Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή αλλάζει εκ νέου τα δεδομένα για τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν ακόμη κύκλο αυξημένου λειτουργικού κόστους. Η άνοδος της ενέργειας και των πρώτων υλών, με το Μπρεντ να έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, επαναφέρει την αβεβαιότητα στους επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς και περιορίζει τα περιθώρια για νέες επενδύσεις.
Η πίεση είναι εντονότερη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η αύξηση στο ηλεκτρικό ρεύμα επιβαρύνει άμεσα την παραγωγή και τη λειτουργία τους, ενώ το ακριβότερο πετρέλαιο περνά στις οδικές μεταφορές και στα logistics. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών ανεβάζει το κόστος προμηθειών. Ακόμη και σχετικά μικρές μεταβολές σε κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες μπορούν σωρευτικά να περιορίσουν σημαντικά το περιθώριο κέρδους.
Οι επιχειρήσεις εισέρχονται στο χειμώνα έχοντας ήδη απορροφήσει διαδοχικές αυξήσεις. Η δυνατότητα περαιτέρω απορρόφησης του κόστους είναι πλέον περιορισμένη. Η προσαρμογή περνά από την περιστολή λειτουργικών δαπανών, τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, την αναβολή επενδυτικών σχεδίων και, στο τελευταίο στάδιο, τη μετακύλιση μέρους των αυξήσεων στις τελικές τιμές.
Στην εξίσωση προστίθεται το μισθολογικό κόστος. Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού επηρεάζουν ευρύτερα τη μισθολογική κλίμακα, με μεγαλύτερη επίπτωση στις επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας. Δημιουργείται δε μια σύνθετη ισορροπία, καθώς οι επιχειρήσεις χρειάζονται ισχυρή ζήτηση για να διατηρήσουν τον τζίρο τους, αλλά ταυτόχρονα καλούνται να χρηματοδοτήσουν υψηλότερο λειτουργικό κόστος.
Οι τιμές των εισαγόμενων
Στο εγχώριο ενεργειακό και μισθολογικό κόστος έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη εξωτερικός παράγοντας. Οι αυξήσεις που καταγράφονται στην παραγωγή από αγορές του εξωτερικού δημιουργούν έναν πρόσθετο δίαυλο εισαγόμενων ανατιμήσεων για την ελληνική αγορά.
Η αύξηση του κόστους στο διεθνές εμπόριο δημιουργεί νέες πιέσεις στις ελληνικές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενα προϊόντα, πρώτες ύλες, μηχανήματα και εξοπλισμό. Οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται στην αρχική τιμή αγοράς, αλλά ενισχύονται καθώς το προϊόν διασχίζει την εφοδιαστική αλυσίδα μέχρι να φτάσει στην ελληνική αγορά.
Στην τελική τιμή των εισαγωγών συνυπολογίζονται πλέον μια σειρά από επιβαρύνσεις, από το αυξημένο κόστος παραγωγής στις χώρες προέλευσης και τις διεθνείς μεταφορές έως την αποθήκευση, την εγχώρια διανομή και τη χρηματοδότηση των αποθεμάτων. Τα υψηλότερα επιτόκια καθιστούν ακριβότερη τη διατήρηση αποθεμάτων και τη χρηματοδότηση αγορών εξοπλισμού, ενώ οι αυξημένες τιμές καυσίμων επιβαρύνουν περαιτέρω τις μεταφορές.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αλυσίδας συσσώρευσης κόστους, η οποία μπορεί να περάσει σταδιακά στην ελληνική οικονομία. Η επίδραση είναι μεγαλύτερη για επιχειρήσεις και κλάδους με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες, εξαρτήματα, ανταλλακτικά, μηχανήματα και λοιπό παραγωγικό εξοπλισμό.
Όταν το εισαγόμενο προϊόν χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο αγαθό από μια ελληνική βιομηχανία, η αύξηση της τιμής του επιβαρύνει άμεσα το κόστος παραγωγής. Έτσι, η αρχική ανατίμηση μιας εισαγωγής μπορεί να μεταφερθεί σε επόμενα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας και τελικά στην τιμή του προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα.
Στην περίπτωση των τελικών αγαθών, η επίδραση είναι περισσότερο άμεση. Οι υψηλότερες τιμές εισαγωγής περνούν στη χονδρική και από εκεί στη λιανική αγορά, με το μέγεθος της επιβάρυνσης για τον καταναλωτή να εξαρτάται από το περιθώριο που διαθέτουν εισαγωγείς και εμπορικές επιχειρήσεις για να απορροφήσουν μέρος του πρόσθετου κόστους.
Το κρίσιμο ζήτημα για την αγορά είναι επομένως πόσο από αυτή την επιβάρυνση μπορούν να αναλάβουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις χωρίς να συμπιεστούν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους τους. Και ήδη φαίνεται πως οι δυνατότητες είναι πεπερασμένες…































