Την ώρα που όλα τα κυβερνητικά στελέχη επιχειρούν να αποφύγουν επιμελώς τη συζήτηση για το άρθρο 23 του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών, που εξομοίωνε τα funds και τους servicers με διοικητικές αρχές, το οποίο αναγκάστηκε να αποσύρει κακήν κακώς η κυβέρνηση μετά τον σάλο αντιδράσεων και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξή του από το Dnews.gr, η Σέβη Βολουδάκη το χαρακτήρισε σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση ως «καλό».
Η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου ήταν καλεσμένη σήμερα στο στούντιο του ΣΚΑΪ όπου μετά την ερώτηση του Κώστα Ζαχαριάδη για το αν το επίμαχο άρθρο ήταν, τελικά, καλό ή κακό, απάντησε «το άρθρο 23 ήταν καλό, ναι».
Στη συνέχεια στην προσπάθειά της να εξηγήσει τα ανεξήγητα, πρόσθεσε: «Η κοινοβουλευτική διαδικασία είναι τέτοια, δεν είναι γραμμένα σε πέτρα τα άρθρα. Γι’ αυτό μπαίνουν στη Βουλή, για να συζητηθούν. Αυτό είναι δική μου προσωπική… Προστάτευε τους δανειολήπτες. Υπήρχε αντίδραση από φορείς, δεν ήταν το ΠΑΣΟΚ, που ακούστηκαν, διατυπώθηκε άλλη πρόταση και έγινε δεκτή. Δηλαδή μας κατηγορείτε για τι; Πρώτη φορά με αυτό το σχέδιο νόμου μπαίνουν κανόνες και πάμε σε πρόστιμα για funds…»
Δείτε το σχετικό απόσπασμα στο 12:20'' του βίντεο:
{https://exchange.glomex.com/video/v-dmkjwc28xq1d?integrationId=40599y14juihe6ly}
Η τοποθέτηση της Σέβης Βολουδάκη αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη «γαλάζια» αμηχανία που έχει προκαλέσει η υπόθεση, καθώς την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να αφήσει πίσω της το επίμαχο άρθρο, ένα μέλος της εξακολουθεί να το υπερασπίζεται δημοσίως. Έτσι, αντί να κλείσει η συζήτηση, ανοίγει ένας νέος κύκλος ερωτημάτων: Αν το άρθρο ήταν τόσο καλό και προστάτευε τους δανειολήπτες, γιατί αποσύρθηκε άρον άρον; Και αν πράγματι εξυπηρετούσε τους πολίτες, γιατί χρειάστηκε να ξεσπάσει σάλος για να επανεξετάσει η κυβέρνηση τη θέση της;
Πώς φτάσαμε στην απόσυρση του άρθρου 23
Η κυβέρνηση επέμεινε αρχικά ότι παραμένει πλήρως κατοχυρωμένη η δυνατότητα των δανειοληπτών να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, όμως μετά τον σάλο και τις σφοδρές αντιδράσεις που προκλήθηκαν, αναγκάστηκε να αποσύρει το επίμαχο άρθρο 23 του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών.
Η ΕΛΑΣ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Νόμου Κατσέλη ζήτησαν από την πρώτη στιγμή την απόσυρση του άρθρου 23, κατηγορώντας την κυβέρνηση και προκλητική εύνοια στα funds και τους servicers.
Αν και αρχικά η κυβέρνηση επιχείρησε να υπεραμυνθεί της επίμαχης διάταξης, μπροστά στον σάλο των αντιδράσεων ανέκρουσε πρύμναν και τελικά απέσυρε το άρθρο 23.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dmk1bfjxxrg1?integrationId=40599y14juihe6ly}
Τι σήμαινε πρακτικά το άρθρο 23 που ήθελε να περάσει η κυβέρνηση
Το Dnews.gr από την πρώτη στιγμή ανέδειξε το άρθρο 23, εξηγώντας τι σήμαινε στην πράξη και φιλοξενώντας παράλληλα τις αντιδράσεις από φορείς και κόμματα.
Μεταξύ αυτών και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία εξήγησε τι σήμαινε πρακτικά η διάταξη αυτή.
Το άρθρο 23 προέβλεπε ότι οι συμβάσεις ρύθμισης οφειλών με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα αποκτούσαν ισχύ εκτελεστού τίτλου. Ουσιαστικά, η διάταξη απέδιδε σε αυτές τις συμβάσεις έννομες συνέπειες αντίστοιχες με εκείνες των εκτελεστών διοικητικών πράξεων.
Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων - ιδιωτικές επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος - «εξομοιώνονται, ως προς τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, με διοικητικές αρχές», προειδοποίησε η Ένωση.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου:
«Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 23 του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις … και λοιπές διατάξεις» με την οποία προβλέπεται ότι οι συμβάσεις ρύθμισης οφειλών με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων αποκτούν ισχύ εκτελεστού τίτλου.
Επί της ουσίας, η νέα διάταξη αποδίδει στις συμβάσεις αυτές, μολονότι πρόκειται για συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, έννομες συνέπειες αντίστοιχες με εκείνες των εκτελεστών διοικητικών πράξεων σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ.2 του άρθρου 904 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄182) για το σύνολο των ανωτέρω απαιτήσεων» (τελευταίο εδάφιο παραγράφου 3).
Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εξομοιώνονται, ως προς τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, με διοικητικές αρχές. Η εξομοίωση αυτή, ωστόσο, παραγνωρίζει μια θεμελιώδη διαφορά: οι διοικητικές αρχές ασκούν δημόσια εξουσία στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας του κράτους και με γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται με σκοπό την επίτευξη κέρδους.
Η πρακτική συνέπεια της νέας ρύθμισης είναι ιδιαίτερα σημαντική: οι εταιρείες διαχείρισης απαλλάσσονται, κατ’ ουσίαν, από την ανάγκη προηγούμενης προσφυγής στη δικαστική εξουσία, προκειμένου να επιδιώξουν την αναγκαστική εκτέλεση κατά του αντισυμβαλλομένου τους, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για κάθε άλλο ιδιώτη. Για τον σκοπό αυτό, αρκεί πλέον να διαθέτουν τη σύμβαση ρύθμισης της οφειλής, δηλαδή ένα έγγραφο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο η νέα διάταξη προσδίδει αυξημένη αποδεικτική ισχύ, χωρίς, ωστόσο, να μεταβάλλει τη φύση του: εξακολουθεί να πρόκειται για ιδιωτικό έγγραφο.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με θεμελιώδεις δικονομικές και συνταγματικές αρχές, ιδίως με την αρχή της ισότητας των διαδίκων, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και την προστασία της περιουσίας. Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι σημαντικός αριθμός πολιτών βρίσκεται σήμερα σε συνθήκες οικονομικής επισφάλειας και εμφανίζει σαφώς ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Ειδικότερα, η προσδιδόμενη σε μια ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης οφειλής εκτελεστότητα επιφέρει ουσιώδη μεταβολή στη δικονομική θέση του οφειλέτη, καθώς παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα να κινήσει απευθείας τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική κρίση επί της ύπαρξης, του ύψους και της απαιτητότητας της οφειλής. Η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς μια τεχνική ή διαδικαστική διαφοροποίηση. Αντιθέτως, συνιστά ουσιαστική ανακατανομή των δικονομικών βαρών μεταξύ των συμβαλλομένων, καθώς μεταθέτει στον οφειλέτη την πρωτοβουλία αμφισβήτησης της απαίτησης και τον υποχρεώνει να αναζητήσει εκ των υστέρων δικαστική προστασία, ενδεχομένως ενώ έχουν ήδη δρομολογηθεί σε βάρος του πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι, ο οφειλέτης κινδυνεύει να υποστεί σοβαρές και ενίοτε δυσχερώς αναστρέψιμες περιουσιακές συνέπειες, προτού καταστεί δυνατός ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της απαίτησης.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι, επιπλέον, η διαδικασία προσδιορισμού του ύψους της απαίτησης. Ειδικότερα, όταν ο ίδιος ο πιστωτής ή ο διαχειριστής της απαίτησης αναλαμβάνει να προσδιορίσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο, χωρίς προηγούμενη ανεξάρτητη επαλήθευση και χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις διαφάνειας και αποτελεσματικής αμφισβήτησης του σχετικού υπολογισμού, διαμορφώνεται μια έντονη θεσμική και δικονομική ανισορροπία. Ο οφειλέτης ενδέχεται, έτσι, να βρεθεί αντιμέτωπος με την αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του βάσει ενός ποσού που έχει προσδιοριστεί μονομερώς από τον ίδιο τον επισπεύδοντα πιστωτή, χωρίς να έχει προηγουμένως διασφαλιστεί η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της ακρίβειας και της νομιμότητάς του.
Υπό αυτή την έννοια, η προτεινόμενη ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τις υπερνομοθετικής ισχύος εγγυήσεις δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, τίθεται ζήτημα ως προς την τήρηση του άρθρου 20 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθώς και των εγγυήσεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων οφειλών και η θεμιτή επιδίωξη επιτάχυνσης της ικανοποίησης των πιστωτών δεν αρκούν, από μόνες τους, για να δικαιολογήσουν τη θέσπιση ενός προνομιακού δικονομικού καθεστώτος υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας ιδιωτών πιστωτών. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της είσπραξης απαιτήσεων δεν μπορούν να λειτουργούν ως λόγοι αποδυνάμωσης των θεμελιωδών εγγυήσεων που απορρέουν από το κράτος δικαίου. Άλλωστε, η ποιότητα ενός κράτους δικαίου αναδεικνύεται πρωτίστως από τον βαθμό στον οποίο διασφαλίζει την ουσιαστική προστασία εκείνων που βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση.
Η παροχή σε ιδιώτες πιστωτές προνομίων αντίστοιχων με εκείνα που απολαμβάνει το Δημόσιο, χωρίς να συντρέχουν αντίστοιχα θεσμικά και ουσιαστικά ερείσματα, και η μετατροπή της οικονομικής τους υπεροχής σε δικονομικό πλεονέκτημα, δημιουργούν μια προβληματική απόκλιση από τις αρχές της ισότητας των όπλων και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δεν αρμόζουν σε ένα κράτος δικαίου. Ως εκ τούτου, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ζητά την άμεση απόσυρση της προτεινόμενης διάταξης».
Πέντε παραδείγματα που αποκαλύπτουν τι θα άλλαζε για τους δανειολήπτες
Σοβαρά πολιτικά εκτεθειμένη αφήνει την κυβέρνηση και το οικονομικό επιτελείο που την υποστήριξε η απόπειρα νομοθέτησης μιας πρωτοφανούς διάταξης υπέρ των τραπεζών, των funds και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία προκάλεσε την έντονη αντίδραση του δικηγορικού κόσμου. Πρόκειται για μια νομοθετική πρωτοβουλία που εγείρει μείζονα ζητήματα προστασίας των δανειοληπτών, καθώς επιχειρήθηκε να δοθεί σε ιδιωτικές συμβάσεις ρύθμισης οφειλών η ισχύς εκτελεστού τίτλου, χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής.
Η πολιτική αντίφαση είναι κραυγαλέα. Την ώρα που η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει την Ελλάδα ως μια χώρα που έχει αφήσει οριστικά πίσω της τα μνημόνια και την εποχή της αυστηρής μεταμνημονιακής εποπτείας, το ίδιο το οικονομικό επιτελείο προωθεί ρυθμίσεις που, ως προς τις δυνατότητες αναγκαστικής εκτέλεσης που παρέχουν στους πιστωτές, εμφανίζονται ακόμη επαχθέστερες για τους δανειολήπτες από εκείνες που εφαρμόστηκαν στα δύσκολα χρόνια των μνημονίων.
Ούτε κατά την περίοδο των μνημονίων, όταν οι δανειστές ασκούσαν ασφυκτικές πιέσεις για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων, δεν είχε θεσπιστεί αντίστοιχη γενική δυνατότητα να μετατρέπεται μια ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης σε εκτελεστό τίτλο με τα χαρακτηριστικά της προτεινόμενης διάταξης. Και όμως, μια τέτοια παρέμβαση επιχειρήθηκε να εισαχθεί σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επικαλείται την επιστροφή στην οικονομική κανονικότητα και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο τραπεζικό σύστημα.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αμείλικτο: Πώς είναι δυνατόν μια κυβέρνηση που διακηρύσσει ότι η χώρα έχει απαλλαγεί από τις μνημονιακές δεσμεύσεις να επιχειρεί να νομοθετήσει διατάξεις που ενδέχεται να αποδειχθούν σκληρότερες για τους οφειλέτες από εκείνες της μνημονιακής περιόδου;
Η σφοδρή αντίδραση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, που ζήτησε την άμεση απόσυρση της διάταξης, ανέδειξε το μέγεθος του προβλήματος. Διότι εδώ δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική τροποποίηση της νομοθεσίας περί ιδιωτικού χρέους, αλλά για μια ουσιαστική μεταβολή της ισορροπίας μεταξύ πιστωτών και δανειοληπτών, με ευθεία επίδραση στις δικονομικές εγγυήσεις που συνοδεύουν την αναγκαστική εκτέλεση.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν και το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ που επέκριναν σφόδρα την κυβέρνηση.
Ωστόσο, το πολιτικό ζήτημα, δεν εξαντλείται με την απόσυρση της επίμαχης διάταξης. Αφορά πρωτίστως το ποιος τη συνέταξε, ποιος την ενέκρινε και με ποια επιχειρήματα το οικονομικό επιτελείο θεώρησε αναγκαίο να προσφέρει ένα τόσο ισχυρό πρόσθετο εργαλείο στις τράπεζες και στους διαχειριστές των κόκκινων δανείων. Και ως προς το ζήτημα αυτό ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ως ο αρμόδιος υπουργός πρέπει να δώσει εξηγήσεις.
Να απαντήσει στο ερώτημα αν υπάρχει ευρωπαϊκό προηγούμενο που να επιτρέπει ειδικά σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης να αποκτούν εκτελεστό τίτλο μέσω μιας απλής διμερούς σύμβασης ρύθμισης δανείου, χωρίς πρόσθετες εγγυήσεις ελέγχου της απαίτησης; Η απάντηση είναι δεν υπάρχει.
Το Dnews.gr παραθέτει πέντε παραδείγματα για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ψηφιζόταν η διάταξη:
Ο δανειολήπτης που ρύθμισε 100.000 ευρώ και καθυστέρησε τέσσερις δόσεις
Ένας δανειολήπτης με οφειλή 100.000 ευρώ υπογράφει σύμβαση ρύθμισης με εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.
Συμφωνεί να καταβάλλει μηνιαία δόση 500 ευρώ.
Ύστερα από δύο χρόνια αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και αφήνει απλήρωτες τέσσερις δόσεις, συνολικού ύψους 2.000 ευρώ.
Με την προτεινόμενη διάταξη, επειδή οι καθυστερούμενες καταβολές υπερβαίνουν την αξία τριών δόσεων, ο δανειστής θα αποκτούσε δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης.
Η καταγγελία θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναβίωση της αρχικής απαίτησης, με αφαίρεση των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί και εφαρμογή των προβλεπόμενων όρων εκτοκισμού.
Το αποτέλεσμα: Αντί να διεκδικεί μόνο τις τέσσερις καθυστερούμενες δόσεις, ο δανειστής θα μπορούσε να επιδιώξει την αναγκαστική είσπραξη ολόκληρης της αναβιώσασας απαίτησης, χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής.
Η οικογένεια που αμφισβητεί το υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου
Μια οικογένεια έχει στεγαστικό δάνειο το οποίο έχει μεταβιβαστεί σε fund.
Η εταιρεία διαχείρισης εμφανίζει οφειλή 150.000 ευρώ, ενώ οι δανειολήπτες θεωρούν ότι το πραγματικό ποσό είναι χαμηλότερο, λόγω καταβολών και χρεώσεων που αμφισβητούν.
Προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο απώλειας της κατοικίας τους, υπογράφουν συμφωνία ρύθμισης.
Αργότερα, λόγω οικονομικής αδυναμίας, παραβιάζουν τους όρους αποπληρωμής και συγκεντρώνουν καθυστερήσεις μεγαλύτερες από την αξία τριών δόσεων.
Εφόσον ο δανειστής καταγγείλει τη συμφωνία, θα μπορεί να επικαλεστεί την εκτελεστότητα της σύμβασης, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Το αποτέλεσμα: Η οικογένεια θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς να έχει προηγηθεί ο δικαστικός έλεγχος που πραγματοποιείται κατά την έκδοση διαταγής πληρωμής.
Θα διατηρούσε τη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης, αλλά θα έπρεπε να αναλάβει την πρωτοβουλία και το κόστος της σχετικής διαδικασίας.
Ο μικροεπιχειρηματίας που κινδυνεύει να χάσει την επαγγελματική του περιουσία
Ένας μικροεπιχειρηματίας οφείλει 80.000 ευρώ από επιχειρηματικό δάνειο.
Για να διατηρήσει την επιχείρησή του, συνάπτει συμφωνία ρύθμισης με τον διαχειριστή της απαίτησης.
Για αρκετούς μήνες εξυπηρετεί κανονικά τη συμφωνία.
Ωστόσο, μια προσωρινή πτώση του τζίρου προκαλεί καθυστέρηση δόσεων.
Εάν το συνολικό ποσό των καθυστερήσεων υπερβεί την αξία τριών δόσεων και η σύμβαση καταγγελθεί, ο δανειστής θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τη σύμβαση ως εκτελεστό τίτλο.
Το αποτέλεσμα: Ο επιχειρηματίας θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών ή περιουσιακών στοιχείων, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη διαταγή πληρωμής.
Μια προσωρινή δυσκολία ρευστότητας θα μπορούσε έτσι να εξελιχθεί σε σοβαρή απειλή για τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Ο εγγυητής που υπέγραψε τη ρύθμιση και κινδυνεύει για χρέος άλλου
Ένας πατέρας έχει εγγυηθεί επιχειρηματικό δάνειο του παιδιού του.
Όταν το δάνειο περιέρχεται σε καθυστέρηση, συμμετέχει ως εγγυητής σε νέα σύμβαση ρύθμισης.
Η επιχείρηση όμως αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και η συμφωνία δεν τηρείται.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταγγελίας, η σύμβαση ρύθμισης θα αποτελεί εκτελεστό τίτλο όχι μόνο κατά του πρωτοφειλέτη αλλά και κατά του εγγυητή που έχει συμβληθεί.
Το αποτέλεσμα: Ο δανειστής θα μπορούσε να στραφεί και κατά της περιουσίας του εγγυητή, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον του.
Η διάταξη θα επηρέαζε συνεπώς όχι μόνο τους βασικούς δανειολήπτες αλλά και πρόσωπα που έχουν αναλάβει συμβατικές υποχρεώσεις για την εξασφάλιση των δανείων τους.
Ο οφειλέτης που υπογράφει ρύθμιση και βλέπει να εγγράφεται προσημείωση υποθήκης
Ένας πολίτης οφείλει 60.000 ευρώ από καταναλωτικά και άλλα δάνεια.
Υπογράφει συμφωνία ρύθμισης, επιδιώκοντας να αποπληρώσει σταδιακά τις υποχρεώσεις του.
Η προτεινόμενη διάταξη, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την καταγγελία.
Προέβλεπε επιπλέον ότι η σύμβαση ρύθμισης θα επέτρεπε την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ.
Το αποτέλεσμα: Ο δανειστής θα αποκτούσε ένα πρόσθετο μέσο εξασφάλισης της απαίτησής του, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, ακόμη και πριν από την οριστική αποτυχία της ρύθμισης, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Αυτό θα μπορούσε να δυσχεράνει τη μεταβίβαση ή την αξιοποίηση του ακινήτου.
Η σιωπή των τραπεζών και των servicers μετά την απόσυρση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, πάντως, η στάση των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) μετά την απόσυρση της επίμαχης διάταξης. Εκπρόσωποί τους δεν αντέδρασαν στην κυβερνητική υπαναχώρηση, υποστηρίζοντας ότι η απόσυρση δεν επηρεάζει ουσιαστικά τη δραστηριότητά τους ούτε τις δυνατότητες διεκδίκησης των απαιτήσεών τους.
Τι έλεγε η κυβέρνηση πριν από την απόσυρση του άρθρου 23
Λίγο πριν την ανακοίνωση ότι αποσύρεται το άρθρο 23, η κυβέρνηση είχε υπεραμυνθεί της διάταξης, επιχειρώντας να απαντήσει στη σφοδρή κριτική για τις αλλαγές στο καθεστώς διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων.
Η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι η κριτική παραγνώριζε το πραγματικό περιεχόμενο της διάταξης, αναφέροντας ότι κανένας servicer δεν αποκτούσε δικαίωμα μονομερούς δημιουργίας εκτελεστών τίτλων. Διευκρίνιζε ότι η πρόβλεψη αφορούσε αποκλειστικά συμβάσεις ρύθμισης που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ πιστωτή και δανειολήπτη και όχι τις αρχικές δανειακές συμβάσεις. Συνεπώς, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, δεν παρεχόταν στις εταιρείες διαχείρισης γενική εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η συναίνεση του οφειλέτη. Η κυβέρνηση επέμεινε ότι η αλλαγή αποσκοπούσε στην αποφυγή πρόσθετων διαδικασιών όταν έχει ήδη επιτευχθεί συμφωνία, ενώ υποστήριξε ότι οι καθυστερήσεις μπορούν να επιβαρύνουν τους δανειολήπτες με επιπλέον τόκους και έξοδα.
Στις καταγγελίες περί κατάργησης της δικαστικής προστασίας, η κυβερνητική πλευρά αντέτεινε ότι παρέμενε πλήρως κατοχυρωμένη η δυνατότητα προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Επικαλέστηκε το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, βάσει του οποίου ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης, αμφισβητώντας τόσο την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου όσο και την ίδια την απαίτηση. Παράλληλα, τόνισε ότι οι πιστωτές εξακολουθούσαν να υποχρεούνται να τεκμηριώνουν τις απαιτήσεις τους. Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο της αντιπαράθεσης παρέμενε εάν η δυνατότητα εκ των υστέρων δικαστικής αμφισβήτησης παρείχε επαρκείς εγγυήσεις απέναντι στην επιτάχυνση των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ως απάντηση στις επικρίσεις, η κυβέρνηση πρόβαλε επίσης τις νέες υποχρεώσεις διαφάνειας των servicers, με δωρεάν πρόσβαση των δανειοληπτών στα έγγραφα της οφειλής, στο ιστορικό πληρωμών και στις επιμέρους χρεώσεις. Παράλληλα, ανέφερε ότι προβλέπονταν περισσότερες δυνατότητες ρύθμισης μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού και διμερών συμφωνιών, ακόμη και για όσους έχουν αποτύχει σε προηγούμενες προσπάθειες: για την κύρια κατοικία πρόσθετες δυνατότητες προστασίας υπό προϋποθέσεις και για τους ευάλωτους οφειλέτες αξιοποίηση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων.
































