Η συνεδρίαση της Βουλής, την περασμένη Πέμπτη, για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν θα μείνει, βέβαια, στην κοινοβουλευτική ιστορία. Είχε, όμως, το ενδιαφέρον της. Καθρέφτιζε την πολιτική στιγμή, έτσι όπως προσπέρασε ως αδιάφορο το ίδιο της το θέμα -την αναθεώρηση- και οργανώθηκε ως πρόβα προεκλογικού debate, σε υψηλούς τόνους. Έδωσε, συμπυκνωμένα, σε λίγες ώρες, τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης κοινοβουλευτικής θητείας. Μιας τετραετίας, στην διάρκεια της οποίας οι σχέσεις μεταξύ των παρατάξεων ορίζονται από μια βαθιά αμοιβαία δυσπιστία, που απαγορεύει τις συναινέσεις, ακόμη κι εκεί όπου όλοι συμφωνούν.
Επιβεβαίωσε, προπάντων, αυτή την αντινομία που χαρακτηρίζει την πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια: Οι πρωταγωνιστές της μιλούν μια γλώσσα που έρχεται από το παρελθόν, από την εποχή όπου ένας κραταιός, πολωμένος δικομματισμός κυριαρχούσε. Ενώ το σκηνικό γύρω τους είναι ένα κατακερματισμένο, πολύ-διασπασμένο κομματικό σύστημα, που δεν συγκροτείται, όπως κάποτε, σε δύο ισχυρούς, ανταγωνιστικούς πόλους. Και ο ένας πόλος που επιβίωσε δεν έχει ούτε αυτός πια την ισχύ που είχε.
«Μόνη ρεαλιστική πρόταση κυβέρνησης είναι η αυτοδύναμη ΝΔ»» επανέλαβε, για παράδειγμα, προχθές ο πρωθυπουργός. Ενώ και ο ίδιος ξέρει και όλοι βλέπουν ότι ο στόχος είναι στα όρια του ανέφικτου. Πέντε δημοσκοπήσεις, αυτές τις ημέρες, μετρούν την πρόθεση ψήφου για τη ΝΔ, λίγο πάνω ή λίγο κάτω από 25%. Ναι, λένε οι κυβερνητικοί, όμως και το 2023 οι δημοσκοπήσεις μας έδιναν κάτω από τον πήχη της αυτοδυναμίας και τον περάσαμε. Μόνο που τότε, ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων έδινε στη ΝΔ κατ’ εκτίμηση, 36,5%. Τώρα, η πιο αισιόδοξη εκτίμηση δεν ξεπερνά το 31%. Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Διεκδικούμε την πρώτη θέση, επανέλαβε και ο πιο μετρημένος Νίκος Ανδρουλάκης. Αλλά έσπευσε να διευκρινίσει ότι το λέει επειδή του το επιβάλει ο εκλογικός νόμος. Του οποίου η λογική- λογική «παρ’ τα όλα»- προβλέπει ότι μόνον αν είσαι πρώτος έχεις δυνατότητα να σχηματίσεις κυβέρνηση. «Να γίνει κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα είναι πάρα, πάρα πολύ δύσκολο έως απίθανο».
Πράγματι, δεν είναι μόνον η ρητορική των κομμάτων κολλημένη στην εποχή όπου το εκλογικό σύστημα, με την δικομματική του αρχιτεκτονική, έδινε σε όποιον ερχόταν πρώτος μια εγγυημένη πλειοψηφία. Είναι ο εκλογικός νόμος ο ίδιος- που αποκλείει, για παράδειγμα, τους συνασπισμούς κομμάτων από το δικαίωμα στο μπόνους της πρώτης θέσης. Είναι ακόμη και η συνταγματική πρόβλεψη ότι, αν δεν προκύψει αυτοδύναμη πλειοψηφία, οι συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων για κυβερνητικές συνεργασίες πρέπει να οργανωθούν μέσα σε ελάχιστες ημέρες- τα γνωστά «τριήμερα»- ενώ στις άλλες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης μπορεί να κρατήσουν μήνες. Οι ευρωπαϊκού τύπου κυβερνητικές συνεργασίες προεκλογικά αποθαρρύνονται και μετεκλογικά δυσχεραίνονται.
Κι έτσι ο πολιτικός λόγος υποχρεώνεται να ξεμακραίνει όλο και περισσότερο από το κοινό αίσθημα. Να διατυπώνεται σαν να βρισκόμαστε στις παραμονές των εκλογών του 85, για παράδειγμα, των πιο πολωμένων της ιστορίας. Τότε που τα καφενεία ήταν πράσινα ή γαλάζια, τα μεγάφωνα ξεκούφαιναν τις νύχτες μας, οι αφίσες γέμιζαν κάθε χιλιοστό ελεύθερου τοίχου, οι εφημερίδες πουλούσαν ενάμισι εκατομμύριο φύλλα (!) σε διψασμένους για πολιτική αναγνώστες, οι οποίοι θα έτρεχαν κατόπιν στις συγκεντρώσεις με μια πλαστική σημαία στο χέρι. Τότε που η συμμετοχή στις εκλογές ήταν σχεδόν καθολική και τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωναν μαζί ένα ποσοστό ρεκόρ: το 87% των ψήφων.
Ήταν τότε που ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε πει το περίφημο, πως οι εκλογές «δεν είναι για τις ντομάτες και τα πορτοκάλια», είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε «δύο κόσμους», μια αναμέτρηση «του φωτός με το σκότος». Υποψιάζομαι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ήταν ευτυχής αν μπορούσε να επαναλάβει μια παραλλαγή της δήλωσης Κουτσόγιωργα. Να μας πείσει να ξεχάσουμε τις ντομάτες και τα πορτοκάλια- τον πληθωρισμό που δαγκώνει και το εισόδημα που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας- και να διαλέξουμε ανάμεσα σ’ ένα φως κι ένα σκοτάδι, ανάμεσα «στην ελπίδα και την περιπέτεια». Πολύ θα ήθελε, φαντάζομαι, να μπορούσε ν’ αντιστρέψει το δίλημμα του Μένιου, που τότε καλούσε τους ψηφοφόρους να προσέξουν μην επιστρέψει το μετεμφυλιακό «κράτος της δεξιάς» με τα «ξερονήσια» . Να πάμε στην κάλπη με τον φόβο μιας άλλου τύπου επικείμενης μεγάλης συμφοράς, που μόνον η ψήφος μας μπορεί να αποτρέψει.
Αλλά η απόσταση που μας χωρίζει από το 1985, ως πολιτικό κλίμα, είναι πολύ μεγαλύτερη από τα 42 χρόνια του ημερολογίου. Ο εκλογικός κανόνας της μεταπολίτευσης, ο ισχυρός διπολισμός, είχε αρχίσει να κλονίζεται την δεκαετία του 90, άντεξε έως και τις εκλογές του 2009, έγινε κομμάτια και θρύψαλα στον διπλό εκλογικό σεισμό του 2012, όταν το άθροισμα του κλασσικού δικομματισμού έπεσε από το 77% των προηγούμενων εκλογών στο 32%. Από τότε αναζητούμε το σχήμα του μέλλοντος που θα διαδεχθεί (ή θα μιμηθεί) το παρελθόν. Που θα μας επαναφέρει στις εργοστασιακές ρυθμίσεις της μεταπολίτευσης, με έναν νέο δικομματισμό ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ πρώτα, ΝΔ- ΠΑΣΟΚ, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε τον κύκλο του το 2023, ΝΔ- ΕΛΑΣ τώρα. Ευγενής φιλοδοξία. Αλλά μάλλον αναντίστοιχη όχι προς το επίπεδο της πολιτικής προσφοράς αλλά μάλλον και προς την ουσία της κοινωνικής ζήτησης.
Οι εκλογές που έρχονται κινούνται, γι’ αυτό ακριβώς, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που ανάλογό του δεν έχουμε ξαναζήσει από το 2012. Ξέρουμε μόνον πως, ό,τι κι αν λέγεται στην πολιτική σκηνή, θα είναι εκλογές για «ντομάτες και πορτοκάλια». Ο μεσσιανικός ή εκφοβιστικός λόγος δύσκολα θα ακούγεται. Και το σχήμα του μέλλοντος- όταν κάποια στιγμή φανεί- δεν θα είναι μάλλον μια επανάληψη του παρελθόντος. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι κάτι εγγύτερο στα ευρωπαϊκά ήθη, όπου οι κυβερνήσεις συνεργασίας ανάμεσα σε ιδεολογικά συγγενή κόμματα είναι ο κανόνας, όχι η δαιμονοποιημένη εξαίρεση.
(Ο Παύλος Τσίμας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Τα Νέα Σαββατοκύριακο")
































