Υπάρχει ένα ευρέως διαδεδομένο και βαθιά ριζωμένο στερεότυπο ότι οι γυναίκες είναι πιο πολυλογούδες από τους άνδρες. Η επιβίωση αυτού του στερεοτύπου έχει υποστηριχθεί από ευρήματα διαφόρων συγγραφέων (Talbot, 2003· Donovan, 2011). Στο δημοφιλές βιβλίο της, The Female Brain, η νευροψυχίατρος Louann Brizendine έγραψε: «Μια γυναίκα χρησιμοποιεί περίπου 20.000 λέξεις την ημέρα, ενώ ένας άνδρας χρησιμοποιεί περίπου 7.000». Αν και αυτοί οι αριθμοί δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από εμπειρικά στοιχεία, κυκλοφόρησαν ευρέως στα μέσα ενημέρωσης.
Έτσι, η επικρατούσα τάση ήταν ότι οι γυναίκες μιλούσαν περισσότερο από τους άνδρες.
Οι ψυχολόγοι συμφώνησαν ότι, λόγω της μειωτικής φύσης αυτού του έμφυλου στερεοτύπου, ήταν απαραίτητο να αξιολογηθεί η ακρίβειά του. Η πρώτη καλά σχεδιασμένη μελέτη για τη συλλογή εμπειρικών δεδομένων σχετικά με τον αριθμό των λέξεων που χρησιμοποιούν καθημερινά άνδρες και γυναίκες δημοσιεύθηκε το 2007 (Mehl et al. 2007). Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν μια νέα μέθοδο συμπεριφορικής παρατήρησης, την ηλεκτρονικά ενεργοποιούμενη συσκευή εγγραφής (EAR - electronically activated recorder), για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση του υπολογισμού των λέξεων που χρησιμοποιεί ένα άτομο κάθε μέρα. Η συσκευή EAR ήταν ένας φορητός εγγραφέας ήχου που κατέγραφε διαλειμματικά ηχητικά αποσπάσματα 30 δευτερολέπτων αρκετές φορές κάθε ώρα. Τα υποκείμενα της έρευνας δεν γνώριζαν ποτέ καταγράφονταν, επομένως δεν μπορούσαν να επηρεάσουν τον αριθμό των λέξεών τους. Οι αναλύσεις με τη μέθοδο EAR αποκάλυψαν μια διαφορά μεταξύ των φύλων μόλις 546 λέξεων την ημέρα. Οι γυναίκες μιλούσαν κατά μέσο όρο 16.215 λέξεις, ενώ οι άνδρες μιλούσαν κατά μέσο όρο 15.669.
Η διαφορά αυτή θεωρήθηκε αμελητέα και μη στατιστικά σημαντική.
Το 2007, λοιπόν, διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι οι γυναίκες και οι άνδρες δεν διαφέρουν στον αριθμό των λέξεων που μιλούν καθημερινά.
Μεταγενέστεροι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μελέτη των Mehl et al. είχε πολύ λίγα υποκείμενα για να επιτύχει στατιστική σημαντικότητα, καθώς και άλλες αδυναμίες στον σχεδιασμό της (Schönbrodt & Wagenmakers, 2018). Μια πρόσφατη μελέτη (Tidwell et al., 2025) αντιμετώπισε αυτό το ζήτημα χρησιμοποιώντας μια πιο τεκμηριωμένη προσέγγιση, η οποία εστιάζει στην αντίληψη της γενικής πολυλογίας σε σχέση με το φύλο σε σύγκριση με την πραγματική λεκτική συμπεριφορά σε όλο το φυσικό εύρος των καθημερινών πλαισίων.
Η τελευταία αυτή δημοσίευση επέκτεινε την υπάρχουσα βιβλιογραφία διεξάγοντας μια αντιπροσωπευτική ανάλυση για το πόσες λέξεις μιλούν οι άνθρωποι γενικά, και ειδικότερα οι άνδρες και οι γυναίκες, σε μία μόνο ημέρα. Το συνολικό μέγεθος του δείγματος μετά τις εξαιρέσεις (συνήθως λόγω ελλιπών δεδομένων EAR) ήταν N = 2.197 και τα υποκείμενα προέρχονταν από τέσσερις χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες, Ελβετία, Σερβία, Αυστραλία) ώστε να μειωθεί η επίδραση των πολιτισμικών διαφορών. Τα αποτελέσματα περιέλαβαν 631.030 εγγραφές. Οι ερευνητές επέκτειναν επίσης την προσέγγισή τους ζητώντας από τα υποκείμενα να αξιολογήσουν τα ίδια το επίπεδο της πολυλογίας τους. Αυτή η αξιολόγηση συγκρίθηκε με το πραγματικό επίπεδο πολυλογίας τους, όπως προσδιορίστηκε από το EAR.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο δειγματοληψίας EAR, οι γυναίκες συνολικά μιλούν μόλις 1.000 λέξεις παραπάνω την ημέρα από τους άνδρες. Αυτή η διαφορά, λόγω μεγάλων στατιστικών αβεβαιοτήτων, δεν θεωρήθηκε σημαντική. Είναι ενδιαφέρον ότι οι γυναίκες αυτοαξιολογήθηκαν ως πιο πολυλογούδες από τους άνδρες, παρόλο που καμία τέτοια διαφορά μεταξύ των φύλων δεν προέκυψε από τη μελέτη.
Υπήρξε επίσης μια ενδιαφέρουσα επίδραση της ηλικίας: Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες μιλούσαν ελαφρώς περισσότερες λέξεις την ημέρα από τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες. Κάποιος πρέπει να κάνει μια άλλη μελέτη ρωτώντας τις μεγαλύτερες γυναίκες για τις σκέψεις τους σχετικά με αυτό το εύρημα.
Το τελικό συμπέρασμα επί του θέματος είναι ότι, όσον αφορά την υποκειμενική αντίληψη, οι γυναίκες θεωρούν ότι οι ίδιες κινούνται σύμφωνα με το τυπικό στερεότυπο από το 2007 (δηλαδή ότι είναι πιο πολυλογούδες από τους άνδρες), ενώ, από την άποψη της καθημερινής καταμέτρησης προφορικών λέξεων, όπως προσδιορίζεται πειραματικά, αυτό δεν ισχύει.
Πηγή: Psychology Today






























