθηκαν σε πολλές πόλεις της περιφέρειας προκειμένου να πέσει χρήμα στην περιφέρεια από τις τσέπες των γονέων που θέλουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Η αναλογία των θέσεων ως προς τον πληθυσμό κάθε περιφέρειας δεν είναι η σωστή οπότε υπάρχει πρόβλημα εσωτερικής μετανάστευσης που προσπαθούν να «μπαλώσουν» με τις μετεγγραφές.
Μια άλλη αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον 20 χρόνια τώρα ακούω ότι οι οικονομικές δυσκολίες καθιστούν επιτακτική ανάγκη τη μετεγγραφή του παιδιού, τελικά, όμως, οι περισσότεροι γονείς τα καταφέρνουν και σπουδάζουν τα παιδιά τους. Φυσικά οι μετεγγραφές αφορούν στη μισή Ελλάδα, διότι η άλλη μισή Ελλάδα γνωρίζει ότι τα παιδιά της θα σπουδάσουν σε άλλη πόλη διότι δεν υπάρχουν σχολές στην πόλη τους ή δεν υπάρχουν οι σχολές που θέλουν να σπουδάσουν τα παιδιά.»
Σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη η επιλογή σχολής πρέπει να γίνεται με στρατηγική κατά τη συμπλήρωση του Μηχανογραφικού. Μια σωστή επιλογή πρέπει να λαμβάνει υπόψη: το αντικείμενο σπουδών,
τις επαγγελματικές προοπτικές, την πόλη φοίτησης, το κόστος διαβίωσης και τη δυνατότητα μετεγγραφής. Η λογική «δηλώνω μια σχολή μακριά και μετά σίγουρα θα πάρω μετεγγραφή» μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστες εκπλήξεις, καθώς η μετεγγραφή δεν είναι αυτόματη και εξαρτάται από συγκεκριμένους κανόνες.
Προσοχή στις αντιστοιχίες των τμημάτων
Η πρώτη παγίδα αφορά τις αντιστοιχίες. Δεν μπορούν όλοι οι φοιτητές να ζητήσουν μετεγγραφή. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει αντίστοιχο τμήμα στο οποίο μπορεί να μετακινηθεί ο φοιτητής. Υπάρχουν τμήματα που δεν έχουν αντίστοιχο σε άλλο πανεπιστήμιο. Όποιος εισαχθεί σε αυτά πρέπει να γνωρίζει ότι, ακόμη και αν αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες ή άλλες ανάγκες, δεν θα έχει τη δυνατότητα κλασικής μετεγγραφής. Για τον λόγο αυτό, πριν από την οριστική συμπλήρωση του Μηχανογραφικού, οι υποψήφιοι πρέπει να ελέγχουν προσεκτικά τις αντιστοιχίες των τμημάτων που δηλώνουν. Η εφαρμογή του Μηχανογραφικού του Υπουργείου Παιδείας περιλαμβάνει τις διαθέσιμες πληροφορίες για τα τμήματα και τις διαδικασίες υποβολής.
Η βάση μετεγγραφής δεν είναι η ίδια με την ΕΒΕ
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί σύγχυση είναι η σχέση μεταξύ Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) και βάσης μετεγγραφής. Η ΕΒΕ καθορίζει αν ένας υποψήφιος μπορεί να δηλώσει μια σχολή στο Μηχανογραφικό. Η βάση μετεγγραφής αφορά το επόμενο στάδιο, δηλαδή αν ένας φοιτητής που έχει ήδη εισαχθεί σε ένα τμήμα μπορεί να διεκδικήσει μεταφορά σε αντίστοιχο τμήμα. Άρα, ένας υποψήφιος πρέπει να εξετάζει δύο διαφορετικά ζητήματα:
- αν μπορεί να εισαχθεί στη σχολή,
- αν, σε περίπτωση ανάγκης, μπορεί να μετακινηθεί μέσω μετεγγραφής.
Σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη «φέτος υπάρχουν 91 Τμήματα που δεν είναι αντίστοιχα με κανένα, συνεπώς όποιος εισαχθεί σε ένα από αυτά δεν μπορεί να μετακινηθεί. Αν κάποιος εισαχθεί σε Τμήμα που είναι αντίστοιχο με κάποιο άλλο μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, που είναι η δεύτερη προϋπόθεση, η βάση της μετεγγραφής. Ο φοιτητής που θέλει να κάνει αίτηση μετεγγραφής σε ένα αντίστοιχο τμήμα πρέπει να πιάνει τη βάση της μετεγγραφής, για να του επιτραπεί η υποβολή της αίτησης. Η βάση της μετεγγραφής ορίζεται ως εξής: Η διαφορά της βάσης του τμήματος προορισμού μείον τα μόρια με τα οποία εισήχθη στο τμήμα επιτυχίας πρέπει να είναι μικρότερη των 2.750 μορίων. Σκοπός της ρύθμισης είναι να υπάρχει ομοιογένεια των φοιτητών, εξασφαλίζοντας ότι έχουν όλοι περίπου το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο, ώστε να μην υπάρχουν φοιτητές δύο ταχυτήτων. Φυσικά το όριο των 2.750 μορίων είναι αυθαίρετο και η ένταξη του 45% των τμημάτων σε περισσότερα του ενός επιστημονικά πεδία καταστρέφει την οποιαδήποτε προσπάθεια ομοιογένειας. Δεν αποτελεί προϋπόθεση μετεγγραφής να περνάει το όριο της ΕΒΕ ο φοιτητής, αρκεί μόνο να περνάει τη βάση της μετεγγραφής.»
Οι δύο βασικές κατηγορίες μετεγγραφών
Οι μετεγγραφές χωρίζονται κυρίως σε δύο κατηγορίες.
Μετεγγραφή αδελφών φοιτητών
Η κατηγορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν λειτουργεί με τον ίδιο ανταγωνισμό θέσεων που υπάρχει στις οικονομικές και κοινωνικές μετεγγραφές. Στόχος της είναι να μην επιβαρύνεται μια οικογένεια με τη συντήρηση πολλών φοιτητικών κατοικιών σε διαφορετικές πόλεις. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά:
την κατάσταση φοίτησης του αδελφού,
την ύπαρξη ή μη κατοικίας στην πόλη σπουδών,
τα εισοδηματικά κριτήρια.
Μετεγγραφή με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια
Στην κατηγορία αυτή υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός θέσεων και οι υποψήφιοι κατατάσσονται με βάση μόρια. Τα μόρια προκύπτουν από:
οικονομικά δεδομένα της οικογένειας,
κοινωνικά χαρακτηριστικά,
ειδικές οικογενειακές συνθήκες. Δεν αρκεί δηλαδή κάποιος να έχει ανάγκη τη μετεγγραφή πρέπει να συγκεντρώνει αρκετά μόρια ώστε να βρίσκεται μέσα στις διαθέσιμες θέσεις.
«Στη μετεγγραφή αδελφών φοιτητών όποιος καταφέρει να ενταχθεί στην κατηγορία θα πάρει μετεγγραφή οπωσδήποτε, διότι δεν υπάρχει ποσοτικός περιορισμός. Αντίθετα στη μετεγγραφή με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός θέσεων (το 15% του αριθμού των εισακτέων σε κάθε τμήμα). Συνεπώς δεν θα πάρουν όλοι μετεγγραφή με αυτή την κατηγορία. Προκειμένου να δημιουργηθεί μία σειρά κατάταξης ώστε να πάρουν μετεγγραφή τόσοι ώστε να καλυφθούν οι θέσεις μετεγγραφής, είναι απαραίτητο να υπάρξει μοριοδότηση» εξηγεί ο κ. Στρατηγάκης.
Παράλληλα επεξηγεί ότι «Στις μετεγγραφές αδελφών φοιτητών δεν υπάρχει ποσοτικός περιορισμός, συνεπώς αν κάποιος μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτή την κατηγορία πρέπει να την προτιμήσει διότι θα πάρει σίγουρα τη μετεγγραφή. Οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της μετεγγραφής είναι να μην έχει υπερβεί ο αδελφός τον ανώτατο χρόνο σπουδών (ν+2 ή ν+3 έτη) και να μην έχει η οικογένεια δικό της σπίτι στην πόλη που πέρασε ο φοιτητής. Το κατά κεφαλήν εισόδημα να μην είναι μεγαλύτερο από 17.500 ευρώ (μέσος όρος τριετίας). Επιτρέπεται η ένταξη στην κατηγορία των φοιτητών που ο αδελφός τους είναι σπουδαστής σε στρατιωτική σχολή. Ο άλλος αδελφός μπορεί να πάρει μετεγγραφή εκμεταλλευόμενος τον αδελφό σπουδαστή στρατιωτικής σχολής, που, φυσικά, δεν μετακινείται.
Το παράδειγμα
«Οικογένεια μένει στην Αθήνα και το μεγαλύτερο παιδί της είναι φοιτητής στο 3ο έτος στα Ιωάννινα. Το δεύτερο παιδί πέρασε φέτος στην Πάτρα, όπου η οικογένεια δεν έχει σπίτι. Μπορεί να ζητήσει μετεγγραφή μόνο το παιδί που είναι στο 1ο έτος. Θα πάει στα Ιωάννινα. Αν δεν υπάρχει αντίστοιχη σχολή στα Ιωάννινα, τότε θα έρθει στην Αθήνα. Αν και εκεί δεν υπάρχει αντίστοιχη σχολή μπορούν να μετακινηθούν και οι δύο σε μία πόλη που υπάρχουν αντίστοιχα Τμήματα και για τους δύο, εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Με αυτή τη σειρά γίνονται οι μετεγγραφές. Αν το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι μέχρι 5.000 ευρώ παίρνουν μετεγγραφή και τα δύο παιδιά για Αθήνα. Πέρυσι πήραν μετεγγραφή 1.845 φοιτητές αδελφοί προπτυχιακών φοιτητών. Επιπλέον ρυθμίσεις υπάρχουν για τις πολύτεκνες και τρίτεκνες οικογένειες.» σημειώνει ο κ. Στρατηγάκης.
Μετεγγραφές με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια – Πώς γίνεται η μοριοδότηση και τι πρέπει να γνωρίζουν οι φοιτητές
Στις μετεγγραφές με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός διαθέσιμων θέσεων, ο οποίος αντιστοιχεί στο 15% των θέσεων των εισακτέων κάθε τμήματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να πάρουν μετεγγραφή όλοι όσοι πληρούν τις γενικές προϋποθέσεις. Απαιτείται κατάταξη των υποψηφίων, ώστε να επιλεγούν όσοι συγκεντρώνουν τα περισσότερα μόρια μέχρι να καλυφθούν οι διαθέσιμες θέσεις. Η σειρά κατάταξης διαμορφώνεται μέσω της μοριοδότησης, η οποία βασίζεται σε δύο βασικές κατηγορίες κριτηρίων:
Οικονομικά κριτήρια, που συνδέονται με το κατά κεφαλήν οικογενειακό εισόδημα.
Κοινωνικά κριτήρια, που αφορούν ειδικές οικογενειακές ή προσωπικές συνθήκες.
Τα μόρια από τις δύο κατηγορίες προστίθενται και διαμορφώνουν τη συνολική βαθμολογία μετεγγραφής του υποψηφίου. Σε περίπτωση ισοβαθμίας στην τελευταία διαθέσιμη θέση, προτεραιότητα έχει ο φοιτητής που συγκέντρωσε περισσότερα μόρια στις Πανελλήνιες.
Παράδειγμα μοριοδότησης
Ένας φοιτητής που είναι ορφανός από μητέρα, έχει πατέρα με αναπηρία και οικογενειακό κατά κεφαλήν εισόδημα 2.500 ευρώ μπορεί να συγκεντρώσει:
3 μόρια λόγω ορφάνιας,
2 μόρια λόγω αναπηρίας γονέα,
6 μόρια από το εισοδηματικό κριτήριο.
Συνολικά συγκεντρώνει 11 μόρια μετεγγραφής, με τα οποία συμμετέχει στη διαδικασία κατάταξης. Η μέχρι σήμερα εφαρμογή του συστήματος δείχνει ότι σε αρκετά τμήματα εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης παραμένουν διαθέσιμες θέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ένας φοιτητής που δεν καταφέρνει να πάρει μετεγγραφή στην πόλη που επιθυμεί, ενδέχεται να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει άλλη κοντινότερη πόλη, εφόσον υπάρχει διαθέσιμη θέση και το επιθυμεί.
Η διαδικασία της μετακίνησης
Εκτός από τη μετεγγραφή υπάρχει και η διαδικασία της μετακίνησης, η οποία αποτελεί μια διαφορετική δυνατότητα για φοιτητές που δεν κατάφεραν να μεταφερθούν μέσω της κανονικής διαδικασίας. Στόχος της μετακίνησης είναι να δοθεί η δυνατότητα σε έναν φοιτητή να σπουδάσει σε άλλη σχολή κοντά στον τόπο κατοικίας του, όταν η οικονομική επιβάρυνση της διαμονής σε διαφορετική πόλη είναι δυσβάσταχτη για την οικογένειά του.Οι προϋποθέσεις είναι αυστηρές:
- ο φοιτητής να μην έχει λάβει μετεγγραφή είτε επειδή δεν κάλυπτε το όριο των 2.750 μορίων είτε επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις,
- να μπορεί να εισαχθεί στη σχολή στην οποία ζητά μετακίνηση, δηλαδή να είχε τα απαιτούμενα μόρια αν την είχε δηλώσει σε υψηλότερη θέση στο Μηχανογραφικό,
- να υπάρχουν κενές θέσεις μετά την ολοκλήρωση των μετεγγραφών.
Η αίτηση για μετακίνηση υποβάλλεται ταυτόχρονα με την αίτηση μετεγγραφής. Ωστόσο, η χρήση του μέτρου παραμένει περιορισμένη. Ο μικρός αριθμός φοιτητών που αξιοποιούν τη δυνατότητα μετακίνησης δείχνει ότι πρόκειται για μια συμπληρωματική λύση και όχι για έναν ευρύ μηχανισμό αλλαγής σχολής.
Κλείνοντας ο κ. Στρατηγάκης τονίζει ότι «Οι κανόνες των μετεγγραφών βασίζονται στην ετήσια εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας. Η τελική εγκύκλιος κάθε χρονιάς είναι αυτή που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής, όμως οι βασικές αρχές του συστήματος συνήθως παραμένουν σταθερές.» Οι λεπτομέρειες που συχνά θεωρούνται «ψιλά γράμματα» μπορεί τελικά να καθορίσουν αν ένας φοιτητής θα μπορέσει να σπουδάσει στην πόλη που επιθυμεί ή αν θα χρειαστεί να παραμείνει στο αρχικό τμήμα εισαγωγής του.
































