Στο «μικροσκόπιο» του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπαίνουν οι ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές που εισπράττουν μέλη Διοικητικών Συμβουλίων και ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων μέσω της συμμετοχής τους στα κέρδη. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου, υπό τον υπουργό Κυριάκο Πιερρακάκη, παρουσίασε σήμερα την αλλαγή του τρόπου φορολόγησης των συγκεκριμένων απολαβών, με το νέο καθεστώς να τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Με τη νέα ρύθμιση, για αμοιβές που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και λαμβάνονται υπό τη μορφή μερισμάτων από τα κέρδη νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ο φορολογικός συντελεστής αυξάνεται από το 5% στο 15% για το τμήμα της ετήσιας αμοιβής που υπερβαίνει τις 60.000 ευρώ.
Το όριο των 60.000 ευρώ αποτελεί το βασικό «κλειδί» της νέας φορολογικής μεταχείρισης. Μέχρι το συγκεκριμένο ποσό εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο συντελεστής 5%, ενώ μόνο στο υπερβάλλον ποσό θα επιβάλλεται φόρος 15%. Έτσι, η αλλαγή (+10%) επικεντρώνεται στις υψηλότερες αμοιβές και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, δεν αγγίζει τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων που λαμβάνουν μικρότερα ποσά από τη διανομή εταιρικών κερδών.
Για παράδειγμα, εάν στέλεχος επιχείρησης λάβει ετήσια αμοιβή 50.000 ευρώ μέσω διανομής κερδών, δεν θα υπάρξει αλλαγή στη φορολόγησή του. Με συντελεστή 5%, ο φόρος αντιστοιχεί σε 2.500 ευρώ.
Διαφορετική είναι η εικόνα για ένα στέλεχος που θα λάβει 100.000 ευρώ. Με το σημερινό καθεστώς και συντελεστή 5%, ο φόρος θα ήταν 5.000 ευρώ. Από το 2027, τα πρώτα 60.000 ευρώ θα φορολογούνται με 5%, δηλαδή με 3.000 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 40.000 ευρώ θα φορολογούνται με 15%, με φόρο 6.000 ευρώ. Η συνολική επιβάρυνση θα διαμορφώνεται έτσι στις 9.000 ευρώ, αυξημένη κατά 4.000 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερη γίνεται η διαφορά στις πολύ υψηλές αμοιβές. Στέλεχος που εισπράττει 200.000 ευρώ ετησίως μέσω συμμετοχής στα κέρδη πληρώνει σήμερα, με συντελεστή 5%, φόρο 10.000 ευρώ. Με το νέο σύστημα, στα πρώτα 60.000 ευρώ αντιστοιχεί φόρος 3.000 ευρώ και στα υπόλοιπα 140.000 ευρώ φόρος 21.000 ευρώ. Συνολικά, η επιβάρυνση ανεβαίνει στις 24.000 ευρώ, δηλαδή κατά 14.000 ευρώ.
Στην περίπτωση αμοιβής 500.000 ευρώ, η διαφορά είναι ακόμη εντονότερη. Με το ισχύον καθεστώς ο φόρος των μερισμάτων ανέρχεται σε 25.000 ευρώ. Από το 2027, τα πρώτα 60.000 ευρώ θα επιβαρύνονται με 3.000 ευρώ και τα υπόλοιπα 440.000 ευρώ με 66.000 ευρώ, ανεβάζοντας τον συνολικό φόρο στις 69.000 ευρώ. Πρόκειται για πρόσθετη επιβάρυνση 44.000 ευρώ.
Η φιλοσοφία της ρύθμισης, όπως εξήγησε η ηγεσία του υπουργείου είναι να περιοριστεί η μεγάλη απόσταση που υπάρχει σήμερα μεταξύ της φορολόγησης αυτών των υψηλών αμοιβών και άλλων μορφών ανταμοιβής στελεχών. Ο σημερινός φόρος 5% είναι αισθητά χαμηλότερος από τον συντελεστή 15% που εφαρμόζεται στην υπεραξία από μεταβίβαση κεφαλαίου ή στα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών, τα γνωστά stock options.
Την ίδια στιγμή, το υπουργείο επιδιώκει να μην εξαφανίσει το φορολογικό κίνητρο για τη σύνδεση των αποδοχών με την κερδοφορία της επιχείρησης. Ακόμη και μετά την αλλαγή, η συγκεκριμένη μορφή αμοιβής διατηρεί ευνοϊκότερη μεταχείριση σε σχέση με τη φορολόγηση του εισοδήματος από μισθωτή εργασία. Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι τα ποσά προέρχονται από εταιρικά κέρδη τα οποία έχουν προηγουμένως φορολογηθεί με συντελεστή 22%.
Κρίσιμη διαφοροποίηση αποτελεί το γεγονός ότι η αύξηση δεν επεκτείνεται στα μερίσματα των μετόχων. Ένας επενδυτής που λαμβάνει μέρισμα λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο μιας εταιρείας θα συνεχίσει να φορολογείται με 5%, ανεξαρτήτως της αλλαγής που εφαρμόζεται στις αμοιβές στελεχών.
Η περίμετρος της νέας ρύθμισης είναι σχετικά περιορισμένη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, αφορά περίπου 1.400 στελέχη επιχειρήσεων. Ο φόρος εισοδήματος από μερίσματα για τη συγκεκριμένη κατηγορία υπολογίζεται σε περίπου 12 εκατ. ευρώ το 2025. Το δυνητικό πρόσθετο δημοσιονομικό έσοδο από την αλλαγή εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως τα 24 εκατ. ευρώ.































