Το Μαξίμου αναζητά το σωστό μείγμα προεκλογικής στρατηγικής. Έναντι των αντιπάλων και έναντι της κοινωνίας.Το «βραχυκύκλωμα» στρατηγικής για την κυβέρνηση προκαλείται από τρεις αστάθμητους παράγοντες.
Την επιστροφή Τσίπρα, το «αγκάθι» Σαμαρά και την δημοσκοπική απήχηση της κυβέρνησης σε επίπεδο πολιτικών.
«Βραχυκύκλωμα» και αντιφάσεις στην στρατηγική
Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση δεν κινείται με σαφές σχέδιο. Επίσημα δηλώνει ότι δεν επιλέγει πολιτικό αντίπαλο βαφτίζοντας «αντίπαλο» τα προβλήματα του κόσμου και μετά αναλώνεται σε επιθέσεις – κυρίως προς τον Τσίπρα.
Κι ενώ επιλέγει αντίπαλο τον Τσίπρα – θέλει δε θέλει – μετά φαίνεται να το μετανιώνει ..
Κι ενώ υποστηρίζει ότι δεν επιλέγει εσωκομματικό αντίπαλο τον Αντώνη Σαμαρά μετά ασχολείται διαρκώς μαζί του.
Με το ερώτημα αν πρέπει να ρίξει το βάρος της προς το κέντρο ή την δεξιά να μένει μετέωρο. Με τις γνώμες να διχάζονται. Και την αμηχανία να είναι έκδηλη.
Ο παράγοντας Τσίπρας
Η αρχική αντίληψη στο Μαξίμου ότι η επαναφορά Τσίπρα βοηθάει την Ν.Δ. να συσπειρωθεί μπορεί να επιβεβαιώνεται αφού η Ν.Δ. «τσιμπάει» δημοσκοπικά αλλά ταυτόχρονα προβληματίζει.
Πρώτον, διότι η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επωφεληθεί δημοσκοπικά; Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται με ένα νέο κόμμα, νέα πρόσωπα και νέα αντίληψη με αποτέλεσμα οι όποιες επιθέσεις της κυβέρνησης για την διακυβέρνηση Τσίπρα την περίοδο ΄2014-΄19 να πέφτουν στο κενό. Με την ΕΛΑΣ να προσπερνάει τις επιθέσεις και να μιλάει για το αύριο. Αποτέλεσμα η Ν.Δ. καταναλώνει μεγάλη πολιτική ενέργεια για μία ..μονόπαντη κόντρα. Διότι η κυβέρνηση μπορεί να θέλει να δείξει ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει παρελθόν και ότι δεν προέρχεται από παρθενογένεση. Με την μόνη διαφορά ότι το «ταγκό της αντιπαράθεσης» θέλει δύο και εν προκειμένω ο μόνος πρόθυμος να το χορέψει είναι η Ν.Δ.
«It takes two to tango»
Ταυτόχρονα η Ν.Δ. βλέπει ότι η απήχηση της συγκεκριμένης επίθεσης στον Αλέξη Τσίπρα έχει όρια. Με ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων της να έχει «χωνέψει» την διακυβέρνηση Τσίπρα. Με αποτέλεσμα να μην δημιουργούνται τα ίδια «φοβικά» αντανακλαστικά του παρελθόντος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε η Ν.Δ. εναντίον του κ. Τσίπρα με αφορμή την δολοφονική επίθεση με γκαζάκια σε στελέχη της Ν.Δ. στη Θεσσαλονίκη. Κράτησε δύο ημέρες και μετά ξεφούσκωσε.
Προβληματισμός για την δυναμική Τσίπρα
Το κόμμα Τσίπρα επιπλέον που ήρθε να καλύψει μία υπαρκτή ανάγκη στην Αριστερά – αυτή της πολυδιάσπασης του χώρου- θα αποκτήσει την δική του δυναμική. Με αρκετούς στο Μαξίμου να θέλουν να βάλουν «Τσιπρόμετρο». Δηλαδή, να ελέγξουν την δυναμική του νέου κόμματος. Μπορεί να μην τους ενοχλεί που έχει φθάσει το 15% αλλά δεν θέλουν να ανέλθει , για παράδειγμα- στο 20%. Με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικές εισηγήσεις για το πώς πρέπει να τον αντιμετωπίσουν.
Με τους πλέον έμπειρους στην κυβέρνηση να επιμένουν ότι η άνοδος του Τσίπρα δεν πρέπει να φοβίζει τη Ν.Δ. «Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας. Και να ανεβαίνει η δική μας συσπείρωση και να μην ανεβαίνει πολύ ο Τσίπρας. Διότι μόνο εάν ο Αλέξης Τσίπρας πλησιάσει τη Ν.Δ. μπορεί να προκληθεί συσπείρωση στη Ν.Δ. Αν έχουμε 13 μονάδες διαφορά, ποιος ψηφοφόρος της Ν.Δ. θα τρομάξει;» σχολιάζουν.
Το «αγκάθι» Σαμαράς
Ο κίνδυνος από το «αντάρτικο» Σαμαρά για την κυβέρνηση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Πρώτον, καπελώνει την όποια θετική είδηση θέλει να προβάλει η κυβέρνηση. Αφού όλοι ασχολούνται με τον εσωκομματικό εμφύλιο.
Δεύτερον, η μετωπική Μαξίμου-Σαμαρά αναβαθμίζει τον πρώην πρωθυπουργό σε «ισότιμο αντίπαλο» και ακυρώνει την αρχική πρόβλεψη του Μαξίμου να γίνει ο Αντώνης Σαμαράς με την πάροδο του χρόνου μία «γραφική φιγούρα».
Και όσο και αν η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί ανήκουν στο παρελθόν με κάθε τους κίνηση υπενθυμίζουν στους ψηφοφόρους της Ν.Δ. ότι είναι «παρών». Και μάλιστα υπολογίσιμο.
Η αλήθεια είναι ότι ο Παύλος Μαρινάκης κάνει προσπάθειες να «παγώσει» τον παράγοντα Σαμαρά. Λέγοντας ότι θα ασχοληθεί η κυβέρνηση μαζί του όταν κάνει κόμμα. Όμως η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Διότι καθημερινά οι υπουργοί και οι βουλευτές της Ν.Δ. καλούνται να απαντήσουν στις πρωτοβουλίες του πρώην πρωθυπουργού.
Οι οποίες όσο θα περνάει ο καιρός θα αυξάνονται.
..Με τον χαρακτηρισμό «προδότης» που έρχεται από το μακρινό ΄93 να μην συγκινεί και να μην πείθει πολλούς. Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα ήθελε το Μαξίμου. Αφού έκτοτε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της Ν.Δ. Με την σημερινή κυβέρνηση να έχει δώσει δικαιώματα για να δυσφορήσει ένα μέρος των ψηφοφόρων της.
Η ανταπόκριση της κοινωνίας στο «είπαμε, το κάναμε»
Η κυβέρνηση σωστά έχει πιάσει ότι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσει είναι το στοίχημα της κοινωνίας. Αν, δηλαδή, λύνει ουσιαστικά προβλήματα.
Και εδώ υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο πρώτος που απαριθμεί σειρά έργων και πολιτικών που ωριμάζουν και υλοποιούνται. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της επίλυσης πιο σύνθετων προβλημάτων που ταλαιπωρούν τον κόσμο και περιμένουν αποτελεσματικές λύσεις.
Το Μαξίμου φαίνεται να έχει επιλέξει τον πρώτο δρόμο. Των επιτυχιών σε επιμέρους πολιτικές που όλες μαζί – όπως λένε στο Μαξίμου- δημιουργούν την αίσθηση της προσπάθειας και της εξέλιξης σε όλα τα επίπεδα. Από την αναβάθμιση σχολείων και νοσοκομείων μέχρι το νέο στόλο των τραίνων. Εξ ου και διατηρεί ακόμη ένα ισχυρό δημοσκοπικό προβάδισμα.
Κριτική εκ των έσω
Κάποιοι, ωστόσο, κυβερνητικοί παράγοντες επιμένουν ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας απαιτεί πιο επίμονη και πιο σκληρή δουλειά. Με πολιτικές που συνδέονται απευθείας με τις ανάγκες της κοινωνίας.
Και φέρνουν ως παράδειγμα την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στη Θεσσαλονίκη. «Η δουλειά της κυβέρνησης δεν είναι να σχολιάζει την αντιπολίτευση. Αυτή είναι δουλειά των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δουλειά της κυβέρνησης είναι να πράττει. Να μας πει πότε θα πιάσει τους δράστες και τι θα κάνει για να κλείσει νομικά παράθυρα ή να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία» λένε.
Παραθέτοντας μία σειρά από ανάλογα παραδείγματα. Όπως η συνολική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Που δρα οριζόντια. Και μπλέκεται πλέον με την νεανική εγκληματικότητα, την οπαδική βία, την σχολική βία και το κοινό έγκλημα. «Πού είναι οι παρεμβάσεις μας στην κοινωνία; Στις οικογένειες στις γειτονιές;» αναρωτιούνται υπονοώντας ότι οι πολίτες κρίνουν τις κυβερνήσεις στα δύσκολα.




























