Ο Ουκρανικός Πόλεμος έχει εισέλθει σε μια φάση κατά την οποία οι αρχικές προσδοκίες για μια αποφασιστική ανατροπή των συσχετισμών επί του πεδίου της μάχης έχουν δώσει τη θέση τους στη συνειδητοποίηση μιας πολύ πιο δύσκολης πραγματικότητας. Οι κατά καιρούς επιτυχίες σε τοπικές ουκρανικές αντεπιθέσεις εξακολουθούν να δημιουργούν ανατροπές σε επιμέρους σημεία του μετώπου, όμως δεν έχουν μέχρι σήμερα μεταβάλει τη συνολική εικόνα του πολέμου. Το ίδιο ισχύει και για την εντυπωσιακή ουκρανική επιχείρηση προσβολής των ρωσικών ενεργειακών υποδομών με drones κατά τη διάρκεια του θέρους, η οποία, υποτίθεται, θα γύριζε τη ροή του πολέμου, αναγκάζοντας τη Μόσχα να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση αδυναμίας. Αυτό που συνέβη είναι ότι η Ρωσία εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή πίεση σε κρίσιμους άξονες του Ντονμπάς, συνεχίζοντας την προέλασή της –αργά, με διακοπές και βαριές απώλειες–, ενώ απάντησε στην ουκρανική επιχείρηση drones με τη δική της, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, με στόχο ουκρανικές ενεργειακές υποδομές και logistics.
Το πρόβλημα για το Κίεβο είναι βαθύτερο από την απώλεια μερικών δεκάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ένας πόλεμος φθοράς απαιτεί ανθρώπινο δυναμικό, όπλα, πυρομαχικά και οικονομική αντοχή. Εδώ βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία της Ουκρανίας: στην αδυναμία της να διατηρήσει επί μακρόν μια πολεμική προσπάθεια τέτοιας έντασης, με μια ευρωπαϊκή στήριξη που πρέπει ταυτόχρονα να διατηρείται πολιτικά, στρατιωτικά και δημοσιονομικά. Δεν αρκούν οι δηλώσεις. Η κυβέρνηση της Ουκρανίας δεν έχει αρκετούς αντιβαλλιστικούς πυραύλους, ούτε τις δεξαμενές για να αντλήσει νέους στρατιώτες – για την ακρίβεια, η στρατολόγηση γίνεται όλο και πιο βίαιη, καθώς όλο και λιγότεροι Ουκρανοί είναι πρόθυμοι να θυσιαστούν σε έναν πόλεμο στον οποίο ίσως δεν πιστεύουν πια. Αυτό που έχει είναι μια δημοσιονομική τρύπα 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία δεν μπορεί να εξηγήσει στους Ευρωπαίους υποστηρικτές της, την ίδια ώρα που τους ζητά επίμονα να την καλύψουν, εν μέσω διαρκών –και βάσιμων– καταγγελιών για διαφθορά πρωτοφανούς κλίμακας.
Η ιδέα ότι η διαρκής δυτική υποστήριξη θα οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, σε μια αποφασιστική ουκρανική νίκη, στην οποία πόνταραν τα πάντα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, έχει αποδειχθεί μη ρεαλιστική. Και μαζί με αυτή την προσδοκία υποχωρεί και η βεβαιότητα ότι η Ευρώπη μπορεί να καθορίσει την τελική έκβαση μιας σύγκρουσης στην οποία έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κεφάλαιο. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες βρίσκονται μπροστά σε ένα πρόβλημα δικής της στρατηγικής. Επέλεξαν να ταυτιστούν με την έκβαση ενός πολέμου που δεν ελέγχουν και, αντί να προετοιμαστούν έγκαιρα για μια διαπραγματευτική διευθέτηση με ευρωπαϊκή σφραγίδα, επένδυσαν πολιτικά στην προοπτική της συνέχισης της σύγκρουσης μέχρι την επίτευξη μιας στρατηγικής ρωσικής ήττας. Οι συνέπειες αυτής της επιλογής είναι πασιφανείς και στην εσωτερική πολιτική σκηνή πολλών ευρωπαϊκών κρατών. Στη Γερμανία, μετά τη νίκη της AfD στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ και το καταστροφικό για το CDU αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν βλέπει τίποτα λάθος στις βασικές πολιτικές της επιλογές (όχι μόνο στο ουκρανικό ζήτημα), μολονότι το πολιτικό μέλλον του ίδιου του Καγκελαρίου αρχίζει να δείχνει εξαιρετικά δυσοίωνο. Στη Γαλλία ο Μακρόν είναι ήδη εδώ και μήνες ένας πρόεδρος με ημερομηνία λήξης, και η πολιτική σκηνή της χώρας έχει στραφεί στην προετοιμασία για μια πιθανή προεδρία Λεπέν.
Από την πλευρά της, η Ρωσία δίνει στη σύγκρουσή της με την Ευρώπη μια σαφή υβριδική διάσταση. Το περιστατικό με την εύρεση οπλισμένου μη επανδρωμένου αεροσκάφους σε αεροδρόμιο της Λειψίας, το οποίο η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε σε ρωσική επιχείρηση με στρατιωτικό υλικό, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης, όπως και μια σειρά άλλων «ανεξήγητων» σαμποτάζ. Διεξάγει η Ρωσία υβριδικό πόλεμο; Κατά πάσα πιθανότητα, ναι. Από την άλλη, σε ένα τέτοιο περιβάλλον πρέπει κανείς να είναι εξαιρετικά προσεκτικός στην απόδοση ευθυνών, όπως δίδαξε η υπόθεση της ανατίναξης του Nordstream. Το σίγουρο είναι ότι τα όρια ανάμεσα στο ουκρανικό θέατρο επιχειρήσεων και στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Αυτό μπορεί να σηματοδοτεί μια ελεγχόμενη κλιμάκωση, η οποία δεν παύει όμως να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Ίσως μάλιστα, για κάποιους κύκλους, να είναι και μια διέξοδος πολιτικής επιβίωσης. Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Πολωνού Υπουργού Εξωτερικών ή κάποιων Βαλτικών αξιωματούχων που φαντασιώνονται την κατάληψη του (πυρηνικά εξοπλισμένου) Καλίνιγκραντ είναι ενδεικτικές.
Η Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: μία από τα ίδια
Η ευρωπαϊκή αμηχανία αποτυπώθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο στην ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης στις 16 Σεπτεμβρίου. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσίασε μια σειρά από «φιλόδοξες πρωτοβουλίες» για την ασφάλεια και τη διεθνή θέση της Ευρώπης, οι οποίες, μακριά από το να δίνουν την πολυπόθητη δυναμική εικόνα που μάλλον επιδίωκε η ίδια, μάλλον αποκαλύπτουν ακόμα περισσότερο το κενό στρατηγικής που προσπαθεί να καλύψει η Ευρώπη.
Πρώτη και πλέον «εντυπωσιακή» ήταν η πρόταση να γίνει ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια η φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε ότι πρόκειται για μια νέα μορφή σχέσης, χωρίς προηγούμενο. Πράγματι, είναι τόσο χωρίς προηγούμενο, ώστε δεν προβλέπεται καν στις Συνθήκες. Ας σημειωθεί εδώ ότι η ιδέα του «συνδεδεμένου μέλους» έχει ανακύψει και για την Ουκρανία, λόγω των δυσκολιών πλήρους ένταξης αυτής της χώρας, που πηγαίνουν πολύ πέρα από την τωρινή της εμπόλεμη κατάσταση.
Τα ακριβή δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας αυτής ιδιότητας δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Τι ακριβώς προσθέτει, για παράδειγμα, στην εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά (CETA), την οποία παρεμπιπτόντως δεν έχουν ακόμα κυρώσει δέκα κράτη-μέλη; Εάν έχει και μια διάσταση ασφάλειας, σε τι διαφέρει αυτή από όσα ήδη προσφέρει ο Καναδάς στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ως εξέχον μέλος του ΝΑΤΟ; Πέρα από μια συμβολική αξία ως κίνηση που θα ενοχλήσει τις ΗΠΑ, έχει κάποια άλλη διάσταση; Η δημιουργία μιας νέας κατηγορίας εταιρικής σχέσης με τον Καναδά λύνει το πρόβλημα της ευρωπαϊκής άμυνας, το πρόβλημα της ενεργειακής και βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας ή το πρόβλημα του πολέμου στην Ουκρανία;
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η (όχι καινοφανής) πρόταση για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας, με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εταίρων όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία, η Ουκρανία και ο Καναδάς. Η πρωτοβουλία συνοδεύτηκε από την ιδέα ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού συλλογικής διαβούλευσης και αντίδρασης σε υβριδικές απειλές που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ. Πρόβλεψη που όμως ήδη υπάρχει ως ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες! Εδώ ακριβώς βρίσκεται το παράδοξο: η Ευρώπη αναζητά νέους μηχανισμούς ασφάλειας, την ίδια στιγμή που εξακολουθεί να θεωρεί το ΝΑΤΟ θεμελιώδη πυλώνα της άμυνάς της. Σε τι ακριβώς θα διαφέρει λοιπόν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας από τους διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας που ήδη λειτουργούν μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ και μάλιστα ειδικά για τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του; Εικάζει κανείς ότι, εάν τελικά πραγματοποιηθεί, θα είναι κάτι ελάχιστα περισσότερο από μια ακόμα ευκαιρία για μια οικογενειακή φωτογραφία (και ένα καλό δείπνο).
Και επειδή η ΕΕ δεν μπορεί να μην είναι η ΕΕ, η φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε και ένα νέο «Συνέδριο της Ευρώπης» για το 2027, με αφορμή την 70ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης. Στόχος, η συγκέντρωση διανοουμένων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, επιστημόνων και πολιτών για την «ανακατάληψη της ευρωπαϊκής φαντασίας» σε μια προσπάθεια αναζήτησης ενός «νέου ευρωπαϊκού αφηγήματος». Ωστόσο, αυτό από το οποίο πάσχει η Ευρώπη σήμερα δεν είναι η έλλειψη αφηγήματος την οποία θα καλύψει ακόμα μία διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης, που θα καταλήξει σε ακόμα μία ωραία διακήρυξη, για να περάσει αμέσως μετά στην ίδια ιστορική λήθη όπου αναπαύονται όλες οι προηγούμενες.
(Ο Γιάννης Γούναρης είναι Δικηγόρος, LLM London School of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 35ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ)




























