Οι πρώτες εκτιμήσεις των φιλολόγων για τα φετινά θέματα των Πανελληνίων 2026 στα Αρχαία δεν είναι ενθαρρυντικές καθώς όπως τονίζεται το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους υποψηφίους αποδείχθηκε το Άγνωστο, το οποίο ανέβασε σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας της εξέτασης και αναμένεται να επηρεάσει αισθητά τις τελικές επιδόσεις.
Σε γενικές γραμμές οι υποψήφιοι κατάφεραν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στα θέματα του Γνωστού και στις ερωτήσεις θεωρίας. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιήθηκε σημαντικά στο Άγνωστο, όπου η απαιτητική μετάφραση , οι γλωσσικές παρατηρήσεις και η ανάγκη βαθύτερης κατανόησης του κειμένου δημιούργησαν σημαντικές δυσκολίες ακόμη στους καλά προετοιμασμένους υποψηφίους.
Οι εκπαιδευτικοί εκτιμούν ότι η μέση βαθμολογία θα κινηθεί κοντά στο 14 με 15, γεγονός που αποτυπώνει μια εξέταση μεσαίας προς υψηλής δυσκολίας. Αν και αρκετοί μαθητές φαίνεται ότι θα ξεπεράσουν τη βάση χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, οι πολύ υψηλές βαθμολογίες αναμένεται να είναι περιορισμένες. Ιδιαίτερα δύσκολη θεωρείται η επίτευξη βαθμολογιών στην περιοχή του 18, 19 και του 20. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, τα άριστα γραπτά θα είναι ελάχιστα, καθώς το Άγνωστο λειτούργησε ως ισχυρό φίλτρο διάκρισης. Ακόμη και οι υποψήφιοι με πολύ καλή προετοιμασία φαίνεται ότι έχασαν πολύτιμες μονάδες σε σημεία που απαιτούσαν λεπτομερή γλωσσική επεξεργασία, ακρίβεια στη μετάφραση και υψηλό επίπεδο φιλολογικής κατάρτισης.
Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η μεγάλη μάζα των γραπτών εκτιμάται ότι θα κινηθεί στις βαθμολογίες από 12 έως 15, ενώ οι επιδόσεις πάνω από το 18 θα είναι σαφώς λιγότερες. Αυτό σημαίνει ότι η φετινή εξέταση στα Αρχαία Ελληνικά ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό στις υψηλόβαθμες σχολές του 1ου Επιστημονικού Πεδίου. Εύλογα λοιπόν προκύπτει προβληματισμός σχετικά με τη διαβάθμιση της εξέτασης. Σε μια ιδανική εκπαιδευτική αξιολόγηση, θα πρέπει να υπάρχει σαφής δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στη βάση, τον μέσο όρο και την αριστεία. Στη φετινή περίπτωση, όπως επισημαίνουν ορισμένοι εκπαιδευτικοί, η μεγαλύτερη δυσκολία φαίνεται να συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα σημεία, γεγονός που ενδεχομένως δυσχέραινε τη σταδιακή και ομαλή κλιμάκωση των επιδόσεων.
Οι εκτιμήσεις μένει να επιβεβαιωθούν με την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης, ωστόσο τα όσα καταγράφουν οι φιλόλογοι δίνουν μια πρώτη αίσθηση για το τι αναμένεται να δούμε τις επόμενες μέρες που θα εκκινήσει και η διαδικασία της βαθμολόγησης. Αυτό πάντως που τόνισαν στο Dnews είναι ότι η φετινή εξέταση είναι μια από τις «δυσκολότερες των τελευταίων ετών» γεγονός που θα αποτυπωθεί μετά βεβαιότητος και βαθμολογικά, μετατρέποντας το απόλυτο 20 σε έναν εξαιρετικά δύσκολο στόχο για τη συντριπτική πλειονότητα των εξεταζομένων. Παράλληλα τόνισαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο μιας τέτοιας εξέτασης παραμένει η ισορροπία ανάμεσα στη διακριτική αξιολόγηση των αρίστων και στη δίκαιη αποτύπωση της προσπάθειας του μέσου μαθητή. Με αυτά τα δεδομένα ήδη έχει διαμορφωθεί η εικόνα μιας απαιτητικής εξέτασης που προβληματίζει τόσο για το επίπεδο δυσκολίας όσο και για τη φιλοσοφία της διαβάθμισης των θεμάτων.
«Για τα φετινά δεδομένα της εξέτασης το 60 και το 70 στα 100 είναι οριακά σαν να έχει γράψει 20αρι ο μαθητής»
Ο φιλόλογος Ζαννής Κοντονάσιος από το ΦilHub Γλώσσα Τέχνη σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι το φετινό επίπεδο δυσκολίας ανεβάζει μια μέτρια επίδοση στο επίπεδο του άριστα. Όπως αναφέρει «Το γνωστό κείμενο ήταν βατό και το παράλληλο αρκετά έως πολύ απαιτητικό. Το υπο μετάφραση άγνωστο κομμάτι αρκετά απαιτητικό, διότι είναι μακροσκελές. Όποιος υποψήφιος κατάφερε να έχει «πιάσει» γύρω στο 40% και λίγο παραπάνω στο γνωστό αλλά και να εξασφαλίσει βαθμολογικά την βάση, επί της ουσίας δηλαδή να έχει συγκετρώσει βαθμολογικά ένα 60-70% φέτος, φέτος θα θεωρηθεί οριακά 100%.»
{https://www.instagram.com/p/DZHqMi5uo4X/}
«Το Άγνωστο ιδιαιτέρως απαιτητικό - Οι χαμηλές επιδόσεις είναι αναμενόμενες»
Όπως σημειώνει στο Dnews ο φιλόλογος Μιχάλης Μπικάκης (filologika.gr) «Το Γνωστό κινήθηκε σε εύκολα, έως πολύ εύκολα επίπεδα, ενώ το Άγνωστο θα δυσκολέψει τους μαθητές και θα είναι τελικά το στοιχείο που θα κρίνει την εξέταση.Οι ερωτήσεις κατανόησης με τη μορφή Σ/Λ και χωρίς αιτιολόγηση δεν παρουσίαζαν κάποια δυσκολία ενώ -εξίσου-αναμενόμενη ήταν και η εξέταση της εννοιολογικής σύνδεσης αντωνυμιών με όρους του κειμένου. Το περιεχόμενο της απάντησης στην ερμηνευτική ερώτηση μπορούσε να αντληθεί, σχεδόν αποκλειστικά, από τις πληροφορίες που περιείχε το δοθέν απόσπασμα, διευκολύνοντας σημαντικά τους υποψηφίους στην προσπάθειά τους. Οι μόνο αποκλίσεις που αναμένεται να υπάρξουν αφορούν τις προσωπικές ικανότητες αποτύπωσης της σκέψης των μαθητών μας, στοιχείο αμετάκλητα συνδεδεμένο με τις εκφραστικές τους δυνατότητες. Οι ερωτήσεις εισαγωγής και λεξιλογικής συγγένειας αρχαίας και νέας ελληνικής κινήθηκαν σε αναμενόμενα επίπεδα μορφής και δυσκολίας και θα προσφέρουν «εύκολες» μονάδες στους μαθητές. Το παράλληλο κείμενο, αν και προερχόταν από ομιλία στην Ακαδημία των Αθηνών, δεν εμπεριείχε απαιτητικό λεξιλόγιο και σύνθετες εκφράσεις ενώ το νόημα του ομιλητή ήταν εύληπτο και κατανοητό. Η συσχέτιση με το κείμενο αναφοράς δεν ήταν δύσκολη, ενώ σε αυτό συνέτεινε και η κατεύθυνση των μαθητών σε συγκεκριμένο χωρίο προς αντιπαράθεση-σύγκριση.»
Σύμφωνα με τον ίδιο η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική στο Άγνωστο. «Με το άγνωστο κείμενο οι μαθητές βρέθηκαν σε άλλη πίστα. Το κείμενο του Λυσία μπορεί συνολικά να είναι απλό και κατανοητό, αλλά το απόσπασμα που ζητήθηκε για μετάφραση απαιτεί υψηλές μεταφραστικές ικανότητες, καθώς οι μαθητές οφείλουν να μεταφράσουν μακροπερίοδο λόγο έκτασης …7 γραμμών στις οποίες ο Λυσίας δίνει μαθήματα ρητορικής και αποδεικνύει έμπρακτα γιατί θεωρείται ο καλύτερος λογογράφος της αρχαιότητας. Αν οι μαθητές δεν σπάσουν τον λόγο σε επιμέρους τμήματα -θεωρώ ότι- θα δυσκολευτούν πολύ για να αποδώσουν με επιτυχία το συγκεκριμένο απόσπασμα. Η απάντηση στην ερώτηση κατανόησης αφορά -σωστά- τμήμα κειμένου που δεν ζητείται στη μετάφραση αλλά, παρόλα αυτά, απαιτεί αναλυτική σύνταξη προκειμένου να απαντηθεί με επιτυχία. Πολύτιμη βοήθεια προσφέρει η πλειάδα πληροφοριών που δίδεται στο εισαγωγικό σημείωμα της ενότητας. Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι οι μαθητές θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη συγκεκριμένη άσκηση. Πολύ «όμορφη» η γραμματική άσκηση αντικατάστασης των κλιτών τύπων, η οποία κρύβει μια «παγίδα» στη μετοχή «γεωργῶν», η οποία μέσα στο άγχος της εξέτασης μπορεί να μισερμηνευθεί ως γενική πληθυντικού του ουσιαστικού ὁ γεωργός. Οι υπόλοιπες ασκήσεις γραμματικής περιλαμβάνουν sos τύπους χωρίς και πάλι να απουσιάζουν οι μικρές παγίδες, βλ. μέλλοντα ἀφανίζειν. Οι ζητούμενες λέξεις προς συντακτική αναγνώριση χωρίς να είναι ιδιαίτερα απαιτητικές καλύπτουν το σύνολο σχεδόν του κειμένου αλλά και της ύλης του συντακτικού. Ο υποθετικός λόγος (απλός και ανεξάρτητος) δεν παρουσιάζει κάποια δυσκολία, ενώ η ΚΕΕ, σε μια κίνηση γενναιοδωρίας προς τους μαθητές, τους τον δίνει στο …πιάτο για αναγνώριση.Γενικά τα θέματα ήταν εν μέρει βατά στο κομμάτι του Γνωστού αλλά θεωρώ ότι, κατά τη διόρθωσή τους, θα αποκαλυφθεί η πραγματική δυσκολία τους, γεγονός που θα ερμηνεύσει τις -ακόμη για μια χρονιά- χαμηλές επιδόσεις των μαθητών στο μάθημα.»
«Στο 14 με 15 θα κριθεί η μάχη των βαθμών»
Στην δυσκολία στο Άγνωστο στάθηκε και η Πέννυ Γρίβα Φιλόλογος – Συγγραφέας εκδ. Upbility. «Το αδίδακτο κείμενο του Λυσία προερχόταν από τον λόγο «Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία» και εντασσόταν στο πλαίσιο της αττικής δικανικής ρητορείας. Παρότι το περιεχόμενό του ήταν κατανοητό, η μετάφραση παρουσίαζε αυξημένες απαιτήσεις εξαιτίας της σύνθετης δομής των περιόδων, της παρουσίας υποθετικών συλλογισμών και της ιδιότυπης επιχειρηματολογίας του ρήτορα. Η ερώτηση κατανόησης απαιτούσε συνολική εποπτεία του αποσπάσματος και ικανότητα εντοπισμού των επιχειρημάτων με τα οποία ο κατηγορούμενος προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του. Οι γραμματικές και συντακτικές ασκήσεις κάλυπταν ευρύ φάσμα φαινομένων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Οι μετασχηματισμοί τύπων, η αναγνώριση συντακτικών λειτουργιών, η ανάλυση μετοχών και απαρεμφάτων, καθώς και η μετατροπή υποθετικού λόγου από το μη πραγματικό στο προσδοκώμενο, αποτέλεσαν ζητήματα που απαιτούσαν όχι μόνο απομνημόνευση κανόνων αλλά και ουσιαστική γλωσσική ευχέρεια. Ιδιαίτερα η τελευταία άσκηση λειτούργησε ως στοιχείο διαβάθμισης για τους μαθητές που διεκδικούν υψηλές βαθμολογίες.» σημειώνει.
«Στο διδαγμένο κείμενο, ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τη γένεση και τη φθορά των ηθικών αρετών και των τεχνών, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο του εθισμού και της επαναλαμβανόμενης πράξης στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της αριστοτελικής ηθικής θεωρίας και ήταν ιδιαίτερα οικείο στους καλά προετοιμασμένους μαθητές. Ωστόσο, η ερμηνευτική προσέγγιση που απαιτούσε το θέμα Β1 δεν μπορούσε να περιοριστεί στην απλή αναπαραγωγή των σχολικών σχολίων, αλλά προϋπέθετε ουσιαστική κατανόηση της αριστοτελικής επιχειρηματολογίας και αξιοποίηση ευρύτερων γνώσεων από τη διδασκαλία του έργου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το παράλληλο κείμενο του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου. Το ακαδημαϊκό ύφος, η πυκνότητα των νοημάτων και η θεωρητική προσέγγιση της δικαιοσύνης ως μορφής κοινωνικής αλληλεγγύης και κατανόησης του άλλου αύξησαν σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας της άσκησης. Οι υποψήφιοι κλήθηκαν να υπερβούν τη μηχανική σύγκριση δύο κειμένων και να αναδείξουν τη σχέση ανάμεσα στην αριστοτελική θεώρηση της ηθικής πράξης και στη σύγχρονη κοινωνική διάσταση της δικαιοσύνης. Η επιτυχής απάντηση απαιτούσε αφαιρετική σκέψη, συνθετική ικανότητα και ακρίβεια στη διατύπωση.»
Παράλληλα τονίζει ότι «συνολικά, τα θέματα χαρακτηρίζονται απαιτητικά αλλά παιδαγωγικά ορθά. Δεν περιείχαν ασαφείς διατυπώσεις ούτε εξεταστικές παγίδες, ωστόσο απαιτούσαν συστηματική και σε βάθος προετοιμασία. Η επιτυχής διαχείρισή τους προϋπέθετε συνδυασμό θεωρητικής γνώσης, ερμηνευτικής ικανότητας, γλωσσικής κατάρτισης και κριτικής σκέψης. Παρά ταύτα, η εξέταση κατάφερε να επιτελέσει τον βασικό της ρόλο, καθώς ανέδειξε τους υποψηφίους που διαθέτουν ουσιαστική γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και ικανότητα ερμηνείας σύνθετων κειμένων.Συνολικά, εκτιμάται ότι οι βαθμολογίες θα είναι γενικά χαμηλότερες, κινούμενες περίπου στο εύρος του 65%–75%, γεγονός που αποτυπώνει το αυξημένο επίπεδο δυσκολίας και τη μειωμένη πρόσβαση σε πολύ υψηλές επιδόσεις.»





























