Οι περισσότεροι ξέρουμε το jet lag ως εκείνη την αίσθηση απορρύθμισης μετά από ένα πολύωρο ταξίδι: υπνηλία την ημέρα, αϋπνία τη νύχτα, κόπωση και δυσκολία συγκέντρωσης.
Ωστόσο, σύμφωνα με νέα επιστημονική δημοσίευση ερευνητών του Πανεπιστημίου του Βρότσλαβ, στην Πολωνία, δεν είναι μόνο ο εγκέφαλος και το βιολογικό μας ρολόι που χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν σε μια νέα ζώνη ώρας. Το ίδιο φαίνεται ότι συμβαίνει και με το μικροβίωμα του εντέρου, τα τρισεκατομμύρια βακτήρια που κατοικούν στο πεπτικό μας σύστημα και επηρεάζουν από την πέψη μέχρι το ανοσοποιητικό και τη διάθεσή μας.
Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν πλέον τον όρο «gut jet lag» για να περιγράψουν αυτή τη νέα μορφή απορρύθμισης, μια κατάσταση κατά την οποία ο κιρκάδιος ρυθμός του οργανισμού δεν συγχρονίζεται πλέον με τους βιολογικούς ρυθμούς του εντερικού μικροβιώματος.
Πρόκειται για μια σχετικά νέα επιστημονική έννοια, όμως τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι το έντερο ίσως χρειάζεται εξίσου πολύ χρόνο όπως ο εγκέφαλος για να προσαρμοστεί μετά από ένα υπερατλαντικό ταξίδι.
Τα ταξίδια είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αλλαγή ώρας
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι σύντομες πτήσεις εντός Ευρώπης δύσκολα προκαλούν σοβαρές διαταραχές στον οργανισμό. Η εικόνα αλλάζει όμως όταν κάποιος διασχίζει πολλές ζώνες ώρας μέσα σε λίγες ώρες. Η κόπωση, οι αλλαγές στις ώρες των γευμάτων και η συνολική επιβάρυνση του οργανισμού μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του εντερικού φραγμού και να μειώσουν την παραγωγή ωφέλιμων λιπαρών οξέων που παίζουν σημαντικό ρόλο στην υγεία του εντέρου.
Ένα διηπειρωτικό ταξίδι σημαίνει πολύ περισσότερα από το να αλλάξει κανείς την ώρα στο ρολόι του. Μέσα σε λίγες ώρες μεταβάλλονται ο κύκλος ύπνου, οι ώρες των γευμάτων, η έκθεση στο φυσικό φως και τα επίπεδα στρες. Για τον οργανισμό πρόκειται για μια απότομη ανατροπή της καθημερινής του ισορροπίας.
Το πεπτικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε αυτές τις αλλαγές, επειδή ο λεγόμενος άξονας εντέρου-εγκεφάλου λειτουργεί με βάση αυστηρά ρυθμισμένους κιρκάδιους μηχανισμούς. Όταν αυτά τα βιολογικά σήματα αποσυντονίζονται, διαταράσσεται προσωρινά η επικοινωνία ανάμεσα στο έντερο, το ανοσοποιητικό σύστημα και τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα πολλοί ταξιδιώτες να εμφανίζουν πεπτικές ενοχλήσεις, χειρότερη ποιότητα ύπνου και χαμηλά επίπεδα ενέργειας τις πρώτες ημέρες μετά την άφιξή τους.
Αυτό εξηγεί γιατί οι πρώτες ημέρες των διακοπών είναι συχνά και οι πιο δύσκολες. Ενώ ο οργανισμός προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, τα βακτήρια του εντέρου ενδέχεται να εξακολουθούν να λειτουργούν με βάση το ωράριο της χώρας από την οποία αναχώρησε ο ταξιδιώτης.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν δυσκοιλιότητα, φούσκωμα, αίσθημα βάρους ή αλλαγές στην όρεξή τους αμέσως μετά από ένα μεγάλο ταξίδι. Συνήθως αυτά αποδίδονται στην τοπική κουζίνα, όμως η πραγματικότητα είναι πιθανότατα πιο σύνθετη.
Η απότομη αλλαγή στις ώρες των γευμάτων επηρεάζει την έκκριση των πεπτικών ενζύμων, την παραγωγή χολής και την κινητικότητα του γαστρεντερικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα, η ισορροπία του μικροβιώματος μπορεί προσωρινά να μετατοπιστεί υπέρ λιγότερο ωφέλιμων βακτηριακών στελεχών, επιβραδύνοντας τη λειτουργία του εντέρου και προκαλώντας δυσκοιλιότητα ή άλλες πεπτικές ενοχλήσεις.
Οι διαταραχές αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην πέψη. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι αλλαγές στο μικροβίωμα μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά και την ποιότητα του ύπνου, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο: ο κακός ύπνος εντείνει την κόπωση, η κόπωση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την προσαρμογή και η συνολική αποκατάσταση του οργανισμού καθυστερεί.
Υπάρχουν και καλά νέα
Τα καλά νέα είναι ότι υπάρχουν τρόποι να περιοριστούν οι επιπτώσεις του jet lag, τόσο του κλασικού όσο και εκείνου που επηρεάζει το έντερο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η προετοιμασία πρέπει να ξεκινά αρκετές ημέρες πριν από την αναχώρηση, με σταδιακή προσαρμογή του κύκλου ύπνου και της έκθεσης στο φως στη ζώνη ώρας του προορισμού.
Ιδιαίτερη σημασία δίνουν και στη λεγόμενη χρονοδιατροφή, δηλαδή στην προσαρμογή των γευμάτων στους βιολογικούς ρυθμούς του οργανισμού. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο ταξιδιώτης καλό είναι να αρχίσει να ακολουθεί τις ώρες φαγητού του προορισμού του ήδη πριν από την αναχώρηση. Κατά τη διάρκεια της πτήσης αλλά και μετά την προσγείωση, τα γεύματα θα πρέπει να καταναλώνονται μόνο κατά τις ώρες της ημέρας στον νέο προορισμό, αποφεύγοντας το φαγητό κατά τη διάρκεια της «βιολογικής νύχτας» του οργανισμού.
Παράλληλα, οι ειδικοί συνιστούν καλή ενυδάτωση και, εφόσον κρίνεται απαραίτητο από επαγγελματία υγείας, εξατομικευμένη χρήση προβιοτικών και πρεβιοτικών πριν από το ταξίδι. Η μελατονίνη μπορεί επίσης να βοηθήσει, αν και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σωστή χρονική στιγμή της λήψης της.
Αν και η συγκεκριμένη μελέτη επικεντρώνεται κυρίως σε αθλητές που ταξιδεύουν συχνά για αγώνες, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα συμπεράσματα αφορούν πολύ ευρύτερο πληθυσμό. Μελέτες σε εργαζόμενους με βάρδιες και σε προσωπικό αεροπορικών εταιρειών δείχνουν ότι η χρόνια απορρύθμιση του κιρκάδιου ρυθμού, η εργασία τη νύχτα και τα ακανόνιστα γεύματα μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το μικροβίωμα του εντέρου. Με άλλα λόγια, το «gut jet lag» δεν αφορά αποκλειστικά όσους ταξιδεύουν σε μακρινούς προορισμούς, αλλά δυνητικά εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν καθημερινά εκτός συγχρονισμού με το φυσικό τους βιολογικό ρολόι.
Το βασικό συμπέρασμα της ομάδας είναι ότι η προετοιμασία για ένα ταξίδι δεν πρέπει να περιορίζεται στην κράτηση εισιτηρίων, ξενοδοχείων και στο πακετάρισμα των αποσκευών. Όποιος θέλει να απολαύσει πραγματικά τις πρώτες ημέρες των διακοπών του χρειάζεται να προετοιμάσει και τον ίδιο του τον οργανισμό. Η φροντίδα του ύπνου, η συνέπεια στις ώρες των γευμάτων και η σωστή έκθεση στο φυσικό φως ίσως αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την επιλογή του ιδανικού προορισμού.
Και, όπως υπενθυμίζουν οι ερευνητές, στα ταξίδια δεν είμαστε ποτέ μόνοι, καθώς μαζί μας μετακινούνται και τα τρισεκατομμύρια μικρόβια που κατοικούν στο έντερό μας και τα οποία χρειάζονται κι αυτά τον δικό τους χρόνο για να προσαρμοστούν.
































