Με πρόσφατη απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε ενδικοφανή προσφυγή φορολογούμενου δικηγόρου και επικύρωσε καταλογισμό φόρου εισοδήματος, προστίμου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνολικού ύψους 306.539,13 ευρώ για το φορολογικό έτος 2018, κρίνοντας ότι ορθώς η φορολόγηση έγινε κατά τον χρόνο είσπραξης και όχι κατά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών.
Η υπόθεση αφορά αμοιβές για δικηγορικές υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί το 2004, οι οποίες όμως εισπράχθηκαν τον Ιανουάριο του 2018 κατόπιν τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων και διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων εισέπραξε ποσό 863.467,83 ευρώ, εκ των οποίων 408.107,84 ευρώ αφορούσαν κεφάλαιο από δικηγορικές αμοιβές και 455.359,99 ευρώ τόκους. Οι τόκοι δηλώθηκαν κανονικά στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του 2018, ωστόσο το ποσό που αφορούσε το κεφάλαιο δεν συμπεριλήφθηκε στα ακαθάριστα έσοδα.
Η φορολογική αρχή προχώρησε σε διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, καταλογίζοντας φόρο εισοδήματος 177.152,23 ευρώ, πρόστιμο 88.576,12 ευρώ και ειδική εισφορά αλληλεγγύης 40.810,78 ευρώ. Ο φορολογούμενος προσέφυγε υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο χρόνος κτήσης του εισοδήματος ήταν το 2004, ότι η υπόθεση είχε παραγραφεί και ότι παραβιάστηκε η αρχή του δεδουλευμένου.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και της σχετικής νομολογίας, ο χρόνος φορολόγησης του εισοδήματος από δικηγορικές υπηρεσίες, όταν αυτό εισπράττεται κατόπιν δικαστικής απόφασης, είναι ο χρόνος είσπραξης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε επέλθει παραγραφή, καθώς η πενταετής προθεσμία για τη χρήση 2018 έληγε στο τέλος του 2024.
Στην απόφαση επισημαίνεται ότι ο έλεγχος ήταν επαρκώς αιτιολογημένος και βασίστηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία, όπως τραπεζικές κινήσεις, βεβαιώσεις συμβολαιογράφου και εκδοθείσα απόδειξη παροχής υπηρεσιών, η οποία δεν είχε καταχωρηθεί στα βιβλία του φορολογούμενου.




























