Αφορμή αυτού του άρθρου είναι ο ατελείωτος συγχυτικός θόρυβος στα social media σχετικά με τις νέες εναλλακτικές θεραπείες, τη βιομηχανία του anti-aging και την πραγματική ανάγκη προστασίας των πολιτών στο πλαίσιο της δημόσιας υγείας. Εδώ θα εστιάσουμε στους life coaches, η πρακτική των οποίων συσκοτίζει την πραγματική ψυχοπαθολογία. Η συνάντηση του ναρκισσισμού, της ματαιοδοξίας, της αποθέωσης της εικόνας με την κερδοσκοπία και την άγνοια οδηγεί όλο και συχνότερα σε καταστροφές.
Η εντυπωσιακή διάδοση του life coaching και της βιομηχανίας της «προσωπικής ανάπτυξης» δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και πολιτισμικές μεταβολές της ύστερης νεωτερικότητας. Ζούμε σε μια ρευστή πραγματικότητα, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Zygmunt Bauman, όπου οι σταθερές ταυτότητες, οι θεσμοί, οι επαγγελματικές διαδρομές και οι δεσμοί γίνονται περισσότερο εύθραυστοι. Ταυτόχρονα, η πολυκρίση —οικονομική ανασφάλεια, πόλεμοι, κλιματική αλλαγή, τεχνολογική επιτάχυνση, κοινωνικές ανισότητες— αυξάνει το αίσθημα αβεβαιότητας. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το life coaching εμφανίζεται με μια ελκυστική υπόσχεση: άλλαξε τον εαυτό σου και θα μπορέσεις να ελέγξεις τη ζωή σου.
Εδώ όμως αρχίζει το πρόβλημα. Η Julia de Funès, Γαλλίδα φιλόσοφος, στο βιβλίο της " Développement (im)personnel): Le succès d’une imposture", ασκεί μια οξεία φιλοσοφική κριτική ακριβώς σε αυτή την υπόσχεση. Πώς μπορεί, διερωτάται, μια μέθοδος να αποκαλείται «προσωπική», όταν τα ίδια εγχειρίδια, οι ίδιες συνταγές και οι ίδιες τεχνικές απευθύνονται σε όλους; Η αυθεντικότητα μετατρέπεται έτσι σε προκατασκευασμένο προϊόν: «γίνε ο εαυτός σου», «αξιοποίησε το δυναμικό σου», «βγες από τη ζώνη βολέματός σου», «γίνε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου». Η de Funès εντοπίζει εδώ ένα θεμελιώδες παράδοξο: Η υποτιθέμενη απελευθέρωση του ατόμου μπορεί να μετατραπεί σε μια νέα μορφή συμμόρφωσης, καταναγκασμού και τυραννίας του προστάγματος «όλα είναι δυνατά»
Η διαταγή της προσωπικής ανάπτυξης συναντά έτσι αυτό που ο κοινωνιολόγος Alain Ehrenberg περιέγραψε ως μετάβαση από την κοινωνία της πειθαρχίας στην κοινωνία της επίδοσης. Το άτομο δεν υποφέρει πλέον μόνο επειδή του απαγορεύεται κάτι. Υποφέρει επειδή οφείλει διαρκώς να αποδεικνύει ότι μπορεί: να είναι αποτελεσματικό, ευέλικτο, δημιουργικό, ευτυχισμένο, ανθεκτικό. Η αποτυχία δεν αποδίδεται πλέον τόσο στους κοινωνικούς περιορισμούς ή στις συλλογικές αντιφάσεις όσο στην προσωπική ανεπάρκεια. «Δεν προσπάθησες αρκετά», «δεν πίστεψες αρκετά στον εαυτό σου», «δεν αξιοποίησες το δυναμικό σου». Η απελευθέρωση από τις παλιές απαγορεύσεις καταλήγει έτσι σε μια νέα τυραννία: την υποχρέωση να επιτύχεις.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο φιλόσοφος Byung-Chul Han περιγράφει το σύγχρονο υποκείμενο ως υποκείμενο της επίδοσης. Δεν χρειάζεται πλέον έναν εξωτερικό επιτηρητή· γίνεται το ίδιο επιτηρητής, εργοδότης και εκμεταλλευτής του εαυτού του. Η προσταγή «πρέπει» αντικαθίσταται από το φαινομενικά απελευθερωτικό «μπορείς». Αλλά ακριβώς επειδή υποτίθεται ότι «μπορείς τα πάντα», η αποτυχία γίνεται αποκλειστικά δική σου. Το burnout, η κατάθλιψη και το αίσθημα ανεπάρκειας μπορούν τότε να ιδιωτικοποιηθούν ως προσωπικά προβλήματα προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που δεν τίθεται ποτέ η ίδια υπό αμφισβήτηση.
Αυτό αποτελεί ίσως και το πολιτικότερο σημείο της κριτικής. Σε μια εποχή πολυκρίσης, το κοινωνικό πρόβλημα μεταφράζεται σε ατομικό έλλειμμα δεξιοτήτων. Η επισφάλεια απαιτεί «resilience» (ανθεκτικότητα), η εργασιακή εξουθένωση καλύτερο «time management» (διαχείριση χρόνου), η μοναξιά περισσότερα «communication skills» (επικοινωνιακές δεξιότητες), η κοινωνική αβεβαιότητα «positive thinking» (θετική σκέψη). Αντί να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στον κόσμο, καλούμαστε να αναρωτηθούμε τι δεν έχουμε διορθώσει ακόμη στον εαυτό μας. Η de Funès επισημαίνει ακριβώς αυτή την υπερβολική μεταφορά της ευθύνης στο άτομο, η οποία μπορεί ταυτόχρονα να απαλλάσσει τους θεσμούς από τη δική τους ευθύνη.
Εδώ μπορεί να επιχειρηθεί μια σύνδεση με τον φιλόσοφο Giorgio Agamben, όχι ως άμεση θέση του ίδιου για το coaching, αλλά ως ερμηνευτική προέκταση της σκέψης του. Το άτομο που αποσυνδέεται από τις κοινωνικές, συμβολικές και πολιτικές σχέσεις του και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μονάδα που πρέπει να επιβιώσει, να προσαρμοστεί και να αποδώσει, κινδυνεύει να απογυμνωθεί από ουσιώδεις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: το ανήκειν, την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα, τη συμμετοχή σε έναν κοινό κόσμο. Δεν πρόκειται κυριολεκτικά για την «γυμνή ζωή» του Agamben, αλλά μπορούμε να δούμε μια αναλογία: ένα υποκείμενο απογυμνωμένο από τον κοινό κόσμο και περιορισμένο στη διαχείριση του εαυτού του.
Έτσι αναδύεται ένας παράδοξος ναρκισσισμός της επιβίωσης. Ο άλλος παύει να είναι πρωτίστως πρόσωπο με το οποίο οικοδομώ δεσμό, κοινότητα και κοινό νόημα και κινδυνεύει να μετατραπεί σε ανταγωνιστή, δίκτυο, «χρήσιμη επαφή» ή καθρέφτη της δικής μου επιτυχίας. Το ζητούμενο γίνεται να θριαμβεύσω μέσα στον ανταγωνιστικό κόσμο, όχι να αναρωτηθώ πώς μπορούμε να μετασχηματίσουμε από κοινού αυτόν τον κόσμο.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά από την ψυχοθεραπεία. Η σοβαρή ψυχοθεραπευτική εργασία δεν υπόσχεται μια γραμμική τεχνολογία επιτυχίας. Αναγνωρίζει την αμφιθυμία, τη σύγκρουση, την εξάρτηση, την απώλεια, το τραύμα, την επανάληψη, το ασυνείδητο και κυρίως τη θεμελιώδη σχεσιακότητα του ανθρώπου. Δεν ρωτά μόνο «πώς θα πετύχεις τον στόχο σου;», αλλά και «γιατί επιθυμείς αυτόν τον στόχο;», «ποια σύγκρουση εκφράζεται μέσα από αυτόν;», «ποια θέση έχει ο Άλλος στην επιθυμία σου;».
Το life coaching μπορεί ασφαλώς να έχει μια περιορισμένη χρησιμότητα στην οργάνωση στόχων ή επαγγελματικών επιλογών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν διεκδικεί τη θέση μιας συνολικής ανθρωπολογίας ή, ακόμη περισσότερο, όταν εισέρχεται χωρίς επαρκή κλινική εκπαίδευση στο πεδίο της ψυχικής οδύνης. Τότε η κατάθλιψη μπορεί να εκληφθεί ως έλλειψη motivation, το άγχος ως ανεπαρκής αυτοπεποίθηση και μια σοβαρή ψυχική διαταραχή ως αδυναμία «αξιοποίησης του δυναμικού».
Στη κλινική πρακτική μου ως ψυχίατρος-ψυχαναλυτής ήρθα συχνά αντιμέτωπος με αδιάγνωστη σοβαρή ψυχοπαθολογία, απελπισία από την έλλειψη κινήτρου και θετικής σκέψης, ενώ το άτομο υπέφερε από σοβαρή καταθλιπτική διαταραχή. Συνάντησα νέα στελέχη επιχειρήσεων που βίωναν ένα επώδυνο αίσθημα ματαίωσης και ανικανότητας, γιατί δεν κατάφερναν να εφαρμόσουν κατά γράμμα τις οδηγίες του γκουρού, μετά από πανάκριβα σεμινάρια life coaching.
Η βαθύτερη αντίρρηση, επομένως, δεν είναι συντεχνιακή. Είναι ανθρωπολογική, κοινωνική, επιστημονική και πολιτική. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ατομικό project που χρειάζεται αδιάκοπο upgrading. Είναι ένα ευάλωτο, αντιφατικό και σχεσιακό υποκείμενο που συγκροτείται μέσα στους δεσμούς του με τους άλλους, στους θεσμούς και στην κοινότητα. Απέναντι στην τυραννία της αυτοβελτίωσης, το ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα γίνω καλύτερος;», αλλά «πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί, να δημιουργήσουμε δεσμούς, αλληλεγγύη και κοινό νόημα μέσα σε έναν κόσμο αβεβαιότητας;»
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Agamben, G. (1998). Homo Sacer: Sovereign Power and Bare Life. Stanford University Press.
Bauman, Z. (2000). Liquid Modernity. Polity Press.
de Funès, J. (2019). Développement (im)personnel: Le succès d’une imposture. Éditions de l’Observatoire.
Ehrenberg, A. (1998). La fatigue d’être soi: Dépression et société. Odile Jacob.
Han, B.-C. (2015). The Burnout Society. Stanford University Press.
Freud, S. (1930). Das Unbehagen in der Kultur [Civilization and Its Discontents].
(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής - ψυχαναλυτής)






























