Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη σε ιδιωτικό ιατρείο στην Αθήνα, την 9-9-2026, από ανακοπή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα ΜΜΕ, φέρνει στο προσκήνιο πλείστα όσα θέματα ιατρικής ευθύνης και ιατρικής δεοντολογίας. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε ακροθιγώς σε ορισμένα από αυτά. Διευκρινίζουμε ότι τα κατωτέρω αναφερόμενα ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδειχθούν ακριβή όσα έγιναν γνωστά από τα ΜΜΕ.
Κατ΄ αρχάς, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο γνωστός τραγουδιστής την ανωτέρω ημερομηνία μετέβη σε ιδιωτικό ιατρείο, όπου είχε προγραμματισθεί η υποβολή του σε συγκεκριμένη ιατρική πράξη και συγκεκριμένα σε πλασμαφαίρεση. Για την ανωτέρω ιατρική πράξη δεν υπήρχε καμία ιατρική ένδειξη. Περαιτέρω ο ένας εκ των γιατρών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο ανωτέρω ιατρείο είναι παθολόγος, η δε ετέρα στερείται ειδικότητας. Το ιατρείο δεν διέθετε την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή για την διαχείριση επιπλοκών της θεραπείας και εν γένει επειγόντων περιστατικών. Κατά την ως άνω διαδικασία ο ανωτέρω παθών υπέστη ανακοπή. Αρκετά μεγάλο, για τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα μετά την εκδήλωση της ανακοπής, κλήθηκε το ΕΚΑΒ για την διακομιδή του ασθενή σε νοσοκομείο και πράγματι αυτός διακομίσθηκε σε εφημερεύον νοσοκομείο, όπου παρά τις προσπάθειες των γιατρών για τη διάσωσή του, διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Κατά των ως άνω γιατρών ασκήθηκε αρχικά ποινική δίωξη για την πράξη της θανατηφόρας έκθεσης και στην συνέχεια επιτρεπτώς μεταβλήθηκε η κατηγορία σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο.
Η πλασμαφαίρεση είναι μια αναγνωρισμένη, πολύπλοκη ιατρική πράξη η οποία εφαρμόζεται μόνον όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη, ήτοι για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παθολογικών καταστάσεων. Αποτελεί εξειδικευμένη θεραπευτική μέθοδο εξωσωματικής κυκλοφορίας με στόχο την ταχεία απομάκρυνση από την κυκλοφορία παθολογικών ουσιών που βρίσκονται στο πλάσμα (αυτοαντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα ή άλλες πρωτεΐνες και μακρομόρια) που συμμετέχουν άμεσα στην παθογένεια μιας νόσου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θεραπεία επιτρέπει παράλληλα και την αναπλήρωση φυσιολογικών συστατικών του πλάσματος που απουσιάζουν ή βρίσκονται σε ανεπαρκή επίπεδα. Λόγω της σοβαρότητας και της πολυπλοκότητας της ιατρικής πράξης και των πιθανών επιπλοκών της (π.χ. απότομη πτώση της πίεσης, αλλεργικές αντιδράσεις, ηλεκτρολυτικές διαταραχές), η πλασμαφαίρεση διενεργείται σε εξειδικευμένες νοσοκομειακές μονάδες υπό την συνεχή επίβλεψη εξειδικευμένων γιατρών (αιματολόγων ή νεφρολόγων) και νοσηλευτικού προσωπικού εξειδικευμένου στη διαχείριση ασθενών με συγκεκριμένα νοσήματα.
Εν προκειμένω το πρώτο θέμα το οποίο τίθεται είναι αυτό της ενημέρωσης και της συναίνεσης του παθόντα στην ιατρική πράξη.
Η ζωή και η υγεία του ανθρώπου προστατεύονται από το Σύνταγμα (άρθ. 5§§2,5, 7§2, 21§3 Σ), τον Ποινικό Κώδικα τους ειδικούς ποινικούς νόμους.
Ως τα πιο σημαντικά αγαθά της προσωπικότητας, εμπίπτουν στη διάθεση του ασθενή, ο οποίος μπορεί και έχει το δικαίωμα να αποφασίσει αν θέλει να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή ή όχι. Η σύμφωνη όμως γνώμη του ασθενή προϋποθέτει τη γνώση αυτού σχετικά με το τι συμβαίνει και τι πρόκειται να του συμβεί εξαιτίας των ιατρικών πράξεων. Αν ο ασθενής δεν έχει καμία ενημέρωση ή έχει πλημμελή ενημέρωση για την ασθένειά του και τον τρόπο της θεραπείας του δεν μπορεί να αποφασίσει έγκυρα για την πορεία των ιατρικών ενεργειών που ο ιατρός του προτείνει.
Κατ΄αρχάς θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: για την ύπαρξη έγκυρης συναίνεσης, πρέπει ο ασθενής να έχει την ουσιαστική ικανότητα να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες της συναίνεσής του. Ως προς τον τύπο της συναίνεσης, αυτός (τύπος) δεν χρειάζεται να είναι έγγραφος, μπορεί να είναι προφορικός ή να προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του ασθενή, αρκεί να μπορεί να αποδειχθεί (η συναίνεση), αν υπάρξει ανάγκη. Μόνο, κατ΄εξαίρεση, σε ορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά στο νόμο, επιβάλλεται έγγραφος τύπος της συναίνεσης, όπως π.χ. στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, στις μεταμοσχεύσεις, στην έρευνα σε άτομα που αδυνατούν να συναινέσουν. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται έγγραφος τύπος της συναίνεσης, αρκεί να μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξή της. Πέραν τούτου, τίθενται τα εξής ερωτήματα: ο θανών είχε ενημερωθεί διεξοδικά για το είδος της ασθένειας (αν υπήρχε ασθένεια), για τις ενδείξεις για την εφαρμογή της συγκεκριμένης θεραπείας, το είδος της θεραπείας, την πρόοδο της θεραπείας, τους κινδύνους ή τις επιπλοκές της θεραπείας, τις παρενέργειες της θεραπείας; Γνώριζε ότι πρόκειται για θεραπευτική παρέμβαση και μάλιστα υψηλής επικινδυνότητας και πολύπλοκη που απαιτεί νοσοκομειακό περιβάλλον και παρακολούθηση από εξειδικευμένο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό για την οποία δεν υπήρχε καμία ιατρική ένδειξη ή θεωρούσε ότι πρόκειται για μία απλή ιατρική παρέμβαση ευεξίας ή αποτοξίνωσης; Είναι λογικό ο παθών, ως μέσος κοινωνικός άνθρωπος μη έχων ιατρικές γνώσεις, να θεωρούσε ότι θα υποβαλλόταν σε μια απλή θεραπεία ευεξίας ή αποτοξίνωσης. Αν παρ΄όλα αυτά υποτεθεί ότι υπήρχε ενημέρωση για τα ανωτέρω, από ποίον έγινε αυτή; Διότι η ενημέρωση πρέπει να γίνει από γιατρό ειδικότητας ανάλογης με την νόσο του ασθενή, εν προκειμένω δε από ιατρούς αιματολόγους ή νεφρολόγους (αν υπήρχε ασθένεια). Είχε λάβει χώρα ενημέρωση στην συγκεκριμένη περίπτωση από ειδικό γιατρό (αιματολόγο ή νεφρολόγο) ή η ενημέρωση έγινε από τους κατηγορούμενους οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν την ειδικότητα του αιματολόγου ή νεφρολόγου για να προβούν στην ενημέρωση, αλλά αντίθετα, σύμφωνα με αυτά που έχουν γίνει γνωστά, διατήρησαν την πλάνη του θανόντος σχετικά με τη φύση της θεραπείας; Είναι καταφανές λοιπόν ότι η συγκεκριμένη ιατρική πράξη είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι ελλείπει η (έγκυρη )συναίνεση του ασθενή λόγω πλημμελούς ενημέρωσης αυτού και δεν δύναται να υποστηριχθεί ότι συντρέχει άλλος λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης και συγκεκριμένα αυτός της «εξυπηρέτησης του αληθούς συμφέροντος του εγχειρουμένου» (ο οποίος γίνεται δεκτός εφόσον υπάρχει συναίνεση του ασθενή και συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις ), δεδομένου ότι και αυτός ο λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης προϋποθέτει την συναίνεση του ασθενή, που εν προκειμένω δεν υπάρχει, και επιπλέον η συγκεκριμένη ιατρική παρέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσε το αληθές συμφέρον του ασθενή. Εν προκειμένω πρέπει να διευκρινισθεί ότι κάθε χειρουργική επέμβαση και κάθε επεμβατική ιατρική πράξη, και αν ακόμα είναι επιτυχημένη, συνιστούν το αδίκημα της σωματικής βλάβης με τις διαβαθμίσεις του (άρθ. 308 επ. ΠΚ). Έτσι ανάλογα με τη βαρύτητα, τον τρόπο, τις συνθήκες, καθώς και το αποτέλεσμά της μπορεί να είναι απλή, βαριά κ.λπ. Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται λόγω της συναίνεσης του παθόντα, όταν πρόκειται για απλή σωματική βλάβη, ενώ για τις λοιπές περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων και ιατρικών παρεμβατικών πράξεων λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης αποτελεί ο χαρακτήρας τους ως «εξυπηρετουσών το αληθές συμφέρον του ασθενή» υπό την προϋπόθεση πάντοτε της ύπαρξης της συναίνεσης του ασθενή. Έτσι στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ανωτέρω ιατρική πράξη που έγινε χωρίς την (έγκυρη) συναίνεση του παθόντα είναι αξιόποινη καθ΄εαυτήν, ήτοι και αν ακόμα δεν είχε επέλθει ο θάνατος του παθόντα, φέρει δε τον χαρακτήρα, ως εκ της βαρύτητάς της και του αποτελέσματός της, της κακουργηματικής πράξης της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης (άρθ. 310 &&2,3 ΠΚ).
Το δεύτερο θέμα το οποίο τίθεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα πάντοτε με όσα έχουν γίνει γνωστά, είναι αυτό της ανάληψης του ιατρικού περιστατικού από τους γιατρούς του συγκεκριμένου ιδιωτικού ιατρείου, εκ των οποίων (γιατρών) ο ένας έχει την ειδικότητα του παθολόγου, η δε ετέρα τυγχάνει γιατρός άνευ ειδικότητας. Η παρακολούθηση του ασθενή από ιατρούς των κατάλληλων ειδικοτήτων και η ύπαρξη του κατάλληλου τεχνικού εξοπλισμού είναι παράγοντες που κατά κύριο λόγο προσδιορίζουν την επιτυχία μίας ιατρικής πράξης. Εκ προοιμίου να αναφερθεί ότι ο γιατρός υποχρεούται να μην αναλαμβάνει τη διενέργεια επεμβάσεων ή ιατρικών παρεμβατικών πράξεων αν δεν υπάρχει το αναγκαίο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και η κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, εκτός αν η επέμβαση είναι επείγουσα, δηλαδή υφίσταται άμεσος κίνδυνος για την ζωή του ασθενή και δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής του ασθενή σε νοσοκομείο- προϋποθέσεις που στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν το περιστατικό καίτοι γνώριζαν ότι δεν υπήρχε καμία ιατρική ένδειξη για την εφαρμογή της ιατρικής πράξης της πλασμαφαίρεσης, καίτοι γνώριζαν την σοβαρότητα και την επικινδυνότητα της ιατρικής πράξης, καίτοι γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη πράξη τελείται μόνο εντός νοσοκομειακού περιβάλλοντος, καίτοι γνώριζαν ότι απαιτείται συνεχής παρακολούθηση του ασθενή από ειδικούς γιατρούς και από νοσηλευτές εξειδικευμένους στην διαχείριση ασθενών που υποβάλλονται σε πλασμαφαίρεση, καίτοι γνώριζαν ότι οι ίδιοι δεν έχουν την απαιτούμενη για την συγκεκριμένη ιατρική πράξη ειδικότητα, καίτοι γνώριζαν ότι το ιατρείο δεν διέθετε την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή για την διαχείριση του περιστατικού και ιδίως σε περίπτωση επιπλοκών. Η ανάληψη λοιπόν του περιστατικού αυτού από τους κατηγορουμένους υπό τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, ενδεικνύει ότι αυτοί γνώριζαν ότι από την πράξη τους ενδέχεται να επέλθει ο θάνατος του παθόντα και το αποδέχθηκαν. Είναι σαφές, κατόπιν τούτου, ότι η πράξη τους πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο (άρθ. 299&1 ΠΚ), όπως μεταβλήθηκε ορθώς η κατηγορία, και όχι της θανατηφόρου έκθεσης (άρθ. 306&&1,2β ΠΚ), όπως ασκήθηκε αρχικώς η ποινική δίωξη, η οποία απαιτεί ( ενόψει της ρήτρας επικουρικότητας ) αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα του θανάτου, η οποία (αμέλεια) εν προκειμένω δεν συντρέχει, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι από την πράξη τους ενδέχεται να επέλθει ο θάνατος και το αποδέχθηκαν, ενώ στην περίπτωση της (ενσυνείδητης) αμέλειας ο δράστης προβλέπει ότι από την συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το οποίο αποκρούει και δεν το αποδέχεται μεν, ενεργεί όμως πιστεύοντας ότι δεν θα επέλθει.
Τρίτο θέμα, άξιο μνείας, είναι η συμπεριφορά των συγκεκριμένων γιατρών του ιδιωτικού ιατρείου, όπως αυτή έχει καταγραφεί από τα ΜΜΕ, μετά την εκδηλωθείσα ανακοπή. Αρκετά μεγάλο, για τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα μετά την εκδήλωση της ανακοπής, όπως έχει γίνει γνωστό, κλήθηκε το ΕΚΑΒ για την διακομιδή του ασθενή σε νοσοκομείο. Ο γιατρός κατά την στιγμή αυτή «παραδίδει» τον ασθενή του σε έναν άλλον γιατρό. Κατά το άρθρο 8&6 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας « Όταν ο ιατρός, μετά το πέρας των καθηκόντων του, παραδίδει τη φροντίδα του ασθενή του σε άλλο συνάδελφό του, πρέπει να εξασφαλίζει ότι η διαδικασία παράδοσης γίνεται αποτελεσματικά και μετά από ακριβή και σαφή ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση, τις ανάγκες του ασθενή και τις υπάρχουσες εκκρεμότητες». Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για «παράδοση της φροντίδας» του ασθενή, οπωσδήποτε όμως έχουμε μία μορφή «παράδοσης», μία «αναγκαστική παράδοση», δεδομένου ότι ο ασθενής διακομιζόταν από το ιατρείο των κατηγορουμένων σε νοσηλευτικό ίδρυμα για παροχή αποτελεσματικής ιατρικής φροντίδας από άλλους γιατρούς. Οι γιατροί του ιδιωτικού ιατρείου όφειλαν αμέσως να καλέσουν το ΕΚΑΒ, να συνοδεύσουν τον ασθενή τους και να ενημερώσουν τους διασώστες του ΕΚΑΒ και τους συναδέλφους τους οι οποίοι θα επιλαμβάνονταν πλέον του περιστατικού για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το περιστατικό και κυρίως για τις ιατρικές ενέργειες στις οποίες αυτοί προέβησαν μέχρι την εκδήλωση της ανακοπής, για τις φαρμακευτικές ουσίες που τυχόν του χορήγησαν, για την τυχόν προηγηθείσα προετοιμασία του ασθενούς για την πλασμαφαίρεση κ.λπ. Οι κατηγορούμενοι ήταν οι μόνοι οι οποίοι γνώριζαν και μπορούσαν κατ΄εκείνη την χρονική στιγμή να δώσουν τα στοιχεία αυτά, για την αποφυγή απώλειας πολύτιμου χρόνου και για την αποτελεσματική φροντίδα του ασθενή. Παρά ταύτα, όπως έχει γίνει γνωστό από τα ΜΜΕ, οι κατηγορούμενοι όχι μόνο δεν συνόδευσαν τον ασθενή τους στο νοσοκομείο αδιαφορήσαντες για την τύχη αυτού, αλλά αντίθετα προσπάθησαν ποικιλοτρόπως να συγκαλύψουν την πράξη τους.
Μπορεί οι συνθήκες και η μορφή άσκησης της ιατρικής να υπόκεινται σε συνεχείς μεταβολές με την πάροδο του χρόνου, οι θεμελιώδεις όμως αξίες που διέπουν την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, μεταξύ των οποίων και το ιπποκρατικό «ωφελέειν ή μη βλάπτειν», παραμένουν αναλλοίωτες μέσα στους αιώνες. Αυτές οι θεμελιώδεις αξίες φαίνεται ότι δοκιμάσθηκαν πολλαπλώς σ΄αυτό το ιατρικό περιστατικό.
(Η Βιργινία Σακελλαροπούλου είναι Επίτιμη Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Διδάκτωρ Ποινικού Δικαίου Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της ΕΛ.Α.Σ.)






























