Η επόμενη μεγάλη κρίση για την Ευρώπη μπορεί να μην ξεκινήσει με μια στρατιωτική σύγκρουση. Μπορεί να αρχίσει πολύ πιο αθόρυβα. Με μια άδεια εξαγωγής που δεν εγκρίνεται, με ένα κρίσιμο υλικό που σταματά να φτάνει σε ένα ευρωπαϊκό εργοστάσιο, με έναν μόνιμο μαγνήτη που λείπει από μια γραμμή παραγωγής ή με ένα προηγμένο μικροτσίπ που δεν μπορεί να παραδοθεί.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της νέας γεωοικονομικής εποχής. Η ισχύς δεν μετριέται πλέον μόνο σε στρατούς, πλοία και πυραύλους. Μετριέται και στο ποιος ελέγχει τα υλικά, τις τεχνολογίες και τα ενδιάμεσα προϊόντα χωρίς τα οποία μια σύγχρονη οικονομία δυσκολεύεται να λειτουργήσει.
Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια αντιπαράθεση Ευρώπη εναντίον Κίνας. Θα ήταν υπεραπλουστευτικό και οικονομικά μη ρεαλιστικό. Η Κίνα είναι ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγικούς κόμβους του πλανήτη.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε από την Κίνα αγαθά αξίας 559,4 δισ. ευρώ και εξήγαγε προς αυτήν αγαθά αξίας 199,6 δισ. ευρώ. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η Κίνα παρέμεινε ο μεγαλύτερος προμηθευτής αγαθών της ΕΕ, καλύπτοντας το 21,9% των συνολικών εισαγωγών της από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή ακριβώς όμως η στενή οικονομική σύνδεση κάνει την ανθεκτικότητα ακόμη σημαντικότερη.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, IEA, το 2024 η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου το 60% της παγκόσμιας εξόρυξης των σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται στους μαγνήτες, το 91% της επεξεργασίας τους και το 94% της παραγωγής πυροσυσσωματωμένων μόνιμων μαγνητών. Οι μαγνήτες αυτοί βρίσκονται σε αυτοκίνητα, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρονικά συστήματα, κέντρα δεδομένων, αεροδιαστημικές και αμυντικές εφαρμογές.
Σύμφωνα επίσης με τον IEA, εάν οι αυστηρότεροι περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών εφαρμόζονταν πλήρως, οικονομική δραστηριότητα αξίας έως 6,5 τρισ. δολαρίων ετησίως εκτός Κίνας θα μπορούσε να βρεθεί σε κίνδυνο. Η δυνητική άμεση έκθεση υπολογίζεται σε πάνω από 1,5 τρισ. δολάρια τόσο για την Ευρώπη όσο και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη οικονομικής ζημιάς. Είναι όμως μια εντυπωσιακη ένδειξη του πόση οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται σε πολύ συγκεκριμένους και ιδιαίτερα συγκεντρωμένους κρίκους της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Και εδώ μπαίνει στην εξίσωση η Ταϊβάν.
Η παγκόσμια έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης εχει αυξήσει ακόμη περισσότερο τη σημασία της για την παραγωγή ημιαγωγών. Σύμφωνα με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της Ταϊβάν, η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 15,43% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026 και κατά 12,93% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ η επίσημη πρόβλεψη για ολόκληρο το έτος βρίσκεται στο 11,05%. Η ίδια υπηρεσία συνδέει αυτή την ανάπτυξη σε μεγάλο βαθμό με τη διεθνή ζήτηση για εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, ημιαγωγούς, ηλεκτρονικά και υπολογιστικά συστήματα.
Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο. Όσο αυξάνεται η γεωπολιτική αβεβαιότητα γύρω από το Στενό της Ταϊβάν, τόσο αυξάνεται ταυτόχρονα η οικονομική και τεχνολογική σημασία του νησιού για τον υπόλοιπο κόσμο.
Τον Ιούνιο του 2026, παρουσιάζοντας την πρόταση για το Chips Act 2.0, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς, όπως η παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών και ο σχεδιασμός μικροτσίπ.
Το ουσιαστικό ζήτημα λοιπόν δεν είναι να προσπαθήσει η Ευρώπη να αποκοπεί από την Κίνα. Ούτε είναι ρεαλιστικό να θεωρήσει ότι μπορεί να παράγει μόνη της κάθε κρίσιμο υλικό και κάθε τεχνολογία που χρειάζεται.
Το πραγματικό ζήτημα είναι πόσες εναλλακτικές διαθέτει όταν ένας κρίκος της αλυσίδας σπάσει.
Η Κίνα δεν απέκτησε τυχαία τη σημερινή βιομηχανική της θέση. Επένδυσε επί δεκαετίες στην παραγωγή, στις υποδομές, στην τεχνογνωσία, στην εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού και στη δημιουργία ολοκληρωμένων εφοδιαστικών αλυσίδων. Η Ευρώπη σε πολλές περιπτώσεις έκανε διαφορετικές επιλογές. Μετέφερε παραγωγή εκτός των συνόρων της, βασίστηκε στη διεθνή αγορά και επωφελήθηκε επί χρόνια από χαμηλότερο κόστος και αποτελεσματικότερες παγκόσμιες αλυσίδες.
Αυτό το μοντέλο έφερε σημαντικά οικονομικά οφέλη. Αποδείχθηκε όμως ότι έχει και ένα τίμημα. Όταν η παραγωγή ενός κρίσιμου προϊόντος συγκεντρώνεται υπερβολικά σε μία χώρα ή μία περιοχή, μια πολιτική απόφαση, μια φυσική καταστροφή ή μια γεωπολιτική κρίση μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε οικονομικό πρόβλημα για ολόκληρο τον κόσμο.
Η απάντηση δεν είναι ένας νέος οικονομικός Ψυχρός Πόλεμος.
Η απάντηση είναι η διαφοροποίηση.
Περισσότερες πηγές προμήθειας. Ευρωπαϊκή παραγωγή εκεί όπου είναι εφικτή και οικονομικά βιώσιμη. Ανακύκλωση κρίσιμων πρώτων υλών. Στρατηγικά αποθέματα εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται. Επενδύσεις στην έρευνα και στην τεχνολογία. Συνεργασίες με περισσότερες χώρες. Και πάνω από όλα, χαρτογράφηση των σημείων στα οποία μια μικρή διακοπή μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη οικονομική ζημιά.
Αυτό δεν είναι πολιτική εναντίον της Κίνας. Είναι πολιτική υπέρ της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας.
Και μπορεί τελικά να λειτουργήσει και προς όφελος μιας πιο ισορροπημένης σχέσης Ευρώπης και Κίνας. Οι οικονομικές σχέσεις είναι πιο σταθερές όταν καμία πλευρά δεν αισθάνεται ότι η άλλη μπορεί να την οδηγήσει σε αδιέξοδο επειδή ελέγχει έναν απολύτως απαραίτητο κρίκο της παραγωγής.
Στον 20ό αιώνα, όταν μιλούσαμε για στρατηγικές εξαρτήσεις, το μυαλό πήγαινε κυρίως στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο.
Στον 21ο αιώνα πρέπει να προσθέσουμε τις σπάνιες γαίες, τους μόνιμους μαγνήτες, τις μπαταρίες, τους ημιαγωγούς, τα δεδομένα και την υπολογιστική ισχύ.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη συνεργασία και στην αυτονομία.
Χρειάζεται να μπορεί να συνεργάζεται χωρίς να είναι ευάλωτη.
Γιατί η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει να παράγεις τα πάντα μόνος σου.
Σημαίνει να μην υπάρχει μόνο μία πόρτα από την οποία εξαρτάται ολόκληρη η οικονομία σου.
(Ο Σάκης Αρναούτογλου είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής)





























