Σήμερα προχωράμε στα τελευταία άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, με στόχο να συγκεντρώσουμε τα πιο κρίσιμα σημεία και να τα εμπεδώσουμε με τρόπο που βοηθά πραγματικά στη μελέτη.
Το Α’ μέρος της ανάλυσης βρίσκεται εδώ.
Πριν προχωρήσουμε, ας δούμε ποια είναι τα πολιτικά, ποινικά και διοικητικά δικαστήρια στην Ελλάδα:
Πολιτικά δικαστήρια:
Ποινικά δικαστήρια:
Στο ποινικό σύστημα, παράλληλα με τα δικαστήρια, λειτουργούν και οι Εισαγγελίες, οι οποίες αποτελούν τα αρμόδια όργανα για την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη γενικότερη εποπτεία της ποινικής διαδικασίας. Ο εισαγγελέας δεν είναι δικαστής που εκδίδει απόφαση, αλλά είναι δικαστικός λειτουργός που εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον και μεριμνά για την τήρηση της μονιμότητας.
Η βασική εισαγγελική αρχή είναι η Εισαγγελία Πρωτοδικών, η οποία έχει κεντρικό ρόλο στην έναρξη της ποινικής διαδικασίας. Εκεί υποβάλλονται συνήθως οι μηνύσεις και οι αναφορές, δίνονται παραγγελίες για προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση και γενικά ξεκινά η ποινική δίωξη. Η Εισαγγελία Πρωτοδικών λειτουργεί σε άμεση σύνδεση με το Πρωτοδικείο και τα Πλημμελειοδικεία.
Σε ανώτερο επίπεδο λειτουργεί η Εισαγγελία Εφετών, η οποία εποπτεύει και χειρίζεται σοβαρότερες ποινικές υποθέσεις και παρίσταται στα ποινικά δικαστήρια του Εφετείου.
Στην κορυφή της εισαγγελικής ιεραρχίας βρίσκεται η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία λειτουργεί σε ανώτατο επίπεδο και παρίσταται ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ο ρόλος της είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς αφορά αναιρέσεις και γενικότερη εποπτεία της ορθής εφαρμογής του νόμου, ώστε να υπάρχει ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας.
Παράλληλα, υπάρχει και η Εισαγγελία Ανηλίκων, η οποία έχει ειδική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις ανηλίκων. Ασχολείται με αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανήλικους και λειτουργεί σε συνεργασία με τα δικαστήρια ανηλίκων με έμφαση όχι μόνο στην τιμωρία αλλά και στην προστασία και σωφρονισμό του ανηλίκου.
Διοικητικά Δικαστήρια:
Άρθρα 22-26 (Διεύθυνση δικαστηρίων και εισαγγελιών)
Άρθρο 22 – Δικαστικό κατάστημα, λειτουργία και συνεδριάσεις των δικαστηρίων
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει που στεγάζονται τα δικαστήρια και πώς λειτουργούν πρακτικά οι συνεδριάσεις τους.
Ορίζει ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης καθορίζει τα δικαστικά καταστήματα και ότι αυτά πρέπει να έχουν κατάλληλες συνθήκες, ασφαλή πρόσβαση για όλους (και για ΑμεΑ), αίθουσες συνεδριάσεων και χώρους για δικαστές, υπαλλήλους, δικηγόρους και πολίτες.
Προβλέπει ότι αν υπάρξει ανωτέρα βία (π.χ. φυσική καταστροφή, σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας), μπορεί να αποφασιστεί αναστολή εργασιών δικαστηρίου ή εισαγγελίας για όσο χρειάζεται, με σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων ανώτατων αρχών και με σχετική δημοσιότητα (ανακοινώσεις/ιστοσελίδα/ΦΕΚ ανά περίπτωση).
Καθορίζει επίσης ποιος ορίζει τις αίθουσες συνεδριάσεων (Πρόεδρος Αρείου Πάγου για τον Άρειο Πάγο, διευθύνων δικαστής για τα άλλα δικαστήρια) και τι γίνεται αν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ορισμένη αίθουσα (ορίζεται άλλη, ακόμη και σε άλλο δικαστήριο αν χρειαστεί).
Ρυθμίζει τη βασική διάταξη της αίθουσας (έδρα, θέσεις δικηγόρων, διαδίκων, κατηγορουμένων, μαρτύρων κ.λπ.) και ότι όλοι απευθύνονται στο δικαστήριο όρθιοι. Προβλέπει επίσης ότι τα δικαστήρια συνεδριάζουν εργάσιμες ημέρες, αλλά μπορούν να συνεδριάσουν και σε αργία για επείγουσες ποινικές υποθέσεις ή ασφαλιστικά μέτρα.
Τέλος, ορίζει ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης καθορίζει το ωράριο των δικαστικών υπηρεσιών, την οργάνωση των δικαστικών μεγάρων, την τήβεννο των δικαστικών λειτουργών και ότι ο δικαστής που διευθύνει τη συνεδρίαση φροντίζει για την ευταξία και ευπρέπεια στο ακροατήριο.
Άρθρο 23 – Εποπτεία
Το άρθρο αυτό καθορίζει ποιοι ασκούν εποπτεία στη λειτουργία δικαστηρίων, των εισαγγελιών και των γραμματειών τους.
Η εποπτεία σημαίνει επίβλεψη και έκδοση γενικών οδηγιών για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών. Δεν επιτρέπεται όμως να δίνονται οδηγίες σε δικαστικό λειτουργό για το πώς θα χειριστεί συγκεκριμένη υπόθεση, γιατί αυτό θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα.
Εποπτεία ασκούν, μεταξύ άλλων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, οι Πρόεδροι των ανώτατων δικαστηρίων (ΣτΕ και Άρειος Πάγος), ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθώς και οι Πρόεδροι και Εισαγγελείς Εφετείων και Πρωτοδικείων στις αντίστοιχες περιφέρειές τους.
Τέλος, το άρθρο προβλέπει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει και αρμοδιότητα ενημέρωσης των εισαγγελιών για θέματα ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας, κυρίως σε σοβαρά εγκλήματα όπως οργανωμένο έγκλημα, ναρκωτικά, τρομοκρατία και οικονομικό έγκλημα.
Άρθρο 24 – Γραφείο νομολογίας, έρευνας και δικαστικής ιστορίας
Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι σε μεγάλα δικαστήρια (όπου υπηρετούν πάνω από 2 πρόεδροι ή τουλάχιστον 8 δικαστές) λειτουργεί γραφείο νομολογίας, έρευνας και δικαστικής ιστορίας.
Αρμοδιότητά του είναι να συγκεντρώνει και να οργανώνει τη νομολογία, να διαχειρίζεται τη βιβλιοθήκη του δικαστηρίου, να βοηθά στην επιμόρφωση δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και να καταγράφει την ιστορία του δικαστηρίου και των δικαστών του.
Το γραφείο διευθύνεται από δικαστή και στελεχώνεται από υπαλλήλους της γραμματείας, ενώ ο δικαστής που το διευθύνει μπορεί, αν χρειαστεί, να απαλλαγεί μερικώς από τα κύρια δικαστικά του καθήκοντα με απόφαση της Ολομέλειας.
Άρθρο 25 – Υπηρεσιακή σφραγίδα
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τη σφραγίδα των δικαστηρίων και τη χρήση της για την εγκυρότητα των εγγράφων.
Ορίζει ότι τα δικαστήρια και οι γραμματείες τους χρησιμοποιούν υπηρεσιακή σφραγίδα με συγκεκριμένη μορφή, η οποία φέρει το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας και την ονομασία του δικαστηρίου, καθώς και τις λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ».
Επίσης, προβλέπει ότι τα ηλεκτρονικά έγγραφα έχουν την ίδια νομική ισχύ με τα έντυπα, εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος των Δικαστηρίων.
Άρθρο 26 – Αλληλογραφία, αντίγραφα
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι δικαστικές αρχές επικοινωνούν μεταξύ τους και με άλλες αρχές ή πρόσωπα, καθώς και ποιοι έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση και αντίγραφα δικαστικών εγγράφων.
Οπότε, οι δικαστικές αρχές αλληλογραφούν απευθείας μεταξύ τους και με άλλες αρχές ή πρόσωπα, εκτός αν απαιτείται ειδική διαδικασία. Η επικοινωνία μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά (ΤΠΕ), σύμφωνα με τον ν.4727/2020 και με σχετικές αποφάσεις των αρμόδιων υπουργών.
Στις μη ποινικές διαδικασίες (πολιτικές και διοικητικές), οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση και αντίγραφα, ενώ τρίτοι μπορούν να λάβουν μόνο εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, κατά την κρίση του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και υπό τους όρους προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Άρθρο 27 – Άρειος Πάγος (ολομέλεια, τμήματα)
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει:
- Πώς δικάζει ο Άρειος Πάγος (τμήματα και ολομέλεια)
- Πότε συνεδριάζει σε τακτική ή πλήρη ολομέλεια
- Ποια θέματα πάνε στην πλήρη Ολομέλεια
- Πώς οργανώνονται τα τμήματα
- Πότε παρίσταται ο Εισαγγελέας και ποιος τον αναπληρώνει
Ο Άρειος Πάγος δικάζει είτε σε τμήματα είτε σε ολομέλεια. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρό του και τέσσερις αρεοπαγίτες, ενώ η πλήρης ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τουλάχιστον το ήμισυ των λοιπών μελών.
Όταν η Ολομέλεια δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις λειτουργεί ως τακτική Ολομέλεια, η οποία συγκροτείται από τον Πρόεδρο και κληρωθέντες αντιπροέδρους και αρεοπαγίτες και συνεδριάζει νόμιμα με παρουσία τουλάχιστον δεκαεπτά (17) μελών.
Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται ιδιαίτερα σημαντικές υποθέσεις, όπως οι αναιρέσεις υπέρ του νόμου, οι παραπομπές από τμήματα ή την τακτική Ολομέλεια, οι περιπτώσεις αντισυνταγματικότητας νόμου, καθώς και όταν πρόκειτια να εκδοθεί απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή τμήματος.
Προβλέπεται επίσης ότι τα πολιτικά και ποινικά τμήματα, η συγκρότησή τους και οι αρμοδιότητές τους καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, ενώ η σύνθεση των τμημάτων και η κατανομή των μελών γίνεται με απόφαση της Ολομέλειας που δημοσιεύεται σε ΦΕΚ. Ο Πρόεδρος μπορεί προσωρινά να συμπληρώσει τη σύνθεση τμήματος, αλλά η Ολομέλεια πρέπει να αποφασίσει εντός τριάντα ημερών.
Τέλος, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρίσταται υποχρεωτικά στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των ποινικών τμημάτων, ενώ στα πολιτικά τμήματα παρίσταται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Αν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από αντεισαγγελέα σύμφωνα με την αρχαιότητα.
Άρθρα 28-29 (Εισαγγελία)
Άρθρο 28 – Η εισαγγελία ως ανεξάρτητη δικαστική αρχή
Το άρθρο αυτό λέει ότι η εισαγγελία είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, δηλαδή δεν εξαρτάται από τα δικαστήρια ούτε από την εκτελεστική εξουσία.
Τονίζει ότι η εισαγγελία λειτουργεί ενιαία και αδιαίρετα και αποστολή της είναι η τήρηση της νομιμότητας, η προστασία του πολίτη και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης.
Η αρμοδιότητά της σε μια περιοχή είναι ίδια με την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο λειτουργεί.
Επίσης, υπάρχει ιεραρχία μεταξύ εισαγγελικών λειτουργών, με προϊστάμενο όλων τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Παρότι ο εισαγγελέας οφείλει να εκτελεί παραγγελίες, όταν εκφράζει γνώμη ενεργεί αδέσμευτα, με βάση τον νόμο και τη συνείδησή του.
Τέλος, ορίζει ποιοι μπορούν να δίνουν παραγγελίες και οδηγίες (Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εισαγγελέας Εφετών και Πρωτοδικών) και ότι αν λείπει εισαγγελέας, αναπληρώνεται με βάση την αρχαιότητα.
Άρθρο 29 – Αρμοδιότητες εισαγγελέα
Το άρθρο αυτό απαριθμεί τι κάνει ο εισαγγελέας στην πράξη.
Ο εισαγγελέας είναι αρμόδιος για την προκαταρκτική εξέταση, την άσκηση ποινικής δίωξης και τη διεύθυνση της προανάκρισης. Παράλληλα εποπτεύει και ελέγχει τις αστυνομικές αρχές για την πρόληψη και δίωξη εγκλημάτων.
Επίσης, υποβάλλει προτάσεις στα δικαστικά συμβούλια και στα δικαστήρια, ασκεί ένδικα μέσα και έχει ρόλο στην εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων.
Τέλος, έχει εποπτεία στις φυλακές και μπορεί να κάνει έκτακτους ελέγχους σε συμβολαιογράφους, ληξιάρχους, δικαστικούς επιμελητές και άλλα πρόσωπα όταν πληροφορείται παραβάσεις.
Άρθρα 30-31 (πολιτικά και ποινικά δικαστήρια)
Άρθρο 30 – Ανακριτές και δικαστές ανηλίκων
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει πώς ορίζονται οι ανακριτές στα πλημμελειοδικεία και πώς ορίζονται οι δικαστές/ανακριτές ανηλίκων, καθώς και τη διάρκεια της θητείας τους.
Ορίζει ότι οι ανακριτές επιλέγονται για τριετία (και οι ανακριτές ανηλίκων για 2 έτη) από προέδρους πρωτοδικών ή πρωτοδίκες, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, λαμβάνοντας υπόψη προσόντα όπως μεταπτυχιακό και γνώση ξένων γλωσσών. Προβλέπει επίσης ότι σε επείγουσες ή δύσκολες υποθέσεις μπορεί να οριστεί επίκουρος ανακριτής.
Ρυθμίζει τι γίνεται όταν δεν υπάρχει ανακριτής (προσωρινός ορισμός έως 6 μήνες) και επιτρέπει τη δημιουργία ειδικών ανακριτικών τμημάτων για διεθνή δικαστική συνδρομή σε μεγάλα Πρωτοδικεία.
Τέλος, καθορίζει ότι οι δικαστές ανηλίκων ορίζονται για 2 έτη, με κριτήρια επιμόρφωσης/ειδίκευσης, και ότι η θητεία μπορεί να συνεχιστεί μέχρι αντικατάστασης και να ανανεωθεί.
Άρθρο 30Α – Προανακριτές πρωτοδίκες
Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι στα πρωτοδικεία μπορούν να ορίζονται ειδικοί πρωτοδίκες ως προανακριτές για να στελεχώσουν τα προανακριτικά τμήματα που ασχολούνται με προκαταρκτικές εξετάσεις και προανάκριση.
Οι προανακριτές ορίζονται για τριετή θητεία, με κριτήρια εμπειρίας, σπουδών στο ποινικό δίκαιο και γνώση ξένης γλώσσας, και η θητεία μπορεί να ανανεωθεί για ένα ακόμη έτος.
Αν λείπει προανακριτής, προβλέπεται διαδικασία αναπλήρωσης μέχρι το επόμενο δικαστικό έτος. Ο αριθμός τους καθορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες, ενώ στα μεγάλα Πρωτοδικεία (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη) μπορούν να δημιουργούνται ειδικά τμήματα για διεθνή δικαστική συνδρομή και ευρωπαϊκές εντολές έρευνας.
Σημαντικό είναι ότι ο προανακριτής έχει ως βασική αρμοδιότητα, κατά προτεραιότητα, και τις κατ’ οίκον έρευνες, ενώ αν δεν επαρκούν οι προανακριτές, προβλέπεται ποιοι άλλοι λειτουργοί μπορούν να τις διενεργούν.
Άρθρο 31 – Εκδίκαση υποθέσεων κατά τα θερινά τμήματα από τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια
Το άρθρο αυτό καθορίζει ποιες υποθέσεις εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια.
Κατά τα θερινά τμήματα δικάζονται ποινικές υποθέσεις, καθώς και υποθέσεις που χαρακτηρίζονται κατεπείγουσες από τον δικαστή. Επίσης εκδικάζονται συγκεκριμένες πολιτικές υποθέσεις όπως ασφαλιστικά μέτρα, αναστολές εκτέλεσης, διαταγές πληρωμής, εργατικές διαφορές και απόδοση μισθίου.
Ειδικά τον Αύγουστο, τα δικαστήρια δικάζουν μόνο πολύ περιορισμένα θέματα όπως αυτόφωρα και επείγουσες ποινικές υποθέσεις, καθώς και ασφαλιστικά μέτρα ή αναστολές εκτέλεσης.
Η ολομέλεια του δικαστηρίου καταρτίζει τα θερινά τμήματα, ενώ αντίστοιχα ο εισαγγελέας καταρτίζει τα θερινά τμήματα της εισαγγελίας. Η αναπλήρωση του ανακριτή γίνεται με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου.
Τέλος, αν προκύψει ανάγκη, μπορούν να κληθούν επιπλέον δικαστές ή εισαγγελείς που δεν υπηρετούν στο θερινό τμήμα.
Άρθρα 32-34 (Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων)
Άρθρο 32 – Συγκρότηση και λειτουργία
Το άρθρο αυτό εξηγεί πώς συγκροτείται και πώς λειτουργεί η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Η Γενική Επιτροπεία είναι ένας ξεχωριστός κλάδος δικαστικών λειτουργών, με επικεφαλής τον Γενικό Επίτροπο, και έχει ως αποστολή να παρακολουθεί, να ελέγχει και να υποβοηθά τη λειτουργία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Ανήκουν σε αυτήν 1 Γενικός Επίτροπος, 1 Επίτροπος και 3 Αντεπίτροποι, με ιεραρχία προϊστάμενο τον Γενικό Επίτροπο. Ο Επίτροπος αναπληρώνει τον Γενικό Επίτροπο και ο αρχαιότερος Αντεπίτροπος αναπληρώνει τον Επίτροπο.
Ο Γενικός Επίτροπος μπορεί να αναθέτει ή να μοιράζει αρμοδιότητες στα άλλα μέλη, ενώ η ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας καταρτίζει κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, ο οποίος δημοσιεύεται σε ΦΕΚ.
Άρθρο 33 – Αρμοδιότητες Γενικού Επιτρόπου
Το άρθρο αυτό περιγράφει τις βασικές αρμοδιότητες του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Ο Γενικός Επίτροπος είναι ο επικεφαλής της Γενικής Επιτροπείας και έχει ρόλο εποπτείας και συντονισμού, παρακολουθεί τη λειτουργία όλων των διοικητικών δικαστηρίων, εντοπίζει προβλήματα και προτείνει ή λαμβάνει μέτρα για να λειτουργούν σωστά και γρήγορα.
Συλλέγει στατιστικά στοιχεία, συντάσσει κάθε χρόνο (τον Μάρτιο) έκθεση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, οργανώνει επιμορφώσεις, ενημερώνει τη διοίκηση για τη νομολογία και μπορεί να κάνει διοικητικές εξετάσεις για πιθανά πειθαρχικά παραπτώματα.
Επίσης έχει σημαντικές θεσμικές αρμοδιότητες, όπως να ασκεί αναίρεση ή έφεση υπέρ του νόμου στο ΣτΕ, να ζητά να εισαχθούν υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος στο ΣτΕ, να εποπτεύει τα κτίρια των διοικητικών δικαστηρίων και να εισηγείται μέτρα βελτίωσης της διοικητικής δικαιοσύνης.
Άρθρο 34 – Γραμματεία Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τη γραμματεία της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Προβλέπει ότι στη Γενική Επιτροπεία υπάρχει γραμματεία και προϊστάμενός της είναι ο Γενικός Επίτροπος. Τη λειτουργία της γραμματείας διευθύνει ο γραμματέας, ο οποίος δίνει οδηγίες στο προσωπικό, συντάσσει έγγραφα, εκδίδει αντίγραφα και πιστοποιητικά, τηρεί βιβλία και φυλάσσει το αρχείο.
Αν ο γραμματέας απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από άλλον υπάλληλο που ορίζει ο Γενικό Επίτροπος. Οι επιμελητές εκτελούν εργασίες που τους ανατίθενται από τη γραμματεία.
Τέλος, ορίζεται ότι η σφραγίδα της Γενικής Επιτροπείας αναγράφει ειδικά την ονομασία της αντί του δικαστηρίου.
Άρθρο 36 – Εκδίκαση υποθέσεων κατά τα θερινά τμήματα από τα διοικητικά δικαστήρια
Το άρθρο αυτό καθορίζει ποιες υποθέσεις εκδικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά την περίοδο των θερινών τμημάτων.
Συγκεκριμένα, κατά τη θερινή περίοδο δικάζονται:
- Υποθέσεις που εκκρεμούν πάνω από έξι (6) μήνες, σε αριθμό ίσο με το ήμισυ των υποθέσεων που συνήθως συζητούνται κάθε μήνα
- Αιτήσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας
- Υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων
- Ανακοπές κατά διοικητικής εκτέλεσης
- Κάθε υπόθεση που κρίνεται κατεπείγουσα από τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο
Άρθρα 37 – 39 (Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο)
(θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο «εισαγγελικός» μηχανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου)
Άρθρο 37 – Νομική Φύση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο
Το άρθρο αυτό εξηγεί ότι η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελεί μια ανώτατη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Λειτουργεί ως ενιαίο και αδιαίρετο σώμα, δηλαδή δεν διαχωρίζεται σε ανεξάρτητες μονάδες αλλά δρα συνολικά ως ένας θεσμός.
Παράλληλα συμμετέχει στη λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου τόσο ως προς τη δικαιοδοτική του αρμοδιότητα (όταν εκδικάζει υποθέσεις) όσο και ως προς τη γνωμοδοτική του λειτουργία (όταν παρέχει κρίσεις ή γνωμοδοτήσεις). Με τη δράση της συμβάλλει στην τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης, δηλαδή στην ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης.
Άρθρο 38 – Διάρθρωση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο
Το άρθρο αυτό καθορίζει τη δομή και τη σύνθεση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, ο οποίος έχει τον ρόλο του προϊσταμένου και του επικεφαλής.
Η Επιτροπεία αποτελείται από συγκεκριμένους βαθμούς και αριθμό μελών: τον Γενικό Επίτροπο, τον Επίτροπο, πέντε αντεπιτρόπους, τέσσερις παρέδρους και οκτώ εισηγητές. Η σύνθεση αυτή δείχνει ότι πρόκειται για οργανωμένο δικαστικό σχηματισμό με σαφή ιεραρχική διάρθρωση.
Επιπλέον, προβλέπεται η ύπαρξη Ολομέλειας της Γενικής Επιτροπείας. Στην Ολομέλεια συμμετέχουν ο Γενικός Επίτροπος, ο Επίτροπος και οι αντεπίτροποι, οι οποίοι έχουν αποφασιστική ψήφο. Οι πάρεδροι μπορούν να συμμετέχουν, αλλά έχουν μόνο συμβουλευτική ψήφο, δηλαδή εκφράζουν γνώμη χωρίς να συναποφασίζουν.
Τέλος, ορίζεται ότι η Γενική Επιτροπεία υποστηρίζεται από γραμματεία, την οποία διευθύνει γραμματέας με βαθμό Επιτρόπου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο Γενικός Επίτροπος ορίζει αναπληρωτή από προϊστάμενο τμήματος που υπηρετεί στη γραμματεία.
Άρθρο 39 – Αρμοδιότητες Γενικού Επιτρόπου
Το άρθρο αυτό περιγράφει τις βασικές αρμοδιότητες του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Καταρχάς, ο Γενικός Επίτροπος παρίσταται στις δημόσιες συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των δικαιοδοτικών τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συμμετέχει και στις συνεδριάσεις των τμημάτων ελέγχων. Η παρουσία του γίνεται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.
Σημαντική αρμοδιότητά του είναι ότι ασκεί αιτήσεις καταλογισμού, δηλαδή κινεί διαδικασίες για να επιβληθεί οικονομική ευθύνη σε πρόσωπα όταν πρόκειται ζημία ή παράνομο όφελος. Αυτό αφορά δημοσίους υπαλλήλους πολιτικούς και στρατιωτικούς, υπαλλήλους των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος.
Επίσης, ο Γενικός Επίτροπος συγκαλεί και διευθύνει την Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας, δηλαδή έχει τον βασικό συντονιστικό και διοικητικό ρόλο στη λειτουργία της. Παράλληλα, συνεργάζεται με εθνικές, ενωσιακές και διεθνείς υπηρεσίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς, γεγονός που καταδεικνύει και τον θεσμικό του ρόλο σε θέματα διαφάνειας.
Ακόμη, έχει τη δυνατότητα να συγκροτεί ομάδες εργασίας από μέλη ή υπαλλήλους της Επιτροπείας, ώστε να επεξεργάζονται θέματα που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της. Τέλος, ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται από τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 66 – Βαθμοί ιεραρχίας αντιστοιχία προβάδισμα δικαστικών λειτουργών
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τρία (3) πράγματα:
- Ποιοι είναι οι βαθμοί στην ιεραρχία των δικαστικών λειτουργών (ανά δικαιοδοσία)
- Ποιοι βαθμοί εξομοιώνονται μεταξύ τους (ποιος θεωρείται «ίσος» με ποιον)
- Ποιος προηγείται (προβάδισμα) σε σειρά, τελετές και υπηρεσιακή τάξη
Βαθμοί ιεραρχίας ανά δικαιοδοσία:
Βαθμολογική εξομοίωση:
Προβάδισμα στην ίδια βαθμίδα:
Αν δύο δικαστικοί λειτουργοί είναι στην ίδια βαθμίδα εξομοίωσης, προηγείται ο αρχαιότερος και η σειρά προβαδίσματος είναι:
(α) δικαστές (β) εισαγγελείς (γ) επίτροποι (δ) δικαστές ειδικής επετηρίδας
Άρθρο 92 – Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών
Το άρθρο αυτό λέει ότι η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) είναι υπεύθυνη για:
- Την επιλογή, εκπαίδευση και αξιολόγηση όσων θα γίνουν δικαστικοί λειτουργοί
- Τη συνεχή επιμόρφωση των ήδη υπηρετούντων δικαστών
- Εκπαιδευτικά προγράμματα και ανταλλαγές με δικαστικούς από ΕΕ και άλλες χώρες
























