Οι υποψήφιοι κινούνται στον αστερισμό της υποβολής του Μηχανογραφικού όμως για ακόμη μια χρονιά η ΕΒΕ παίζει το παιχνίδι της και δημιουργεί μια σειρά εμπόδια στο όνειρο πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ο «κόφτης» της ΕΒΕ φροντίζει κάθε χρόνο τουλάχιστον 10.000 υποψήφιοι να μένουν εκτός ΑΕΙ καθώς το σύστημα αυτομάτως τους εξαιρεί από τη διαδικασία, με αποτέλεσμα πολλές θέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια να παραμένουν κενές. Η ΕΒΕ δεν αποτελεί τη βάση εισαγωγής μιας σχολής, αλλά ένα προαπαιτούμενο φίλτρο που αποκλείει αυτόματα όσους δεν συγκεντρώνουν την απαιτούμενη βαθμολογία για να δηλώσουν ορισμένα τμήματα στο μηχανογραφικό τους.
Κάθε χρόνο χιλιάδες υποψήφιοι, οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τίθενται εκτός διαδικασίας εξαιτίας της ΕΒΕ. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 10.000 υποψήφιοι ετησίως δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν ουσιαστικά στη διεκδίκηση θέσεων στα ΑΕΙ, καθώς το σύστημα τους αποκλείει πριν από την τελική κατάταξη. Η λειτουργία της ΕΒΕ βασίζεται σε έναν μεταβαλλόμενο μηχανισμό. Το όριο δεν είναι ίδιο κάθε χρόνο, αλλά διαμορφώνεται ανάλογα με τον μέσο όρο των επιδόσεων των υποψηφίων σε κάθε Επιστημονικό Πεδίο και τον συντελεστή που επιλέγει κάθε πανεπιστημιακό τμήμα. Έτσι, η βελτίωση των επιδόσεων των υποψηφίων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του απαιτούμενου ορίου, δημιουργώντας ένα παράδοξο, όσο καλύτερες είναι συνολικά οι επιδόσεις, τόσο υψηλότερος γίνεται ο πήχης για ορισμένες σχολές. Έτσι, ένας μαθητής με υψηλή βαθμολογία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μην έχει καν το δικαίωμα να δηλώσει συγκεκριμένες σχολές στο μηχανογραφικό του. Η ΕΒΕ θεσπίστηκε με στόχο τη διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου ακαδημαϊκής προετοιμασίας των φοιτητών.Κατά την πενταετία 2021-2025 καταγράφηκαν συνολικά 57.959 κενές θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια. Οι κενές θέσεις ανά έτος ήταν:
2021: 14.281 θέσεις,
2022: 10.839 θέσεις,
2023: 10.745 θέσεις,
2024: 11.458 θέσεις,
2025: 10.636 θέσεις.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το φαινόμενο δεν αποτελεί μια προσωρινή διακύμανση, αλλά μια σταθερή τάση που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Εκτιμάται ότι περίπου ένας στους τρεις υποψηφίους των Γενικών Λυκείων δεν μπορεί να δηλώσει ορισμένα τμήματα ή μένει εκτός δημόσιων ΑΕΙ εξαιτίας του μέτρου. Στα ΕΠΑ.Λ. το ποσοστό αποκλεισμού είναι ακόμη υψηλότερο και σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά το 50%. Η ΕΒΕ δεν αποτελεί μια σταθερή βαθμολογική βάση. Διαμορφώνεται κάθε χρόνο ανάλογα με τις επιδόσεις των υποψηφίων και τον συντελεστή που επιλέγει κάθε πανεπιστημιακό τμήμα. Ο συντελεστής αυτός κυμαίνεται από 0,8 έως 1,2 και πολλαπλασιάζεται με τον μέσο όρο των επιδόσεων των υποψηφίων του αντίστοιχου Επιστημονικού Πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας μεταβαλλόμενος βαθμολογικός πήχης, ο οποίος μπορεί να αυξάνεται όταν βελτιώνονται οι συνολικές επιδόσεις των υποψηφίων. Ωστόσο, η συνύπαρξη χιλιάδων αποκλεισμών υποψηφίων με δεκάδες χιλιάδες κενές πανεπιστημιακές θέσεις δημιουργεί ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και τη στόχευση του μέτρου.
Η αντίφαση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) στο δρόμο προς τις Βάσεις 2026
Προς επίρρωση των ανωτέρω εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το σχόλιο του Αργύρη Μυστακίδη, Φυσικού, Εκπ/κού Φροντιστή και Εκπ/κού Αναλυτή που παραθέτει πώς στην πράξη η ΕΒΕ αποτελεί «αγκάθι» ακόμα και για υποψηφίους που έγραψαν 20 σε μάθημα κι όμως δεν έχει δικαίωμα λόγω ΕΒΕ να δηλώσει ορισμένες σχολές. Όπως επεξηγεί στο Dnews «Εκείνο που δεν είναι απολύτως σαφές στους περισσότερους είναι το ότι αποτελεί έναν μεταβλητό βαθμολογικό πήχη που πρέπει να υπερβεί κάθε υποψήφιος προκειμένου να έχει δικαίωμα να δηλώσει μια σχολή στο μηχανογραφικό του. Προσοχή! Μιλάμε για το δικαίωμα διεκδίκησης και όχι εισαγωγής! Υπολογίζεται από τον ΜΟ των επιδόσεων των υποψηφίων σε κάθε Επιστημονικό Πεδίο, πολλαπλασιαζόμενο επί έναν συντελεστή με τιμή από 0,8 έως 1,2 που τον επιλέγει κάθε σχολή ξεχωριστά.
Η πρόφαση εισαγωγής της υπήρξε ο αποκλεισμός από την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο φοιτητών με ανεπαρκή ακαδημαϊκά προσόντα. Κάτι βέβαια που θα ήταν άτοπο, ακόμη και ως πρόφαση, εάν είχαμε κατορθώσει να καταστήσουμε την αξιολόγηση στο Λύκειο το δυνατότερο αντικειμενική και ως εκ τούτου την κατοχή του απολυτηρίου του ικανή να πιστοποιεί μια κατ’ ελάχιστον επάρκεια γνώσεων. Αυτό βέβαια απαιτεί και ένα κατάλληλο και επίκαιρο πρόγραμμα σπουδών στο Λύκειο, που αποτελεί ζητούμενο εδώ και πολλές δεκαετίες, και μάλλον θα αποτελεί και για πολλές ακόμα. Τι γίνεται λοιπόν όταν οι επιδόσεις των υποψηφίων βελτιώνονται, όπως συνέβη φέτος στο 2ο και 3ο Επ. Πεδίο.»
«Η ΕΒΕ ψηλώνει με αποτέλεσμα να στερεί το δικαίωμα επιλογής σχολών που έχουν επιλέξει τον ανώτερο συντελεστή (ένας Θεός ξέρει γιατί και με βάσει ποιας λογικής επιλέγουν να έχουν άδεια αμφιθέατρα) ακόμη και από υποψήφιους που έχουν επιδόσεις ανώτερες από το 75% του Άριστα. Και βέβαια, επειδή επιδόσεις ανώτερες του 20 δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν, αλλά ο πήχης συνεχίζει να ανεβαίνει με την άνοδο του μέσου όρου των επιδόσεων, στην ακραία περίπτωση που ο μέσος όρος διαμορφώνονταν στο 17, κανένας υποψήφιος (ούτε αυτός που θα είχε επιτύχει το καθαρό 20) δε θα είχε δικαίωμα να δηλώσει στο μηχανογραφικό του σχολές που θα είχαν επιλέξει ως συντελεστή 1,2, αφού 17 x 1,2 = 20,4 !
Παράδειγμα:
Μαθηματικό Θεσσαλονίκης:
Κενές θέσεις το 2025: 49 από 119 (41%)
Συντελεστής ΕΒΕ 2026: 1,15
Ελάχιστος ΜΟ για τη διεκδίκησή του το 2026: 15,05
Γνωρίζει άραγε κάποιος από τους εισηγητές αλλά και τους θιασώτες του μέτρου, τι κόπος χρειάζεται να καταβληθεί από έναν υποψήφιο για να επιτύχει ΜΟ 15 στις Πανελλήνιες; Αναρωτιέται εύλογα βέβαια κάποιος τα τμήματα αυτά βλέποντας τα αμφιθέατρά τους μισοάδεια, γιατί θέτουν τόσο ψηλά την ΕΒΕ;»
Και συνεχίζει ο κ. Μυστακίδης «Εν ολίγοις η ΕΒΕ τιμωρεί τη βελτίωση των γενικών επιδόσεων των υποψηφίων κραυγαλέα. Και αυτό κάποιοι συνεχίζουν να το θεωρούν λογικό! Στα πέντε πρώτα χρόνια εφαρμογής της ΕΒΕ, πάνω από 162.000 υποψήφιοι αποκλείστηκαν από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πλήθος ισοδύναμο με τον πληθυσμό μιας μεγάλης πόλης, ενώ την ίδια περίοδο καταγράφηκαν περίπου 60.000 κενές θέσεις σε πανεπιστημιακά τμήματα.»
«Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν έχουμε την πολυτέλεια ως κοινωνία, που βιώνει ένα οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα, να στερούμε τη δυνατότητα εξέλιξης από το πλέον δυναμικό κομμάτι μας. Πλείστα όσα παραδείγματα έχουν αποδείξει ότι, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, φοιτητές που ξεκινούν με οριακή εισαγωγή σε κάποιο τμήμα μπορούν να εξελιχθούν σε πολύ καλούς φοιτητές και να έχουν εξαιρετικές σταδιοδρομίες στη συνέχεια. Άλλωστε, ας μην ξεχνούμε ότι τα Πανεπιστήμια έχουν όλες τις δυνατότητες να προασπίσουν την αξιοπιστία των τίτλων τους και να ενισχύσουν το γνωστικό υπόβαθρο των φοιτητών τους.
Είναι μάλλον πολύ πιο κρίσιμο να εστιάσουμε στον σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό, ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι επιλογές των υποψηφίων θα είναι αντίστοιχες των ενδιαφερόντων τους οπότε και θα είναι πιθανότερο να τις ολοκληρώσουν με επιτυχία και να σταδιοδρομήσουν δυναμικά στο αντικείμενο σπουδών τους παρά να θέτουμε εμπόδια χωρίς λογική στη δυνατότητα εξέλιξής τους.
Όσοι από εμάς εμπλεκόμαστε, την τρέχουσα περίοδο, στη διαδικασία συμπλήρωσης των μηχανογραφικών διαπιστώνουμε πόσο θολός είναι, για τους περισσότερους υποψήφιους, ο ακαδημαϊκός χάρτης, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται σε πολύ περιορισμένα και σε πολλές περιπτώσεις υπερκορεσμένα αντικείμενα σπουδών. Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του απολυτηρίου του Λυκείου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αξιοποίησή του ως πιστοποιητικού εκπλήρωσης της ελάχιστης προϋπόθεσης εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αλλά μέχρι τότε η εκλογίκευση του μέτρου της ΕΒΕ είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία.»
Ο κίνδυνος εκτροχιασμού της ΕΒΕ είναι ορατός
«Η ΕΒΕ παρουσιάστηκε ως μηχανισμός διασφάλισης ποιότητας. Στην πράξη όμως λειτουργεί σαν ένας μετακινούμενος πήχης, που μπορεί να συνεχίσει να ανεβαίνει ακόμη και πάνω από το Άριστα. Όταν ένα σύστημα μπορεί να αποκλείσει ακόμη και τον άριστο μαθητή από το δικαίωμα διεκδίκησης μιας σχολής, δεν χρειάζεται μικρές διορθώσεις. Χρειάζεται επανασχεδιασμό. Επανασχεδιασμό ζητά κατεπειγόντως και όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπως επίσης απλότητα, σαφήνεια και το χαμένο του δυναμισμό, που θα το συνδέσει με το πνεύμα της εποχής που ζούμε, όπου οι ρυθμοί είναι καταιγιστικοί και γι’ αυτό δε συγχωρούν την κατασπατάληση πόρων για τα αυτονόητα» καταλήγει στο Dnews ο κ. Μυστακίδης.

































