Μια ιδιαίτερη υπόθεση σχετικά με διορισμό στην Ελληνική Αστυνομία με πλαστό απολυτήριο Λυκείου εξέτασε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι η Διοίκηση δεν μπορούσε να προχωρήσει στην ανάκληση του διορισμού χωρίς να συνεκτιμήσει τις εξαιρετικές περιστάσεις που είχαν διαμορφωθεί έπειτα από 22 χρόνια υπηρεσίας.
Ειδικότερα, με την απόφαση 494/2026, το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκανε δεκτή την έφεση πρώην Αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ., εξαφάνισε προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Ο διορισμός στην ΕΛ.ΑΣ το 1995 και το πλαστό απολυτήριο
Ο πρώην Αρχιφύλακας είχε καταταγεί στην ΕΛ.ΑΣ. το 1995 ως δόκιμος Αστυφύλακας. Κατά τη διαδικασία πρόσληψης είχε δηλώσει ότι ήταν απόφοιτος Λυκείου και είχε καταθέσει ως δικαιολογητικό το σχετικό απολυτήριο, το οποίο αποτελούσε απαραίτητο τυπικό προσόν για τον διορισμό. Χρόνια αργότερα, κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών, η γνησιότητα του απολυτηρίου δεν επιβεβαιώθηκε από τα επίσημα αρχεία του σχολείου. Βάσει αυτών των δεδομένων το 2017 έχοντας ήδη υπηρετήσει 22 χρόνια στο Σώμα η Διοίκηση προχώρησε στην ανάκληση του διορισμού του με αναδρομική ισχύ.
Ο εν λόγω αστυνομικός είχε διανύσει πολυετή υπηρεσιακή πορεία. Είχε υπηρετήσει στη Δίωξη Ναρκωτικών και είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών. Κατά τη διάρκεια επιχείρησης το 2008 είχε τραυματιστεί σε ανταλλαγή πυροβολισμών κατά τη σύλληψη διακινητή. Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, από το 2002 έως το 2016 είχε λάβει 28 ηθικές αμοιβές, έξι ευαρέσκειες και μία εύφημη μνεία για την υπηρεσιακή του δράση. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούσαν την παρανομία που είχε συνδεθεί με τον αρχικό διορισμό. Ωστόσο, αποτέλεσαν κρίσιμα δεδομένα για τη στάθμιση που, κατά το ΣτΕ, έπρεπε να γίνει από τη Διοίκηση.
Τι ισχύει για τον διορισμό με πλαστό δικαιολογητικό
Το ΣτΕ επανέλαβε ότι, όταν κάποιος διορίζεται χωρίς να διαθέτει το απαιτούμενο τυπικό προσόν και έχει ο ίδιος προκαλέσει ή υποβοηθήσει δολίως την παρανομία του διορισμού του, η ανάκληση είναι καταρχήν υποχρεωτική. Μάλιστα, σε τέτοιες περιπτώσεις η ανάκληση μπορεί καταρχήν να γίνει χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό. Η αρχή αυτή συνδέεται με την αποκατάσταση της νομιμότητας, αλλά και με τις αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις.
Η αρχή της αναλογικότητας
Η κρίσιμη παράμετρος στην υπόθεση ήταν, ωστόσο, η αρχή της αναλογικότητας. Το ΣτΕ έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμο να θεωρηθεί εκ των προτέρων πως, επειδή ο αστυνομικός είχε υποβοηθήσει την παρανομία του διορισμού του με την κατάθεση πλαστού τίτλου, αποκλειόταν κάθε δυνατότητα να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Αντίθετα, η Διοίκηση όφειλε να εξετάσει εάν, ύστερα από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με δεδομένη την υπηρεσιακή πορεία του συγκεκριμένου προσώπου, η ανάκληση του διορισμού εξακολουθούσε να είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με το ΣτΕ η στάθμιση αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε στη μη ανάκληση του διορισμού είτε σε ανάκληση με ισχύ μόνο για το μέλλον, αντί για αναδρομική ανάκληση.
Γιατί ακυρώθηκε η ανάκληση
Το ΣτΕ δεν έκρινε ότι η χρήση του πλαστού απολυτηρίου ήταν νόμιμη ούτε ότι ο αρχικός διορισμός ήταν νόμιμος. Έκρινε, όμως, ότι η προηγούμενη κρίση δεν έλαβε υπόψη την πιθανότητα να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση και τον χρόνο της ανάκλησης. Η παρέλευση 22 ετών, η πολυετής υπηρεσία, η δράση στη Δίωξη Ναρκωτικών, ο τραυματισμός κατά τη διάρκεια υπηρεσιακής επιχείρησης και οι διακρίσεις που είχε λάβει ο αστυνομικός ήταν στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμηθούν.
Τι παρέλειψε να κάνει η Διοίκηση
Το πρόβλημα, επομένως, δεν ήταν ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν είχε δικαίωμα να ανακαλέσει τον διορισμό. Ήταν ότι δεν προκύπτει πως στάθμισε τα κρίσιμα στοιχεία που ο ίδιος ο αστυνομικός είχε επικαλεστεί πριν από την έκδοση της απόφασης. Κατά το ΣτΕ, από τη στιγμή που είχαν προβληθεί συγκεκριμένα και αποδεδειγμένα στοιχεία για την υπηρεσιακή του πορεία, η Διοίκηση είχε υποχρέωση να εξετάσει εάν αυτά, μαζί με την πάροδο 22 ετών, δικαιολογούσαν κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας την κάμψη του γενικού κανόνα. Με άλλα λόγια, υπήρχε πλέον πεδίο άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η Διοίκηση, όμως, δεν το άσκησε.
Η απόφαση του ΣτΕ
Δεκτή η αίτηση αναίρεσης πρώην Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας αναφορικά με την ανάκληση του διορισμού του λόγω πειθαρχικού παραπτώματος
Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 84/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απερρίφθη αίτηση του εκκαλούντος, πρώην Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), για την ακύρωση απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρωπίνου Δυναμικού της ΕΛ.ΑΣ.. Με την τελευταία είχε ανακληθεί, κατά το μέρος που αφορούσε τον εκκαλούντα, απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. που όριζε την κατάταξη εκείνου στην ΕΛ.ΑΣ. ως δόκιμου Αστυφύλακα. Αναλυτικά, ο εκκαλών ζήτησε να συμμετάσχει στη διαδικασία κατάταξης υποψηφίων Αστυφυλάκων, δηλώνοντας ότι είναι απόφοιτος Λυκείου καταθέτοντας αυτοπροσώπως ως δικαιολογητικό πρόσληψης ακριβές φωτοαντίγραφο του απολυτηρίου του. Ωστόσο, έπειτα από διενέργεια ελέγχου της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πειραιά, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του προσκομισθέντος για τον διορισμό του εκκαλούντος απολυτηρίου λυκείου, γεγονός για το οποίο εκλήθη ο ίδιος προκειμένου να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις-εξηγήσεις του. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω τίτλος σπουδών αποτελούσε, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, απαραίτητο τυπικό προσόν πρόσληψης του εκκαλούντος στην ΕΛ.ΑΣ., η δε γνησιότητα του τίτλου αυτού δεν επιβεβαιώθηκε, ύστερα από έλεγχο στο μητρώο μαθητών και στα επίσημα αρχεία του εν λόγω λυκείου.
Με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος για την πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου από υπαίτιο. Εν προκειμένω, η ανάκληση του διορισμού ήταν καταρχήν υποχρεωτική και δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό, όπως ορίζουν οι αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας των πολιτών κατά την επιλογή τους προς πλήρωση των δημόσιων θέσεων, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών ενδείξεων ότι ο διορισθείς στερείται του αναγκαίου για υπάλληλο ήθους. Περαιτέρω, η ανακλητική πράξη πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς το ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την παρανομία της πράξης διορισμού του.
Απορρίπτεται δε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ανάκληση του διορισμού του εκκαλούντος προσβάλλει τις συνταγματικές αρχές, τις οποίες επικαλέστηκε ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο έφεσης, για τον λόγο ότι, ενώ στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, που δεν εφαρμόζεται στους αστυνομικούς υπαλλήλους, η διατήρηση στον υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου πλαστού τίτλου σπουδών αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα, για την τέλεση του οποίου δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, στην περίπτωση του εκκαλούντος, λόγω της κατάθεσης πλαστού δικαιολογητικού κατά τη διαδικασία κατάταξής του, χώρησε ανάκληση του διορισμού του και δη σε χρόνο (ύστερα από είκοσι δύο έτη), κατά τον οποίο το πειθαρχικό αδίκημα για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, για την ίδια πράξη, θα είχε παραγραφεί.
Τούτο διότι ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο πειθαρχικός κολασμός του δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου, ο οποίος κατέθεσε πλαστό έγγραφο προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό του, προηγείται της ανάκλησης του διορισμού του, ενώ, κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που ο υπάλληλος, κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών για τον διορισμό του, προσκόμισε πλαστό έγγραφο, η Διοίκηση υποχρεούται προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να ενεργοποιεί καταρχάς τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του, η ανάκληση δε του διορισμού στην περίπτωση αυτή χωρεί καταρχήν χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Κρίνεται ότι δεν είναι νόμιμη η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι, εφόσον ο εκκαλών υποβοήθησε την παρανομία του διορισμού του υποβάλλοντας πλαστό τίτλο σπουδών, δεν συντρέχει όλως εξαιρετική περίσταση, η οποία θα ήταν δυνατό να καταστήσει την ανάκληση του διορισμού του αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την κρινόμενη έφεση, εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 84/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.






























