Η Ακροδεξιά ριζώνει εκεί που συσσωρεύονται φόβος, ανασφάλεια, εγκατάλειψη και δυσπιστία. Εκεί που ο εργαζόμενος αισθάνεται αναλώσιμος, ο νέος δε βλέπει προοπτική, ο άνεργος αντιμετωπίζεται ως ένοχος και ο πολίτης πιστεύει ότι οι θεσμοί λειτουργούν μόνο για τους ισχυρούς. Σε αυτό το έδαφος, η οργή αναζητά εύκολες εξηγήσεις και ακόμη ευκολότερους εχθρούς.
Όταν ένας μισθός δε φτάνει για ολόκληρο τον μήνα, όταν η στέγη γίνεται απρόσιτη και η πρόσβαση στην Υγεία ή στην Εκπαίδευση εξαρτάται όλο και περισσότερο από το εισόδημα, η δημοκρατία αρχίζει να χάνει την καθημερινή της υπόσταση. Αν αυτή η σχέση διαρραγεί, δημιουργείται το κενό μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι αυταρχικές απαντήσεις.
Η Ακροδεξιά γνωρίζει να αξιοποιεί αυτό το κενό. Παίρνει υπαρκτά προβλήματα και τους δίνει ψεύτικες αιτίες. Για την ανεργία ευθύνεται ο μετανάστης, για τον χαμηλό μισθό κάποιος άλλος εργαζόμενος που παρουσιάζεται ως προνομιούχος, για την εγκληματικότητα δε χρειάζονται αποτελεσματικοί θεσμοί, πρόληψη και κοινωνική συνοχή, αλλά περισσότερη καταστολή. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται η ανασφάλεια σε φόβο, ο φόβος σε θυμό κι ο θυμός σε μίσος.
Δεν αρκεί να απαντάμε στην Ακροδεξιά μόνο με ηθικές διακηρύξεις. Χρειάζονται ασφαλώς καθαρές γραμμές απέναντι στον φασισμό, στον ρατσισμό, στον αντισημιτισμό, στην πολιτική βία και στην ιστορική παραχάραξη. Απαιτείται θεσμική θωράκιση της δημοκρατίας και εφαρμογή των αποφάσεων της Δικαιοσύνης απέναντι σε εγκληματικές οργανώσεις και σχήματα που επιχειρούν να λειτουργήσουν ως βιτρίνες τους. Όμως η θεσμική αντιμετώπιση, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν εξαλείφει τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν στην Ακροδεξιά να επανέρχεται με διαφορετικό όνομα.
Η πραγματική αντιφασιστική πολιτική ξεκινά από την κοινωνική ασφάλεια. Από μια εργασία που εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή και όχι απλώς επιβίωση, από ένα επίδομα ανεργίας που αναγνωρίζεται ως ασφαλιστικό δικαίωμα και δεν παρουσιάζεται ως ελεημοσύνη, από τη δημόσια Υγεία που δεν αφήνει τον ασθενή να επιλέγει ανάμεσα στη θεραπεία και στον λογαριασμό του ρεύματος, από το σχολείο που δίνει πραγματικές δυνατότητες σε κάθε παιδί. Από μια στεγαστική πολιτική που επιτρέπει στους νέους να δημιουργήσουν τη δική τους ζωή χωρίς να εξαρτώνται επ’ αόριστον από την οικογένειά τους.
Η διαρκής συνθήκη ανασφάλειας κάνει μια κοινωνία περισσότερο ευάλωτη στη δημαγωγία. Ιδίως όταν συνοδεύεται από την αίσθηση ατιμωρησίας των ισχυρών. Όταν ο πολίτης βλέπει αυστηρότητα απέναντι στον άνεργο κι ανοχή απέναντι στη φοροδιαφυγή, περικοπές στις κοινωνικές παροχές, αλλά σπατάλη στις απευθείας αναθέσεις αρχίζει να πιστεύει ότι το δημοκρατικό σύστημα δεν λειτουργεί δίκαια. Η απώλεια εμπιστοσύνης είναι ίσως η πιο επικίνδυνη ρωγμή.
Όταν ο δημόσιος λόγος χωρίζει τους πολίτες σε «παραγωγικούς» και «βάρη», σε «κανονικούς» και «ύποπτους», η ακροδεξιά αντίληψη έχει ήδη πετύχει μια σημαντική νίκη. Το ίδιο συμβαίνει όταν η φτώχεια παρουσιάζεται ως προσωπική αποτυχία ή όταν ο άνεργος ενοχοποιείται επειδή δε δέχεται οποιαδήποτε δουλειά με οποιονδήποτε μισθό.
Κρίσιμος είναι και ο ρόλος της Παιδείας. Ως εκπαιδευτικός γνωρίζω ότι το σχολείο δεν μεταδίδει μόνο γνώσεις, διαμορφώνει πολίτες, καλλιεργεί την κριτική σκέψη και μαθαίνει στα παιδιά να αναγνωρίζουν την προπαγάνδα, να συνομιλούν με τη διαφορετικότητα και να αμφισβητούν τις εύκολες βεβαιότητες. Ένα σχολείο με δημοκρατική κουλτούρα, ιστορική γνώση, ψυχολόγους και εκπαιδευτικούς που έχουν χρόνο να ακούσουν τους μαθητές αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στον φανατισμό. Το ίδιο και ένας πολιτισμός ελεύθερος που φωτίζει όσα η εξουσία θα προτιμούσε να παραμένουν αθέατα.
Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που νιώθουν ότι έχουν θέση μέσα σε αυτήν, θεσμούς που λογοδοτούν και ένα κοινωνικό κράτος που λειτουργεί σταθερά με έμφαση στην πρόληψη. Η Ακροδεξιά επενδύει στον φόβο και στην απομόνωση. Η δημοκρατική και προοδευτική απάντηση οφείλει να επενδύσει στην ασφάλεια, στην εμπιστοσύνη και στην αλληλεγγύη, γιατί ο αποτελεσματικότερος φραγμός απέναντι στον φασισμό είναι μια κοινωνία που δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους της. Μία κοινωνία στην οποία κανείς δεν χρειάζεται να μισήσει τον διπλανό του για να αισθανθεί ότι ο ίδιος έχει μέλλον.


































