Πριν ακόμη αρχίσει μια ποινική υπόθεση, πριν κληθεί κατηγορούμενος, πριν συνταχθεί δικογραφία, το πρώτο θεμελιώδες ερώτημα είναι: ποιο δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει;
Άρθρο 1ο – Τα ποινικά δικαστήρια
Η Πολιτεία ορίζει ρητά ποια όργανα ασκούν ποινική δικαιοδοσία:
⦁ Τα πλημμελειοδικεία
⦁ Τα δικαστήρια ανηλίκων
⦁ Τα μικτά ορκωτά δικαστήρια
⦁ Τα εφετεία
⦁ Και ο Άρειος Πάγος
Κάθε υπόθεση θα βρει τον φυσικό της δικαστή.
Άρθρο 2ο – Ποιοι δεν υπάγονται
Όμως το κράτος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν πρόσωπα που δεν υπάγονται στην ελληνική ποινική δικαιοδοσία:
⦁ Αρχηγούς ξένων κρατών
⦁ Διπλωματικοί αντιπρόσωποι
⦁ Το προσωπικό τους
⦁ Μέλη οικογένειας που κατοικούν μαζί τους
⦁ Πρόσωπα που απολαμβάνουν ετεροδικία βάσει διεθνών συμβάσεων
Η ποινική δικαιοδοσία σταματά εκεί όπου αρχίζει η διεθνής προστασία.
Άρθρο 3ο – Δικαστήρια πλημμελειοδικών
Κάθε Πρωτοδικείο είναι ταυτόχρονα και Πλημμελειοδικείο. Σε αυτό ανήκει:
⦁ Η εκδίκαση πλημμελημάτων
⦁ Η ανάκριση
⦁ Η λειτουργία του δικαστικού συμβουλίου
⦁ Η αποχή υπό όρους από τη δίωξη
⦁ Η έκδοση ποινικής διαταγής
Εδώ βλέπουμε ότι το πλημμελειοδικείο δεν είναι μόνο δικαστήριο ακροατηρίου. Είναι και όργανο της προδικασίας.
Άρθρο 4 – Το τριμελές πλημμελειοδικείο
Όταν η υπόθεση απαιτεί συλλογική κρίση, το τριμελές συγροτείται από:
⦁ Πρόεδρο Πρωτοδικών (ή αναπληρωτή)
⦁ Και δύο πρωτοδίκες
Η σύνθεση δεν είναι τυπικό στοιχείο. Είναι όρος νομιμότητας. Η εσφαλμένη σύνθεση αποτελεί λόγο ακυρότητας.
Άρθρο 5 – Το μονομελές πλημμελειοδικείο
Όταν η υπόθεση είναι ελαφρύτερη, δικάζει ένας πρωτοδίκης. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών μπορεί να δικάσει μόνος. Μπορούν να λειτουργούν περισσότερα μονομελή στο ίδιο δικαστήριο. Η δικαιοδοσία δεν αλλάζει, η σύνθεση αλλάζει.
Άρθρο 6 – Τα δικαστήρια ανηλίκων
Ο ανήλικος δεν δικάζεται από το κοινό ποινικό δικαστήριο. Υπάρχει:
⦁ Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων
⦁ Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων
⦁ Εφετείο Ανηλίκων
Η ειδική σύνθεση υποδηλώνει την ειδική μεταχείριση. Εδώ ο δικαστής ανηλίκων είναι θεσμικό πρόσωπο.
Άρθρο 7 – Τα κακουργήματα
Όταν η πράξη είναι κακούργημα, το σύστημα αλλάζει. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο συγκροτείται από:
⦁ Πρόεδρο Πρωτοδικών
⦁ Δύο Πρωτοδίκες
⦁ Τέσσερις ενόρκους
Ο λαϊκός παράγοντας συμμετέχει. Υπάρχει και Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Υπάρχουν επίσης:
⦁ Μονομελές Εφετείο
⦁ Τριμελές Εφετείο με διαβαθμίσεις
Να θυμάστε ότι:
⦁ Η ιεραρχία καθορίζει και τον τρόπο προσβολής της απόφασης
⦁ Ο εισαγγελέας εφετών έχει καθήκοντα εισαγγελέα στα ΜΟΔ και ΜΟΕ και μπορεί να αναθέτει καθήκοντα σε εισαγγελέα πρωτοδικών
⦁ Ο γραμματέας διαφοροποιείται ανάλογα με το επίπεδο (πρωτοδικείο ή εφετείο)
Άρθρο 9 – Το εφετείο
Το συμβούλιο εφετών και το τριμελές εφετείο συγκροτούνται από:
⦁ Πρόεδρο Εφετών (ή αναπληρωτή)
⦁ Και Δύο Εφέτες
Άρθρο 10 – Ο Άρειος Πάγος
Ο Άρειος Πάγος είναι ακυρωτικό δικαστήριο. Δικάζει:
⦁ Αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων (πενταμελής σύνθεση)
⦁ Αιτήσεις αναίρεσης κατά βουλευμάτων (τριμελής σύνθεση)
Ως συμβούλιο αποφασίζει για:
⦁ Επανάληψη διαδικασίας
⦁ Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης
Σε Ολομέλεια δικάζει σε εξαιρετικές περιπτώσεις:
⦁ Αναίρεση υπέρ νόμου
⦁ Ζητήματα εξαιρετικής σημασίας
⦁ Αντισυνταγματικότητα
⦁ Απόκλιση από προηγούμενη θέση
Άρθρο 11 – Ειδικά ποινικά τμήματα
Σε μεγάλα δικαστήρια (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς) συγκροτούνται ειδικά ποινικά τμήματα. Είναι οργανωτική ρύθμιση, αλλά επηρεάζει τη νόμιμη σύνθεση.
Άρθρο 12 0 Ο Εισαγγελέας στο ακροατήριο
Στις συνεδριάσεις των ποινικών δικαστηρίων παρίσταται υποχρεωτικά ο εισαγγελέας. Η απουσία του σημαίνει ακυρότητα. Σε μακράς διάρκειας δίκες μπορεί να οριστεί αναπληρωτής.
Άρθρο 13 – Ο Γραμματέας
Σε κάθε δημόσια συνεδρίαση παρίσταται δικαστικός γραμματέας. Συντάσσει τα πρακτικά. Φέρει ευθύνη μαζί με τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Αν απουσιάζει, αναπληρώνεται.
Άρθρο 14 – Λόγοι αποκλεισμού δικαστικών προσώπων
Δεν μπορούν να συμμετέχουν:
⦁ Συγγενείς μεταξύ τους έως τρίτου βαθμού
⦁ Όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα
⦁ Σύζυγος ή συγγενής του κατηγορούμενου
⦁ Πρώην συνήγορος στην ίδια υπόθεση
⦁ Μάρτυρας ή πραγματογνώμονας στην ίδια υπόθεση
⦁ Ο Ανακριτής
⦁ Ο Δικαστής που εξέδωσε παραπεμπτικό βούλευμα (στην κύρια δίκη)
⦁ Δικαστής που δίκασε την υπόθεση και ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση
Εδώ δεν απαιτείται αίτηση. Ο αποκλεισμός ισχύει αυτοδίκαια.
Άρθρο 15 – Λόγοι εξαίρεσης δικαστικών προσώπων
Ακόμη και αν δεν υπάρχει λόγος αποκλεισμού, κάθε δικαστικό πρόσωπο είναι εξαιρετέο αν δημιουργούνται υπόνοιες μεροληψίας.
Άρθρο 16 – Ποιοι και πότε ζητούν εξαίρεση
Δικαίωμα έχουν:
⦁ Ο εισαγγελέας
⦁ Ο κατηγορούμενος
⦁ Ο Παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας
Η αίτηση πρέπει να γίνει:
⦁ Πριν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο
⦁ Πριν από την έκδοση βουλεύματος στο συμβούλιο
⦁ Μέσα στις προθεσμίες που ορίζει ο νόμος
Άρθρο 37 – Αυτεπάγγελτη δίωξη
Όταν δεν απαιτείται έγκληση ή αίτηση η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως. Η κίνηση γίνεται ύστερα από:
⦁ Αναφορά
⦁ Μήνυση
⦁ Άλλη πληροφορία περί αξιόποινης πράξης.
Άρθρο 38 – Υποχρέωση ανακοίνωσης αξιόποινης πράξης
Οι ανακριτικοί υπάλληλοι:
⦁ Έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα
⦁ Κάθε αξιόποινη πράξη διωκόμενη αυτεπαγγέλτως
Ίδια υποχρέωση έχουν:
⦁ Δημόσιοι υπάλληλοι
⦁ Όσοι ασκούν προσωρινά δημόσια υπηρεσία
⦁ Αν πληροφορήθηκαν την πράξη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους
Η ανακοίνωση:
⦁ Γίνεται γραπτώς
⦁ Περιλαμβάνει στοιχεία για την πράξη, τους δράστες, τις αποδείξεις
Άρθρο 39 – Υποχρέωση δικαστή
Αν κατά τη διάρκεια δίκης ανακύψει γεγονός που μπορεί να αποτελεί αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα:
⦁ Ο δικαστής συντάσσει έκθεση
⦁ Τη διαβιβάζει στον αρμόδιο εισαγγελέα με τα σχετικά έγγραφα
Το ίδιο ισχύει και για μη αυτεπάγγελτο έγκλημα, εφόσον έχει υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση. Εφαρμογή και σε πειθαρχικές διαδικασίες.
Άρθρο 40 – Υποχρέωση ιδιωτών
Ιδιώτες οφείλουν, όπου ο νόμος το προβλέπει να αναγγείλουν αξιόποινη πράξη αυτεπαγγέλτως διωκόμενη.
Η αναγγελία γίνεται γραπτώς (αναφορά) ή προφορικώς (συντάσσεται έκθεση):
⦁ Στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή
⦁ Σε ανακριτικό υπάλληλο
Πρέπει να αναφέρονται:
⦁ Λεπτομέρειες πράξης
⦁ Δράστες
⦁ Αποδείξεις
Αν πολλοί πληροφορήθηκαν την πράξη τότε ο καθένας έχει αυτοτελή υποχρέωση αναγγελίας.
Άρθρο 41 – Αίτηση δίωξης
Όταν απαιτείται αίτηση αρχής:
⦁ Υποβάλλεται σε εισαγγελική αρχή
⦁ Γραπτώς ή προφορικώς
⦁ Και συντάσσεται έκθεση
Άρθρο 42 – Μήνυση
Οποιοσδήποτε μπορεί να καταγγείλει αυτεπαγγέλτως διωκόμενη πράξη. Υποβάλλεται:
⦁ Στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή
⦁ Σε ανακριτικό υπάλληλο
Από:
⦁ Τον ίδιο τον μηνυτή ή
⦁ Ειδικό πληρεξούσιο
Η πληρεξουσιότητα:
⦁ Με απλή έγγραφη δήλωση,
⦁ Με βεβαίωση γνησίου υπογραφής και μπορεί να γίνει προφορικά (έκθεση).
Αν γίνει σε ανακριτικό υπάλληλο διαβιβάζεται αμέσως στον εισαγγελέα. Δυνατή είναι και η ηλεκτρονική κατάθεση με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή.
Άρθρο 43 – Έναρξη ποινικής δίωξης
Ο εισαγγελέας κινεί ποινική δίωξη:
⦁ Με παραγγελία ανάκρισης ή
⦁ Με απευθείας κλήση στο ακροατήριο ή
⦁ Με αίτηση ποινικής διαταγής ή
⦁ Με διαβίβαση στον εισαγγελέα εφετών (όπου απαιτείται)
Απαιτείται προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση και επαρκείς ενδείξεις σε:
⦁ Κακουργήματα
⦁ Πλημμελήματα με ποινή >=3 μηνών
⦁ Υποθέσεις τριμελούς πλημμελειοδικείου
⦁ Υποθέσεις μονομελούς εφετείου
Σε ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 110 περ. δ):
⦁ Διαβίβαση στον εισαγγελέα εφετών
⦁ Με σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος
Η μήνυση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη εισαγγελέα αν:
⦁ Δεν στηρίζεται στον νόμο ή
⦁ Είναι προφανώς αβάσιμη ή
⦁ Ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης
Αν μετά από προκαταρκτική εξέταση δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να ασκηθεί ποινική δίωξη, τότε ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών:
⦁ δεν ασκεί ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο, εκδίδει αιτιολογημένη πράξη
⦁ διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε δίωξη, αν συμφωνεί ο εισαγγελέας εφετών η υπόθεση παραμένει στο αρχείο, αν δεν συμφωνεί μπορεί να παραγγείλει είτε συμπλήρωση προκαταρκτικής εξέτασης είτε άσκηση ποινικής δίωξης.
Οι ανώνυμες ή πλημμελείς μηνύσεις τίθενται στο αρχείο. Ανάσυρση από το αρχείο μόνο με νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία και κλήση για παροχή εξηγήσεων.
Άρθρο 44 – Αναβολή / αναστολή δίωξης
Σε πλημμέλημα:
⦁ αν η ποινή είναι μηδαμινή σε σχέση με άλλη αμετάκλητη ποινή που εκτίεται τότε ο εισαγγελέας (με έγκριση εισαγγελέα εφετών) μπορεί να αναβάλει τη δίωξη
⦁ αν έχει αρχίσει η δίωξη, η αναστολή διατάσσεται από δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο
Δυνατή η αναβολή και όταν υπάρχει παραπομπή για βαρύτερη πράξη, εκτός αν απαιτείται για διακρίβωση αλήθειας.
Δυνατή και η επανέναρξη δίωξης αν παύσει η εκτέλεση της ποινής και μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της άλλης υπόθεσης.
Άρθρο 51 – Έγκληση παθόντος
Υποβάλλεται κατά το άρθρο 42. Αν δεν στηρίζεται σε νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη τότε απορρίπτεται με αιτιολογημένη πράξη. Αν μετά από προκαταρκτική εξέταση δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τότε απορρίπτεται.
Άρθρο 52 – Προσφυγή εγκαλούντος
Όταν υποβάλλεται έγκληση και ο εισαγγελέας την απορρίπτει τότε:
⦁ Επιδίδεται η διάταξη του εισαγγελέα στον εγκαλούντα
⦁ Ο εγκαλών έχει 15 ημέρες
⦁ Καταθέτει προσφυγή και παράβολο 350 ευρώ στον εισαγγελέα εφετών
⦁ Ο εισαγγελέας εφετών είτε απορρίπτει είτε διατάσσει προκαταρκτική εξέταση ή ποινική δίωξη
⦁ Αν γίνει δεκτή η προσφυγή, τότε επιστρέφεται το παράβολο στον εγκαλούντα
Άρθρο 53 – Δίωξη μόνο με έγκληση
Όπου ο νόμος το ορίζει ρητά, η δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση, απαιτείται παράβολο 100 ευρώ που αν δεν κατατεθεί τότε η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Προβλέπονται εξαιρέσεις (γενετήσια εγκλήματα, ενδοοικογενειακή βία κ.λπ.). Αν ασκήθηκε δίωξη χωρίς έγκληση σε κατ’ έγκληση διωκόμενο έγκλημα τότε μπορεί να υποβληθεί στο ακροατήριο αλλά πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Άρθρο 54 – Παραίτηση από δικαίωμα έγκλησης
Η παραίτηση γίνεται:
⦁ Από τον δικαιούμενο ή ειδικό πληρεξούσιο
⦁ Σε συμβολαιογράφο, εισαγγελέα ή ανακριτικό υπάλληλο
Συντάσσεται έκθεση, δεν επιτρέπεται ανάκληση. Η παραίτηση υπό όρους δεν έχει έννομα αποτελέσματα.
Άρθρο 55 – Ανάκληση έγκλησης
Ο εγκαλών μπορεί να ανακαλέσει. Μπορεί να ανακαλέσει και στο ακροατήριο, μέχρι τη δημοσίευση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Μεταγενέστερη ανάκληση θεωρείται απαράδεκτη. Δεν απαιτείται προκαταβολή εξόδων. Τα έξοδα βαρύνουν τον ανακαλούντα.
Άρθρα 70 έως 71 – Ποιοι είναι οι διάδικοι
Η ποινική διαδικασία δεν εξελίσσεται αφηρημένα, έχει συγκεκριμένα υποκείμενα. Διάδικοι είναι (άρθρο 70):
⦁ Ο ύποπτος
⦁ Ο κατηγορούμενος
⦁ Εκείνος που παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας
Ο ύποπτος είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 244 παρ. 1 εδ. Α) ΚΠΔ, δηλαδή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται υπόνοιες στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης.
Οι διάδικοι:
⦁ Αποτελούν υποκείμενα της ποινικής δίκης
⦁ Συμμετέχουν στην εξέλιξή της
⦁ Είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Τόσο ο ύποπτος όσο και ο κατηγορούμενος τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή τους (άρθρο 71).
Άρθρα 72, 73, 75, 77 – Η απόκτηση και η διάρκεια της ιδιότητας του κατηγορούμενου
Η ιδιότητα του κατηγορούμενου αποκτάται (άρθρο 72):
⦁ Όταν ο εισαγγελέας ασκήσει ρητά ποινική δίωξη
⦁ Ή όταν σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται σε κάποιον η αξιόποινη πράξη
Κατά το άρθρο 73 η ιδιότητα του κατηγορουμένου:
⦁ Διατηρείται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα
⦁ Ή αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση
Η ταυτότητα του κατηγορουμένου ρυθμίζεται ειδικά.
Κατά το άρθρο 75 αν δεν μπορεί να βεβαιωθεί πλήρως η ταυτότητα (όνομα ή λοιπά χαρακτηριστικά), η ποινική δίωξη δεν εμποδίζεται, εφόσον είναι αποδεδειγμένο ότι πρόκειται για το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη.
Αν όμως υπάρχουν αμφιβολίες ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε είναι πράγματι το διωκόμενο (άρθρο 77) τότε:
⦁ Ο ανακριτής ή το δικαστήριο προχωρούν αυτεπαγγέλτως στη βεβαίωση της ταυτότητας
⦁ Μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάθε αποδεικτικό μέσο
⦁ Δύνανται να αναστείλουν προσωρινά τη διαδικασία για το πρόσωπο αυτό μέχρι να βεβαιωθεί η ταυτότητα
Άρθρα 82 έως 84 – Η δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας
Όποιος έχει δικαίωμα υποστήριξης της κατηγορίας (άρθρο 63), μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται στην ποινική διαδικασία (άρθρο 82 παρ. 1). Οι ανήλικοι ή ανίκανοι παρίστανται μέσω νόμιμων αντιπροσώπων (άρθρο 82 παρ. 2). Η δήλωση:
⦁ Δεν αναπληρώνει την έγκληση όταν αυτή απαιτείται (άρθρο 82 παρ. 3)
⦁ Και η έγκληση από μόνη της δεν εξομοιώνεται με δήλωση παράστασης.
Η ιδιότητα του διαδίκου αποκτάται αμέσως μετά τη νόμιμη δήλωση (άρθρο 82 παρ. 4). Η δήλωση (άρθρο 83):
⦁ Γίνεται είτε με την έγκληση είτε με ιδιαίτερο έγγραφο
⦁ Μέχρι την περάτωση της ανάκρισης
⦁ Απευθύνεται στον αρμόδιο εισαγγελέα
⦁ Μπορεί να γίνει και ενώπιον εκείνου που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή ανάκριση
⦁ Ακόμη και κατά την εξέταση του δικαιούχου ως μάρτυρα
Στο ακροατήριο η δήλωση από διορισμένο συνήγορο καταχωρίζεται στα πρακτικά. Το περιεχόμενο της δήλωσης (άρθρο 84) πρέπει να περιλαμβάνει:
⦁ Συνοπτική έκθεση της υπόθεσης
⦁ Τους λόγους που θεμελιώνουν την αστική αξίωση
Αν αυτά λείπουν η δήλωση είναι απαράδεκτη. Ο υποστηρίζων την κατηγορία μπορεί να διορίσει αντίκλητο, ενώ ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του θεωρείται αυτοδικαίως και αντίκλητος.
Άρθρα 89 έως 90 - Διορισμός και παραίτηση συνηγόρου
Κάθε διάδικος μπορεί να έχει:
⦁ Έως δύο συνηγόρους στην προδικασία
⦁ Έως τρεις στο ακροατήριο (άρθρο 89 παρ. 1)
Ο διορισμός γίνεται (άρθρο 89 παρ. 2):
⦁ Με προφορική δήλωση στα πρακτικά
⦁ Με έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 42
⦁ Με την άσκηση ενδίκου μέσου
Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά.
Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος μπορούν να παραιτηθούν από τον διορισμό συνηγόρου (άρθρο 90):
⦁ Μετά από σαφή και κατανοητή ενημέρωση
⦁ Η παραίτηση πρέπει να είναι ελεύθερη και χωρίς όρους
⦁ Μπορεί να ανακληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο
Η παραίτηση δεν επιτρέπεται όπου η παράσταση συνηγόρου είναι υποχρεωτική.
Άρθρο 91 – Δωρεάν νομική βοήθεια
Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα δωρεάν νομικής βοήθειας, που περιλαμβάνει:
⦁ Νομικές συμβουλές
⦁ Νομική αρωγή
⦁ Εκπροσώπηση ενώπιον δικαστηρίου
Άρθρα 92 έως 94 – Παράσταση στις ανακριτικές πράξεις
Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη (άρθρο 92 παρ. 1), εκτός από:
⦁ Την εξέταση μαρτύρων και κατηγορουμένων
⦁ Εκτός της ειδικής περίπτωσης του άρθρου 220 παρ. 2
Αν ο κατηγορούμενος κρατείται:
⦁ Προσάγεται, εκτός αν υπάρχουν δυσχέρειες
⦁ Οπότε εκπροσωπείται από τον συνήγορό του (άρθρο 92 παρ. 2)
Αν η παρουσία δεν είναι δυνατή (άρθρο 93) η πράξη μπορεί να αναβληθεί, εφόσον δεν βλάπτεται η ανάκριση.
Οι διάδικοι και οι συνήγοροί τους (άρθρο 94):
⦁ Μπορούν να υποβάλλουν ερωτήσεις και παρατηρήσεις
⦁ Οι οποίες καταχωρίζονται στην έκθεση κατόπιν αιτήσεώς τους
Άρθρο 95 – Δικαίωμα ενημέρωσης
Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ενημερώνεται αμέσως για:
⦁ Το δικαίωμα συνηγόρου
⦁ Το δικαίωμα δωρεάν νομικής βοήθειας
⦁ Το δικαίωμα ενημέρωσης για την κατηγορία
⦁ Το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης
⦁ Το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης
Η ενημέρωση:
⦁ Παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα
⦁ Λαμβάνει υπόψη ειδικές ανάγκες ευάλωτων προσώπων
⦁ Καταγράφεται σε έκθεση που υπογράφεται
Άρθρο 96 – Έγγραφο δικαιωμάτων σε περίπτωση στέρησης ελευθερίας
Σε σύλληψη ή κράτηση παρέχεται έγγραφο που περιλαμβάνει:
⦁ Δικαίωμα συνηγόρου
⦁ Δωρεάν νομική βοήθεια
⦁ Ενημέρωση για κατηγορία
⦁ Διερμηνεία
⦁ Σιωπή
⦁ Πρόσβαση στη δικογραφία
⦁ Ενημέρωση προξενικών αρχών
⦁ Ενημέρωση τρίτου προσώπου
⦁ Επείγουσα ιατρική περίθαλψη
⦁ Ανώτατη διάρκεια κράτησης
⦁ Δυνατότητα προσβολής της κράτησης
Το έγγραφο:
⦁ Συντάσσεται σε απλή γλώσσα
⦁ Παρέχεται σε γλώσσα που κατανοεί ο κρατούμενος
Άρθρα 97 έως 98 – Ενημέρωση και επικοινωνία σε περίπτωση κράτησης
Ο κατηγορούμενος:
⦁ Έχει δικαίωμα να ενημερωθεί ένα πρόσωπο της επιλογής του (άρθρο 97)
⦁ Αν είναι ανήλικος, ενημερώνεται ο ασκών γονική μέριμνα
⦁ Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει προσωρινή αναβολή ενημέρωσης
Αν είναι αλλοδαπός:
⦁ Ενημερώνονται οι προξενικές αρχές
⦁ Έχει δικαίωμα επικοινωνίας και επίσκεψης από αυτές
Κατά τη διάρκεια της κράτησης (άρθρο 98):
⦁ Έχει δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτο πρόσωπο
⦁ Υπό περιορισμούς σε εξαιρετικές περιπτώσεις
Άρθρα 137 έως 146 – Διαδικαστικές πράξεις – Αποφάσεις – Πρακτικά
Στην ποινική διαδικασία (άρθρο 137) οι κρίσεις των δικαιοδοτικών οργάνων λαμβάνουν τρεις βασικές μορφές:
⦁ Απόφαση, όταν πρόκειται για κρίση δικαστηρίου
⦁ Βούλευμα, όταν πρόκειται για απόφαση δικαστικού συμβουλίου
⦁ Διάταξη, όταν πρόκειται για πράξη δικαστή ή εισαγγελέα στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει
Ο εισαγγελέας εκδίδει διατάξεις:
⦁ Κατά την προδικασία
⦁ Ή κατά τη διάρκεια διακοπής της συνεδρίασης του δικαστηρίου (οπότε μπορεί να είναι αι προφορικές)
Άρθρο 138 – Διαδικασία έκδοσης
Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη στο ακροατήριο:
⦁ Λαμβάνει τον λόγο ο εισαγγελέας
⦁ Καθώς και οι παρόντες διάδικοι
Τα βουλεύματα και οι διατάξεις του ανακριτή:
⦁ Εκδίδονται ύστερα από έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα
⦁ Η οποία μπορεί να αναπτυχθεί και προφορικά
Η μη τήρηση των ανωτέρω συνεπάγεται ακυρότητα της πράξης.
Άρθρο 139 – Υποχρέωση αιτιολογίας
Όλες ανεξαιρέτως οι αποφάσεις, τα βουλεύματα και οι διατάξεις:
⦁ Πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα
⦁ Ανεξάρτητα αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες
Η καταδικαστική απόφαση και το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρουν και το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόζεται. Απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί.
Άρθρα 140 έως 143 Πρακτικά συνεδρίασης
Τα πρακτικά (άρθρο 140):
⦁ Συντάσσονται από τον γραμματέα
⦁ Υπό την ευθύνη του ίδιου και του διευθύνοντος τη συζήτηση δικαστή
Περιλαμβάνουν:
⦁ Τόπο, χρόνο, διακοπές
⦁ Σύνθεση δικαστηρίου
⦁ Στοιχεία ταυτότητας διαδίκων και συνηγόρων
⦁ Στοιχεία μαρτύρων, διερμηνέων, πραγματογνωμόνων
⦁ Όρκιση
Το περιεχόμενο (άρθρο 141) περιλαμβάνει συνοπτικά:
⦁ Καταθέσεις
⦁ Απολογίες
⦁ Αιτήσεις
⦁ Προτάσεις
⦁ Αποφάσεις
⦁ Κάθε αξιόλογο γεγονός
Οι διάδικοι μπορούν:
⦁ Να ζητούν καταχώριση δηλώσεων
⦁ Να παραδίδουν γραπτές δηλώσεις
Τα πρακτικά αποδεικνύουν όσα αναγράφονται σε αυτά μέχρι να προσβληθούν για πλαστότητα.
Τα πρακτικά (άρθρο 142):
⦁ Μονογράφονται αμέσως μετά τη συνεδρίαση
⦁ Καθαρογράφονται εντός 8 ημερών
⦁ Υπογράφονται από γραμματέα και δικαστή
⦁ Καταχωρίζεται η ημερομηνία σε ειδικό βιβλίο
Η επίδοση αποσπάσματος απόφασης μπορεί να αντικατασταθεί από έγγραφο της γραμματείας με βασικά στοιχεία της απόφασης.
Σε δίκες κακουργημάτων (άρθρο 143) η φωνοληπτική τήρηση πρακτικών είναι υποχρεωτική.
Η εγγραφή:
⦁ Συνιστά τα πρόχειρα πρακτικά
⦁ Απομαγνητοφωνείται
⦁ Υπογράφεται και εντάσσεται στη δικογραφία
Άρθρο 144 – Σύνταξη αποφάσεων και διατάξεων
Συντάσσονται γραπτώς εντός 8 ημερών από την καθαρογραφή των πρακτικών. Σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου από κρατούμενο, προηγούνται κατά απόλυτη προτεραιότητα.
Άρθρο 145 – Διόρθωση και συμπλήρωση απόφασης, ποινικής διαταγής, διάταξης και πρακτικών
Διορθώνονται ή συμπληρώνονται λάθη ή παραλείψεις που δεν επιφέρουν ουσιώδη μεταβολή. Ουσιώδης μεταβολή υπάρχει όταν:
⦁ Επιβάλλεται νέα ποινή
⦁ Εκφέρεται νέα δικαιοδοτική κρίση
Η διόρθωση:
⦁ Γίνεται με απόφαση ή διάταξη
⦁ Ύστερα από κλήτευση και ακρόαση διαδίκων
Άρθρο 146 – Ανασύσταση δικογραφίας
Αν αποφάσεις, πρακτικά ή άλλα έγγραφα:
⦁ Καταστραφούν
⦁ Χαθούν
⦁ Αλλοιωθούν, η ανασύσταση γίνεται σύμφωνα με ειδικό νόμο.
Άρθρα 148 έως 153 – Εκθέσεις
Η έκθεση είναι το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος για να βεβαιώσει:
⦁ Πράξεις που έγιναν
⦁ Δηλώσεις τρίτων
Συντάσσεται:
⦁ Στον τόπο και χρόνο της πράξης
⦁ Ή αμέσως μετά
Κατά τη σύνταξη:
⦁ Παρίσταται γραμματέας ή ανακριτικός υπάλληλος
⦁ Αλλιώς δύο μάρτυρες με συγκεκριμένα προσόντα
Η έκθεση:
⦁ Περιγράφει με ακρίβεια τις πράξεις
⦁ Αναφέρει αν οι δηλώσεις ήταν αυθόρμητες
⦁ Διαβάζεται και. Υπογράφεται
Αποδεικτική δύναμη ισχύει μέχρι ανταπόδειξης. Για πράξεις δημοσίου υπαλλήλου ισχύει μέχρι προσβολής για πλαστότητα.
Ακυρότητα επέρχεται αν λείπουν:
⦁ Χρονολογία
⦁ Ονόματα
⦁ Υπογραφές
Άρθρα 183 έως 193 – Πραγματογνώμονες
Όταν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης (άρθρο 183) ή τέχνης για διάγνωση και κρίση γεγονότος διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη.
Μπορεί να διαταχθεί:
⦁ Αυτεπαγγέλτως
⦁ Κατόπιν αιτήσεως διαδίκου
⦁ Ή εισαγγελέα
Διορίζονται κατά κανόνα δύο ή περισσότεροι πραγματογνώμονες (άρθρα 184-186) και σε επείγουσες περιπτώσεις ένας. Ο διορισμός:
⦁ Γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται ετησίως
⦁ Αν δεν υπάρχει σχετική ειδικότητα, επιλέγονται πρόσωπα εκτός πίνακα
Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις (άρθρο 187):
⦁ Μπορεί να ανατεθεί σε ειδικό να ενεργήσει προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη
⦁ Μετά ακολουθεί διορισμός τακτικού πραγματογνώμονα
Δεν διορίζονται πραγματογνώμονες (άρθρο 188):
⦁ Ανήλικοι
⦁ Υπό δικαστική συμπαράσταση πρόσωπα
⦁ Καταδικασμένοι για συγκεκριμένα εγκλήματα
⦁ Συγγενείς διαδίκων έως τρίτου βαθμού
Ο διοριζόμενος (άρθρο 189):
⦁ Υποχρεούται να αποδεχθεί
⦁ Αλλιώς τιμωρείται για απείθεια
⦁ Δικαιούται αμοιβή και έξοδα
Ο πραγματογνώμονας (άρθρο 190) ζητεί απαλλαγή αν συντρέχει λόγος κωλύματος. Το όργανο που τον διόρισε μπορεί να τον αντικαταστήσει με αιτιολογημένη πράξη.
Μπορεί να ζητηθεί εξαίρεση πραγματογνώμονα (άρθρα 191-193) από εισαγγελέα ή διαδίκους πριν αρχίσει το έργο τους.
Η απόφαση:
⦁ Εκδίδεται από το όργανο που τους διόρισε
⦁ Είναι αμετάκλητη
Αν γίνει δεκτή:
⦁ Διορίζεται άλλος
⦁ Οι πράξεις του εξαιρεθέντος είναι αυτοδικαίως άδικες
Άρθρα 209 έως 212 – Υποχρέωση μαρτυρίας – Ποιοι δεν εξετάζονται
Κατά το άρθρο 209, όποιος καλείται νόμιμα ως μάρτυρας οφείλει να καταθέσει, εκτός αν υπάρχει ρητή εξαίρεση στον κώδικα. Παράλληλα, ο ανακριτής ή το δικαστήριο μπορούν να μην εξετάσουν πρόσωπο που βρίσκεται σε τέτοια διανοητική κατάσταση ώστε να μην μπορεί να αποδώσει τα γεγονότα.
Το άρθρο 210 προβλέπει περιπτώσεις απόλυτης απαγόρευσης εξέτασης στο ακροατήριο, με ποινή ακυρότητας:
⦁ Πρόσωπα που άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση
⦁ Πρόσωπα που έχουν παραπεμφθεί για την ίδια πράξη
⦁ Πρόσωπα που έχουν αμετακλήτως κηρυχθεί ένοχα για την ίδια πράξη
Ιδιαίτερη ρύθμιση περιλαμβάνει το άρθρο 211: η κατάθεση συγκατηγορούμενου δεν αρκεί για καταδίκη αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο αποδεικτικό μέσο.
Το άρθρο 212 κατοχυρώνει το επαγγελματικό απόρρητο. Η εξέταση προσώπων που δεσμεύονται από απόρρητο (π.χ. άρθρο 371 ΠΚ) επιφέρει ακυρότητα, εκτός αν υπάρξει νόμιμη άρση στις ειδικές περιπτώσεις. Τα πρόσωπα αυτά οφείλουν να δηλώσουν ενόρκως ότι η κατάθεσή τους θα παραβίαζε απόρρητο.
Άρθρα 217 έως 222 – Ταυτότητα, όρκος και δικαίωμα άρνησης
Πριν καταθέσει, ο μάρτυρας δηλώνει πλήρη στοιχεία ταυτότητας, ΑΦΜ, στοιχεία επικοινωνίας και τυχόν συγγένεια με διάδικους (άρθρο 217). Παράλληλα ενημερώνεται για δυνατότητα επίδοσης εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα. Στο ακροατήριο δίνει τον όρκο του άρθρου 219 με ειδικές ρυθμίσεις για πρόσωπα με αναπηρία λόγου και για κληρικούς.
Στην προδικασία, οι μάρτυρες ορκίζονται πάντοτε (άρθρο 220), ενώ αν ο ανακριτής θεωρεί πιθανή τη μη εμφάνιση στο ακροατήριο, καλεί τους διαδίκους να παραστούν στην εξέταση.
Χωρίς όρκο εξετάζονται (άρθρο 221):
⦁ Ανήλικοι
⦁ Πρόσωπα με εξασθενημένη διάνοια
⦁ Πρόσωπα στερημένα πολιτικών δικαιωμάτων
⦁ Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας
⦁ Όσοι δικαιούνται αμοιβή για την καταμήνυση
Σύμφωνα με το άρθρο 222, ο σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος έως τρίτους βαθμού έχουν δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας. Αν όμως κατηγορείται ανήλικος, η μαρτυρία τους είναι υποχρεωτική.
Άρθρα 223 έως 226 – Τρόπος εξέτασης και αξιολόγηση
Η εξέταση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 239 και δεν επιτρέπονται ερωτήσεις για προσωπικές κρίσεις, εκτός αν συνδέονται αναπόσπαστα με τα γεγονότα (άρθρο 223). Απαγορεύονται παραπειστικές ερωτήσεις.
Ο μάρτυρας δεν υποχρεούται να καταθέσει περιστατικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αυτοενοχοποίησή του. Κατά το άρθρο 224, ο μάρτυρας οφείλει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν δεν κατονομάζει την πηγή, η κατάθεσή του δεν μπορεί να θεμελιώσει μόνη της καταδίκη.
Οι μάρτυρες εξετάζονται χωριστά, αλλά επιτρέπεται αντιπαράσταση (άρθρο 225). Σε περίπτωση αναγνώρισης, προηγείται περιγραφή. Κατά το άρθρο 226, ο μάρτυρας μπορεί να υπαγορεύει την κατάθεσή τους. Αν είναι κάτω των 18 ετών, καταγράφονται κατά λέξη και οι ερωτήσεις.
Άρθρα 239 έως 242 – Η προδικασία και η κύρια ανάκριση
Η κύρια ανάκριση έχει σκοπό (άρθρο 239):
⦁ Τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων
⦁ Τη διακρίβωση όχι μόνο της ενοχής αλλά και της αθωότητας
⦁ Τη διερεύνηση στοιχείων που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής
Δεν υπάρχει περιορισμός τόπου και χρόνου (άρθρο 240), αλλά αποφεύγεται ακατάλληλος τόπος ή χρόνος. Η ανάκριση είναι έγγραφη και μυστική (άρθρο 241) και για κάθε πράξη συντάσσεται έκθεση.
Το άρθρο 242 ορίζει την έννοια του αυτοφώρου και θέτει όριο: ποτέ δεν υπάρχει αυτόφωρο αν έχει περάσει ολόκληρη η επόμενη ημέρα από την τέλεση της πράξης. Εγκλήματα ανηλίκων δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.
Άρθρα 329 έως 334 – Κύρια διαδικασία και θεμελιώδεις αρχές
Η συζήτηση είναι δημόσια (άρθρο 329), με εξαιρέσεις για ανηλίκους και περιορισμό αριθμού ακροατών όταν απαιτείται. Κατά το άρθρο 330, μπορεί να διαταχθεί δίκη κεκλεισμένων των θυρών για προστασία χρηστών ηθών ή ιδιωτικού βίου, με αιτιολογημένη απόφαση. Η διαδικασία είναι προφορική (άρθρο 331). Η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως. Το άρθρο 332 επιβάλλει στους δικαστικούς λειτουργούς υποχρέωση αμερόληπτης, ευπρεπούς και ψύχραιμης συμπεριφοράς.
Ο διευθύνων της συζήτησης (άρθρα 333-334):
⦁ Ρυθμίζει τη σειρά
⦁ Δίνει το λόγο
⦁ Απορρίπτει άσκοπες ερωτήσεις
⦁ Ανακαλεί στην τάξη
⦁ Διασφαλίζει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μιλούν τελευταίοι
Άρθρα 339 έως 352 – Έναρξη και εξέλιξη της δίκης
Με την έναρξη της εκδίκασης (άρθρο 339):
⦁ Οι διάδικοι καταλαμβάνουν τις θέσεις τους
⦁ Η συζήτηση συνεχίζεται χωρίς διακοπή μέχρι την απόφαση, με επιτρεπόμενα διαλείμματα
Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως (άρθρο 340), αλλά μπορεί να εκπροσωπείται από συνήγορο με έγγραφη δήλωση. Σε κακουργήματα και σοβαρά πλημμελήματα ο διορισμός συνηγόρου είναι υποχρεωτικός. Ρυθμίζεται ειδικά και η ερήμην δίκη.
Το άρθρο 341 προβλέπει αίτηση ακύρωσης διαδικασίας για πλημμελήματα, αν ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε λόγω ανώτερης βίας να εμφανιστεί.
Στην αποδεικτική διαδικασία:
⦁ Οι μάρτυρες απομακρύνονται πριν εξεταστούν (άρθρο 350)
⦁ Ο διευθύνων καθορίζει τη σειρά (άρθρο 351)
⦁ Προβλέπεται διακοπή ή αναβολή λόγω απουσίας ουσιώδους μάρτυρα (άρθρο 352)
Άρθρα 364 έως 366 – Η εξέταση του κατηγορούμενου
Ο κατηγορούμενος μπορεί να συνεννοείται με τον συνήγορό του, όχι όμως για να απαντήσει σε συγκεκριμένη ερώτηση (άρθρο 364).
Στην απολογία (άρθρο 365):
⦁ Καλείται να απαντήσει στην κατηγορία
⦁ Δεν διακόπτεται
⦁ Επιτρέπονται ερωτήσεις μετά την ολοκλήρωση
⦁ Αν αρνηθεί να απολογηθεί, καταγράφεται
Αν υπάρχουν αντιφάσεις με προγενέστερη απολογία, μπορούν να αναγνωσθούν οι σχετικές περικοπές.
Μετά την απολογία (άρθρο 366):
⦁ Ο διευθύνων ρωτά αν απαιτούνται συμπληρωματικές ενέργειες
⦁ Και κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας
Άρθρο 367 – Το τελευταίο στάδιο πριν τη διάσκεψη
Μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρο 366), η δίκη εισέρχεται στο στάδιο των αγορεύσεων.
Ο διευθύνων τη συζήτηση:
⦁ Δίνει πρώτα τον λόγο στον εισαγγελέα
⦁ Έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος όμως δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής
⦁ Τέλος, δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο
Στη συνέχεια προβλέπεται δευτερολογία:
⦁ Δικαίωμα δευτερολογίας έχουν ο εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορός του
⦁ Η δευτερολογία περιορίζεται στην απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων
⦁ Δεν μπορεί να διαρκεί πάνω από μισή ώρα
⦁ Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μιλούν πάντοτε τελευταίοι
Άρθρο 368 – Πώς τελειώνει η ποινική δίκη
Η ποινική δίκη μπορεί να τελειώσει:
⦁ Με καταδίκη
⦁ Με αθώωση
⦁ Με οριστική παύση της ποινικής δίωξης (π.χ. παραίτηση από έγκληση, ανάκληση, αμνηστία, παραγραφή, θάνατος κατηγορούμενου)
⦁ Με κήρυξη απαραδέκτου της δίωξης (δεδικασμένο, εκκρεμοδικία, έλλειψη έγκλησης/άδειας)
Η δικαστική άφεση ποινής και η απαλλαγή λόγω έμπρακτης μετάνοιας λογίζονται ως αθώωση.
Άρθρο 369 – Διάσκεψη, κατάρτιση και δημοσίευση απόφασης
Η απόφαση δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση.
Στα πολυμελή δικαστήρια:
⦁ Η διάσκεψη είναι μυστική
⦁ Παρίσταται ο γραμματέας
⦁ Ψηφίζουν πρώτα οι κατώτεροι σε βαθμό και τελευταίος ο διευθύνων
⦁ Αν υπάρχουν περισσότερες από δύο γνώμες, οι δυσμενέστερες προσχωρούν στην αμέσως ηπιότερη μέχρι να σχηματιστεί πλειοψηφία
Η διαδικασία της κρίσης έχει σειρά:
⦁ Πρώτα ψηφοφορία για ενοχή ή αθωότητα και νομικό χαρακτηρισμό
⦁ Αν κηρυχθεί ένοχος, ακολουθεί συζήτηση για ποινή και μέτρα ασφαλείας
Το δικαστήριο αφαιρεί τον χρόνο προσωρινής κράτησης. Αν παραλείψει, μπορεί να το πράξει μεταγενέστερα.
Άρθρα 370 & 371 – Μειοψηφία και δημοσίευση στον Τύπο
Αν υπάρχει μειοψηφία στη διάσκεψη:
⦁ Καταχωρίζεται υποχρεωτικά
⦁ Αναφέρονται τα ονόματα των μειοψηφούντων
Αν ο νόμος προβλέπει δημοσίευση στον τύπο το δικαστήριο ορίζει αν θα δημοσιευθεί ολόκληρη ή μέρος της απόφασης και σε ποιες εφημερίδες.
Άρθρα 377 έως 380, 392 έως 394 – Ειδικοί κανόνες μικτών ορκωτών
Το μικτό ορκωτό:
⦁ Συγκροτείται μηνιαίως (εκτός καλοκαιριού, με εξαιρέσεις)
⦁ Η σύνοδος διαρκεί 24 ημέρες
⦁ Οι ένορκοι έχουν συγκεκριμένα ηλικιακά και μορφωτικά προσόντα
⦁ Υπάρχουν κωλύματα (π.χ. κληρικοί ισοβίως, δικαστικοί λειτουργοί κ.λπ.)
Πριν από κάθε υπόθεση:
⦁ Διαβάζεται ο κατάλογος ενόρκων
⦁ Κληρώνονται 4 ένορκοι από 10
Προβλέπονται:
⦁ Άδειες απουσίας ενόρκων
⦁ Αίτηση ακύρωσης από ένορκο που τιμωρήθηκε
Άρθρα 430, 431, 435 – Ακυρώσεις διαδικασίας λόγω ερημοδικίας
Σε πλημμελήματα (άρθρο 430) αν δεν ασκείται έφεση και ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, μπορεί να ζητήσει ακύρωση για πλημμελή επίδοση.
Σε κακουργήματα (άρθρο 435) αν δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος λόγω ανώτερης βίας:
⦁ Υποβάλλει αίτηση μέσα σε 15 ημέρες
⦁ Η αίτηση δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση
⦁ Αν γίνει δεκτή, ακυρώνεται η απόφαση και ορίζεται νέα δικάσιμος
Άρθρα 462, 464, 465, 486, 487, 489 – Ένδικα μέσα
Τα κύρια ένδικα μέσα είναι (άρθρο 462):
⦁ Έφεση
⦁ Αναίρεση
Δεν υπάρχουν άλλα γενικά ένδικα μέσα, εκτός αν προβλέπονται ειδικά από διάταξη. Ασκούνται μόνο από όποιον έχει ρητό δικαίωμα και έννομο συμφέρον.
Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει (άρθρο 464) μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Απαιτούνται δύο προϋποθέσεις:
⦁ Ρητή νομοθετική πρόβλεψη
⦁ Έννομο συμφέρον
Το έννομο συμφέρον σημαίνει ότι η απόφαση θίγει δυσμενώς τη νομική θέση του ασκούντος.
Ο εισαγγελέας (άρθρο 465):
⦁ Μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο ανεξάρτητα από τη γνώμη που διατύπωσε στη συζήτηση
⦁ Μπορεί να το ασκήσει είτε ο ίδιος είτε κατώτερος εκπρόσωπος
⦁ Ο ανώτερος εισαγγελέας μπορεί να το ασκήσει ακόμα και αν ο κατώτερος αποδέχτηκε την απόφαση
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Η αθωωτική απόφαση δεν προσβάλλεται ελεύθερα από όλους (άρθρο 486). Ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης μόνο σε δύο περιπτώσεις:
⦁ Αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας
⦁ Αν η αιτιολογία της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαίο, θίγει την υπόληψή του
Άρα ο κατηγορούμενος δεν έχει γενικό δικαίωμα έφεσης κατά αθωωτικής.
Ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης:
⦁ Σε πλημμελήματα: ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κατά αποφάσεων πλημμελειοδικείων, ο εισαγγελέας εφετών κατά αποφάσεων εφετείου και ΜΟΔ της περιφέρειάς του
⦁ Σε κακουργήματα: ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής μόνο αν η απόφαση δεν είναι ομόφωνη, ή υπήρξε μειοψηφία που έκρινε ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για κακούργημα
Όταν την έφεση την ασκεί ο εισαγγελέας (άρθρο 487):
⦁ Πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση
⦁ Αν δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία απορρίπτεται ως απαράδεκτη
Η αιτιολογία μπορεί να συμπληρωθεί μέσα σε 10 ημέρες από την καθαρογραφή της απόφασης.
Δικαίωμα έφεσης κατά καταδικαστικής απόφασης (άρθρο 489) έχουν:
⦁ Ο καταδικασθείς
⦁ Ο εισαγγελέας
Έφεση κατά απόφασης μονομελούς πλημμελειοδικείου επιτρέπεται αν επιβλήθηκε φυλάκιση > 5 ετών, χρηματική ποινή > 5.000 ευρώ, κοινωφελής εργασία > 240 ώρες και ποινή που συνεπάγεται έκτιση ανασταλείσας ποινής > 4 μήνες.
Έφεση κατά απόφασης τριμελούς πλημμελειοδικείου/εφετείου (πλημμελήματα) επιτρέπεται αν επιβλήθηκε φυλάκιση > 8 μήνες, χρηματική ποινή > 8.000 ευρώ, κοινωφελής εργασία > 480 ώρες και έκτιση ανασταλείσας ποινής > 6 μήνες.
Έφεση κατά απόφασης ΜΟΔ/εφετείου για κακούργημα επιτρέπεται όταν επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας >=3 έτη (για κακούργημα( και >= 2 έτη (για πλημμέλημα).
Η αναίρεση:
⦁ Ασκείται κατά αποφάσεων που προβλέπει ο νόμος
⦁ Δεν ελέγχει τα πραγματικά περιστατικά
⦁ Ελέγχει νομικά σφάλματα (παραβίαση νόμου, έλλειψη αιτιολογίας κ.λπ.)
⦁ Εκδικάζεται από τον Άρειο Πάγο.
Άρθρα 545 έως 549 – Εκτελεστότητα και αμετάκλητη απόφαση
Η καταδικαστική απόφαση εκτελείται όταν γίνει αμετάκλητη, εκτός κι αν ο νόμος ορίζει αλλιώς.
Αμετάκλητη είναι όταν:
⦁ Δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο
⦁ Δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα
⦁ Η απορρίφθηκε
Η αθωωτική απόφαση εκτελείται αμέσως μόλις απαγγελθεί. Για την εκτέλεση φροντίζει αυτεπαγγέλτως ο εισαγγελέας.
Άρθρα 577 έως 580 & 583, 584 – Έξοδα ποινικής διαδικασίας
Έξοδα σε βάρος καταδικασθέντος (άρθρο 577)
Έξοδα σε περίπτωση απόρριψης ένδικων μέσων (άρθρο 578)
Έξοδα σε περίπτωση ανάκλησης έγκλησης (άρθρο 579):
Έξοδα για ψευδή έγκληση ή μήνυση (άρθρο 580):
Τα έξοδα εκτελούνται όταν καταστεί εκτελεστή η απόφαση (άρθρα 583-584). Αν ασκηθεί ένδικο μέσο τότε αναστέλλεται και το σκέλος των εξόδων. Αν ο καταδικασθείς αθωωθεί τότε επιστρέφονται τα έξοδα.


































