Η αντιμετώπιση της αϋπνίας μπορεί να συμβάλει και στη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, σύμφωνα με νέα μελέτη, στην οποία οι συμμετέχοντες ανέφεραν βελτίωση και στις δύο καταστάσεις.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τη Vanika Lall, την κλινική αναπληρώτρια καθηγήτρια Melissa Ree και την ομότιμη καθηγήτρια Romola Bucks, από τη Σχολή Ψυχολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Behaviour Research and Therapy, έδειξε ότι η θεραπεία της αϋπνίας ενδέχεται να συμβάλει στη μακροπρόθεσμη ανάρρωση από την κατάθλιψη.
«Έως και εννέα στους δέκα ανθρώπους με κατάθλιψη αντιμετωπίζουν επίσης διαταραχές ύπνου», ανέφερε η Lall. «Η αϋπνία μπορεί να επιδεινώσει την κατάθλιψη ή να παρατείνει τη διάρκειά της, ενώ μπορεί να μειώσει και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας της. Η αϋπνία που δεν έχει αντιμετωπιστεί αυξάνει τον κίνδυνο υποτροπής της κατάθλιψης. Αν και οι θεραπείες για την κατάθλιψη μπορεί να βελτιώσουν τον ύπνο, συνήθως δεν αντιμετωπίζουν πλήρως το πρόβλημα».
Γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία
Στη μελέτη Sleep Well for Mood συμμετείχαν άτομα που αντιμετώπιζαν τόσο κατάθλιψη όσο και προβλήματα ύπνου. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία (CBT-I), μια βραχυπρόθεσμη θεραπευτική προσέγγιση που στοχεύει στη βελτίωση του ύπνου μέσω της αντιμετώπισης δυσλειτουργικών σκέψεων και συμπεριφορών. Η θεραπεία συνδυάζει συνήθως τεχνικές αλλαγής του τρόπου σκέψης, πρακτικές για την τροποποίηση των συνηθειών που επηρεάζουν τον ύπνο και ενημέρωση σχετικά με τις συνθήκες που ευνοούν έναν καλύτερο ύπνο».
Η έρευνα περιέλαβε 88 συμμετέχοντες σε πρόγραμμα CBT-I διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων, οι οποίοι αξιολογήθηκαν πριν και μετά τη θεραπεία, καθώς και τρεις μήνες αργότερα.
Μετά τη θεραπεία, οι συμμετέχοντες παρουσίασαν βελτίωση στα συμπτώματα της αϋπνίας, είχαν λιγότερες αρνητικές σκέψεις για ζητήματα της καθημερινότητας, μειωμένες ανησυχίες σχετικά με τον ύπνο και αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο σε δραστηριότητες με προσωπική αξία, όπως η σωματική άσκηση και οι κοινωνικές επαφές.
«Η αρνητική σκέψη και ο ανενεργός τρόπος ζωής τροφοδοτούν την κατάθλιψη», σημείωσε η Lall. «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η CBT-I αποτελεί μια οικονομικά αποδοτική προσέγγιση για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της αϋπνίας και της κατάθλιψης».
Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η ευρύτερη εφαρμογή της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας για την αϋπνία (CBT-I) θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, συμβάλλοντας στη μακροχρόνια ανάρρωση περισσότερων ασθενών και περιορίζοντας παράλληλα την επιβάρυνση του συστήματος υγείας από τις επαναλαμβανόμενες υποτροπές της νόσου.
Με πληροφορίες από medicalxpress.com
































