Η ενδομητρίωση δεν αφήνει το αποτύπωμά της μόνο στην υγεία των γυναικών. Μπορεί να επηρεάσει την εργασία, την επαγγελματική τους πορεία και τελικά το εισόδημά τους, με τις γυναίκες που ζουν με την πάθηση να χάνουν κατά μέσο όρο 1.757 ευρώ τον χρόνο εξαιτίας απουσιών από την εργασία.
Το ποσό αντιστοιχεί περίπου σε έναν μηνιαίο μέσο μισθό στην Ουγγαρία, όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα του Πανεπιστημίου Semmelweis, και αφορά αποκλειστικά το εισόδημα που χάνεται λόγω απουσίας από την εργασία, χωρίς να υπολογίζεται ούτε το κόστος της μειωμένης παραγωγικότητας όταν οι εργαζόμενες βρίσκονται στη δουλειά, ούτε τα έξοδα για εξετάσεις και θεραπείες.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Preventive Medicine Reports, είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας έρευνα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη που εξετάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η ενδομητρίωση επηρεάζει την παραγωγικότητα, την ικανότητα εργασίας και την υποστήριξη που παρέχεται στις εργαζόμενες από τους εργοδότες.
Οι ερευνητές σύγκριναν 566 γυναίκες με ενδομητρίωση, με 447 γυναίκες χωρίς την πάθηση. Η διαφορά ήταν εμφανής ακόμη και σε διάστημα μόλις τεσσάρων εβδομάδων. Οι γυναίκες με ενδομητρίωση έχαναν κατά μέσο όρο 12,7 ώρες εργασίας λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ στην ομάδα ελέγχου οι αντίστοιχες απώλειες ήταν 5,7 ώρες. Με βάση αυτή τη διαφορά, υπολογίστηκε η ετήσια απώλεια εισοδήματος.
Πιο ανησυχητικό είναι ίσως το εύρημα σχετικά με τη δυνατότητα των γυναικών να ανταποκριθούν μακροπρόθεσμα στις απαιτήσεις της εργασίας τους. Το 42% των γυναικών με ενδομητρίωση κατατάχθηκε στην κατηγορία της χαμηλής εργασιακής ικανότητας, έναντι μόλις 17,9% των γυναικών χωρίς την πάθηση. Η χαμηλή εργασιακή ικανότητα σημαίνει ότι η κατάσταση της υγείας δυσκολεύει την εκτέλεση της εργασίας και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο παρατεταμένης απουσίας ή ακόμη και αποχώρησης από την αγορά εργασίας.
«Το πιο εκπληκτικό εύρημα ήταν ότι σχεδόν οι μισές γυναίκες με ενδομητρίωση ανήκαν σε αυτή την κατηγορία», δήλωσε η Dr. Dominika Miklós, πρώτη συγγραφέας της μελέτης και ειδικευόμενη στο Τμήμα Μαιευτικής και
Γυναικολογίας του Semmelweis University. Όπως σημείωσε, χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη, η πάθηση μπορεί να κάνει δυσκολότερη όχι μόνο για την καθημερινή εργασία αλλά και για την παραμονή των γυναικών στην αγορά εργασίας σε βάθος χρόνου.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνή είναι η ενδομητρίωση, καθώς υπολογίζεται ότι επηρεάζει περίπου 1 στις 10 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως.
Μια γυναικολογική πάθηση με σοβαρές συνέπειες
Η χρόνια γυναικολογική πάθηση προκαλεί την ανάπτυξη ιστού παρόμοιου με το ενδομήτριο έξω από τη μήτρα και μπορεί να συνδέεται με χρόνιο πυελικό πόνο, έντονα επώδυνη περίοδο, κόπωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με υπογονιμότητα. Για πολλές γυναίκες, μάλιστα, περνούν χρόνια μέχρι να φτάσουν στη διάγνωση.
Η επίδραση της νόσου στην εργασία φαίνεται να επιδεινώνεται και από κάτι πολύ πιο απλό, την έλλειψη γνώσης στους χώρους εργασίας. Περισσότερες από τις μισές συμμετέχουσες, συγκεκριμένα το 54%, δήλωσαν ότι οι εργοδότες τους γνώριζαν ελάχιστα ή καθόλου για την ενδομητρίωση. Μόλις το 17% θεωρούσε ότι στον χώρο εργασίας του υπήρχε επαρκής ενημέρωση για την πάθηση.
Όταν οι ερευνητές ρώτησαν τις γυναίκες τι θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά στην καθημερινή τους εργασία, οι απαντήσεις έδειξαν ότι δεν ζητούν απαραίτητα κάτι περίπλοκο. Η άδεια κατά την περίοδο και τα ευέλικτα ωράρια βρέθηκαν ανάμεσα στις μορφές υποστήριξης που θεωρούν πιο χρήσιμες. Ακολούθησαν η δυνατότητα τηλεργασίας ή υβριδικής εργασίας, αλλά και μια πιο ενημερωμένη και υποστηρικτική στάση από την πλευρά των εργοδοτών.
Η συζήτηση για την άδεια περιόδου δεν είναι πλέον θεωρητική σε ολόκληρη την Ευρώπη. Χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν ήδη θεσπίσει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σχετικές δυνατότητες για εργαζόμενες.
«Η ενδομητρίωση δεν είναι μόνο ζήτημα υγείας, αλλά και σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα», υπογράμμισε η Dr. Dóra Balogh, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Semmelweis University και επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας. Όπως εξήγησε, η νόσος εμφανίζεται σε μια ιδιαίτερα ενεργή περίοδο της ζωής των γυναικών και μπορεί να επηρεάσει την απασχόληση, την επαγγελματική εξέλιξη και τη μακροπρόθεσμη οικονομική τους ασφάλεια.
Η έρευνα αποτελεί μέρος του διεθνούς προγράμματος FEMaLe (Finding Endometriosis with Machine Learning), το οποίο ξεκίνησε το 2020 και στο Semmelweis University διευθύνεται από τον Dr. Attila Bokor. Το πρόγραμμα εξετάζει την ενδομητρίωση με στόχο την καλύτερη κατανόηση της νόσου, την έγκαιρη διάγνωσή της και την καταγραφή των επιπτώσεών της όχι μόνο στην υγεία αλλά και στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Τα ευρήματα της ουγγρικής μελέτης βρίσκονται σε συμφωνία με αντίστοιχες έρευνες από τη Δυτική Ευρώπη και την Αυστραλία, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Η ενδομητρίωση μπορεί να μεταφράζεται σε χαμένες ώρες εργασίας, χαμηλότερη απόδοση, δυσκολότερη επαγγελματική εξέλιξη και, τελικά, πραγματική οικονομική απώλεια.
Για τους ερευνητές, επομένως, η λύση δεν βρίσκεται μόνο στην καλύτερη διάγνωση και θεραπεία της νόσου. Ένα εργασιακό περιβάλλον που γνωρίζει τι σημαίνει ενδομητρίωση και προσφέρει ευελιξία όταν χρειάζεται μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό, ώστε οι γυναίκες που ζουν με την πάθηση να μη χρειάζεται να πληρώνουν το τίμημα της ασθένειας και στην επαγγελματική τους ζωή.






























