Χειροπέδες σε 6 άτομα πέρασαν αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στο Ζεφύρι Αττικής, τα οποία διέπρατταν απάτες με το πρόσχημα υπαλλήλων του ΔΕΔΔΗΕ αλλά και λογιστών.
Για την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης πραγματοποιήθηκε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση την Τρίτη 3 Μαρτίου, κατά την οποία εντοπίστηκε ο χώρος που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της για την διάπραξη των απατών.
Σε βάρος των συλληφθέντων σχηματίστηκε δικογραφία για απάτες, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Πώς δρούσε η συμμορία
Η εγκληματική ομάδα αποτελούνταν αποκλειστικά από άτομα ίδιας φυλετικής προέλευσης και είχε σαφή οργανωτική δομή, η οποία περιλάμβανε τον «διευθυντή» – αρχηγικό μέλος, το «τηλεφωνικό κέντρο» και τις «επιχειρησιακές ομάδες».
Ως προς τον τρόπο δράσης της, τα μέλη της αναζητούσαν τυχαία ονόματα πολιτών μέσα από τηλεφωνικούς καταλόγους και καθημερινά πραγματοποιούσαν πολυάριθμες τηλεφωνικές κλήσεις, μεταφέροντας ψευδείς πληροφορίες ως αληθινές, με στόχο την εξαπάτηση και την απόκτηση παράνομων χρημάτων.
Συγκεκριμένα, οι «τηλεφωνητές» είχαν την ευθύνη για τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, καθώς και για τον εντοπισμό πιθανών θυμάτων.
Κατόπιν, προχωρούσαν σε τηλεφωνικές κλήσεις, παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές και χρησιμοποιούσαν διάφορα προσχήματα, όπως διαρροές ηλεκτρικού ρεύματος, υποχρεώσεις προς την εφορία ή ασφάλιση χρημάτων και τιμαλφών, πείθοντας τα θύματα να συγκεντρώσουν χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα και να τα τοποθετήσουν σε προσβάσιμα σημεία μέσα ή έξω από τα σπίτια τους.
Στη συνέχεια, τις επιχειρησιακές ενέργειες ανέλαβαν οι επιχειρησιακές ομάδες, οι οποίες είχαν το ρόλο της «συλλογής χρημάτων και τιμαλφών». Τα μέλη αυτά χρησιμοποιούσαν κυρίως ενοικιαζόμενα οχήματα για να επισκεφθούν τις κατοικίες των θυμάτων και να παραλάβουν τα χρήματα ή τα τιμαλφή, επικαλούμενα την ανάγκη μέτρησης ή εκτίμησής τους.
Κεντρικό ρόλο είχε το αρχηγικό μέλος, ο «διευθυντής», ο οποίος επιτηρούσε τους τηλεφωνητές και, μαζί με τον συντονιστή, καθοδηγούσε τις επιχειρησιακές ομάδες ώστε να μεταβούν άμεσα στις διευθύνσεις των θυμάτων, να συλλέξουν τα προϊόντα της απάτης και να τα μεταφέρουν σε ασφαλές μέρος υπό την κατοχή τους.
Για να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους, προέβαιναν σε συχνές μεταφορές του τηλεφωνικού κέντρου και στην τακτική αλλαγή των τηλεφωνικών συνδέσεων και αριθμών που χρησιμοποιούσαν οι επιχειρησιακές ομάδες.
Επιπλέον, στους χώρους λειτουργίας των τηλεφωνικών κέντρων είχαν τοποθετήσει κάγκελα ασφαλείας και εγκαταστήσει συστήματα παρακολούθησης, με σκοπό την πρόληψη και την έγκαιρη ανίχνευση τυχόν παρουσίας αστυνομικών δυνάμεων.
Από τις έρευνες εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν
- 20 κινητά τηλέφωνα,
- 22 κάρτες SIM,
- 10 επώνυμα ρολόγια,
- 4 χρυσές αλυσίδες,
- 2 δαχτυλίδια,
- 9 φυσίγγια των 9mm,
- καταγραφικό,
- 2 αυτοκίνητα, από τα οποία το ένα είχε χρησιμοποιηθεί τον Ιούλιο 2025 σε διάπραξη ληστείας με το πρόσχημα υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ και
- το χρηματικό ποσό των 3.90- ευρώ.
Μέχρις στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 40 περιπτώσεις απατών, με το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της οργάνωσης να υπερβαίνει τις 280.000 ευρώ.
Οι συλληφθέντες, με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
































