Μια ριζική αλλαγή στη φορολόγηση της αγοράς ακινήτων από υπηκόους τρίτων χωρών ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με την εξαγγελία, από την 1η Ιανουαρίου 2027 ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων για τους υπηκόους τρίτων χωρών αυξάνεται στο 15%, έναντι του γενικού συντελεστή 3% που ισχύει σήμερα.
Η παρέμβαση αναμένεται να λειτουργήσει ως ισχυρό «φρένο» στις μαζικές αγορές ελληνικών ακινήτων από επενδυτές προερχόμενους από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων από την Τουρκία, την Κίνα, το Ισραήλ και άλλες τρίτες χώρες. Η αύξηση είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς ο συντελεστής από το 3% ανεβαίνει στο 15%, δηλαδή πενταπλασιάζεται, αυξάνοντας σημαντικά το απαιτούμενο κεφάλαιο για την ολοκλήρωση μιας αγοράς.
Με το σημερινό καθεστώς, ο Φόρος Μεταβίβασης Ακινήτου ανέρχεται σε 3% επί της αξίας μεταβίβασης και καταβάλλεται από τον αγοραστή πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου. Παράλληλα, ο φόρος υπολογίζεται στη μεγαλύτερη από τις δύο αξίες, δηλαδή στο συμφωνηθέν τίμημα ή στην αντικειμενική αξία του ακινήτου. Εάν, για παράδειγμα, ένα ακίνητο πωλείται φθηνότερα από την αντικειμενική του αξία, ο φόρος υπολογίζεται στην αντικειμενική και όχι στο χαμηλότερο τίμημα.
Για ένα ακίνητο φορολογητέας αξίας 100.000 ευρώ, ο βασικός φόρος με το σημερινό 3% είναι 3.000 ευρώ. Με συντελεστή 15% θα διαμορφώνεται από το 2027 στις 15.000 ευρώ, δηλαδή ο αγοραστής θα επιβαρύνεται με επιπλέον 12.000 ευρώ.
Σε ακίνητο αξίας 200.000 ευρώ, ο φόρος από 6.000 ευρώ σήμερα θα ανεβαίνει στις 30.000 ευρώ, μια διαφορά 24.000 ευρώ. Στις 250.000 ευρώ, από 7.500 ευρώ σήμερα θα φτάνει στις 37.500 ευρώ, με την πρόσθετη επιβάρυνση να ανέρχεται σε 30.000 ευρώ.
Για ακίνητο φορολογητέας αξίας 500.000 ευρώ, ο φόρος των 15.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο 3% θα γίνεται 75.000 ευρώ με το 15%. Στις 800.000 ευρώ, από 24.000 ευρώ θα φτάνει τις 120.000 ευρώ, δηλαδή 96.000 ευρώ περισσότερα. Και για μία αγορά αξίας 1 εκατ. ευρώ, ο φόρος από 30.000 ευρώ με το σημερινό καθεστώς θα εκτοξεύεται στις 150.000 ευρώ, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση 120.000 ευρώ.
Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα έξοδα μιας αγοραπωλησίας. Συμβολαιογραφικά έξοδα, έξοδα εγγραφής στο Κτηματολόγιο, πιθανή αμοιβή δικηγόρου και, εφόσον μεσολαβεί μεσίτης, μεσιτική αμοιβή. Συνεπώς, ο πραγματικός λογαριασμός για τον αγοραστή είναι μεγαλύτερος από τον φόρο μεταβίβασης και μόνο.
Ένα ζήτημα που αναμένεται να χρειαστεί ιδιαίτερη αποσαφήνιση αφορά τους ξένους υπηκόους που διαθέτουν ταυτόχρονα υπηκοότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένας Ισραηλινός επενδυτής μπορεί, για παράδειγμα, να είναι παράλληλα πολίτης Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας ή άλλου κράτους της ΕΕ. Θα πρέπει επομένως να διευκρινιστεί στη νομοθετική εξειδίκευση ποια υπηκοότητα θα λαμβάνεται υπόψη και εάν ένας διπλός υπήκοος που είναι και πολίτης της ΕΕ θα εξαιρείται από το 15%. Αντίστοιχα, θα πρέπει να καθοριστούν τα δικαιολογητικά και ο χρόνος κατά τον οποίο θα ελέγχεται η ιδιότητα του αγοραστή.
Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την ύπαρξη δεύτερου ευρωπαϊκού διαβατηρίου μπορεί να διαφοροποιήσει ουσιαστικά το πραγματικό πεδίο εφαρμογής του μέτρου και να το ακυρώσει στην πράξη.































