Σε υψηλά επίπεδα παραμένουν οι τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα, την ώρα που οι εξελίξεις στη διεθνή αγορά πετρελαίου περιορίζουν τις προσδοκίες για ουσιαστική και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση το επόμενο διάστημα.
Σε πανελλαδικό επίπεδο, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων διαμορφώνεται στα 2,188 ευρώ το λίτρο, ενώ η αμόλυβδη 100 οκτανίων φθάνει στα 2,421 ευρώ. Στα 2,188 ευρώ το λίτρο βρίσκεται και η μέση τιμή του πετρελαίου κίνησης, ενώ το υγραέριο κίνησης (Autogas) διαμορφώνεται στα 0,998 ευρώ το λίτρο.
Η εικόνα στην εγχώρια αγορά διαμορφώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν επανέλθει, καθώς οι συνεχιζόμενες αναταράξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να επηρεάζουν την παραγωγή, τις εξαγωγές και τις μεταφορές ενεργειακών προϊόντων.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η αποκλιμάκωση των τιμών που ακολούθησε το πετρελαϊκό ράλι του Απριλίου στηρίχθηκε σε μια σειρά παραγόντων που λειτούργησαν ως ανάχωμα στις πιέσεις της αγοράς. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, η ενίσχυση της παραγωγής εκτός της περιοχής του Κόλπου, η αυξημένη αξιοποίηση εναλλακτικών οδών εξαγωγής που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και η υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης.
Οι παράγοντες αυτοί, ωστόσο, φαίνεται να χάνουν σταδιακά μέρος της δυνατότητάς τους να απορροφούν τους κραδασμούς. Με τα εμπορικά αποθέματα να συρρικνώνονται με ταχύ ρυθμό, μια παρατεταμένη διαταραχή στις προμήθειες από τον Κόλπο θα μπορούσε να εντείνει εκ νέου τις πιέσεις στην αγορά. Σε ένα τέτοιο σενάριο, σύμφωνα με τον IEA, υψηλότερες τιμές και περαιτέρω περιορισμός της ζήτησης ενδέχεται να αποτελέσουν τον μηχανισμό μέσω του οποίου θα αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ της περιορισμένης προσφοράς και της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Την πρωταρχική σημασία έχουν οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ. Τον Αύγουστο οι ροές πετρελαίου μέσω του στρατηγικού περάσματος περιορίστηκαν κατά μέσο όρο στα 7,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, περίπου 13,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Οι σωρευτικές απώλειες εξαγωγών μέσω των Στενών πλησίασαν, σύμφωνα με τον IEA, τα 2,8 δισ. βαρέλια.
Μέρος του σοκ απορροφήθηκε από εναλλακτικές διαδρομές. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διοχέτευσαν μεγαλύτερες ποσότητες μέσω λιμανιών που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ, ενώ παράλληλα αυξήθηκε η παραγωγή σε χώρες εκτός του Κόλπου. Από την έναρξη της σύγκρουσης, η πρόσθετη προσφορά από παραγωγούς εκτός της περιοχής υπολογίζεται σωρευτικά σε περίπου 420 εκατ. βαρέλια.
Την ίδια στιγμή, η υψηλή τιμή και οι ελλείψεις έχουν αρχίσει να περιορίζουν αισθητά την κατανάλωση. Ο IEA εκτιμά ότι κατά το τελευταίο εξάμηνο η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου ήταν κατά μέσο όρο 5,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 η παγκόσμια ζήτηση υποχώρησε κατά 5,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε ετήσια βάση, καταγράφοντας την πρώτη τριμηνιαία μείωση μετά την περίοδο της πανδημίας.
Παρά τη σημαντική αυτή προσαρμογή της ζήτησης, τα αποθέματα συνεχίζουν να μειώνονται. Τα παγκόσμια παρατηρούμενα αποθέματα πετρελαίου βρίσκονται περίπου 507 εκατ. βαρέλια χαμηλότερα σε σχέση με την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ οι χώρες-μέλη του IEA έχουν διαθέσει περισσότερα από 300 εκατ. βαρέλια από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης.
Η έλλειψη diesel
Στο ήδη δύσκολο διεθνές περιβάλλον προστίθενται οι σοβαρές αναταράξεις στη ρωσική βιομηχανία διύλισης. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων έχουν ενταθεί, περιορίζοντας σημαντικά την παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων.
Τον Ιούνιο η επεξεργασία αργού στα ρωσικά διυλιστήρια υποχώρησε στα 3,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών και περίπου 30% κάτω από το αντίστοιχο επίπεδο του προηγούμενου έτους. Η παραγωγή βενζίνης εμφανίζεται μειωμένη κατά περίπου 20% έναντι του 2025 και η παραγωγή diesel κατά σχεδόν 30%.
Η μείωση των ρωσικών ποσοτήτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη και τη διεθνή αγορά πετρελαίου κίνησης. Οι παγκόσμιες θαλάσσιες εξαγωγές gasoil και diesel διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 4,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, μειωμένες κατά 10% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Τον Αύγουστο, μάλιστα, οι συνδυασμένες εξαγωγές diesel από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία περιορίστηκαν στα 520.000 βαρέλια ημερησίως, επίπεδο κατά 75% χαμηλότερο σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Η πρόσθετη προσφορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία έχει καλύψει μόνο μέρος του κενού.
Η στενότητα αυτή έχει ήδη οδηγήσει τα περιθώρια διύλισης του diesel έναντι του αργού πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι τον Σεπτέμβριο, τόσο στην αγορά του Κόλπου των ΗΠΑ όσο και στη Βορειοδυτική Ευρώπη. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τις ευρωπαϊκές αγορές καυσίμων, καθώς δείχνει ότι η πίεση δεν προέρχεται αποκλειστικά από την τιμή του αργού, αλλά και από την περιορισμένη διαθεσιμότητα συγκεκριμένων διυλισμένων προϊόντων.
Καθώς η διεθνής αγορά εισέρχεται στο τέταρτο τρίμηνο, οι πιέσεις ενδέχεται να ενταθούν λόγω της εποχικής ενίσχυσης της ζήτησης και των περιορισμένων δυνατοτήτων των διυλιστηρίων να αυξήσουν περαιτέρω την παραγωγή. Με τις εναλλακτικές πηγές προσφοράς να περιορίζονται, τα αποθέματα να μειώνονται και δύο κρίσιμες πετρελαϊκές περιοχές να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα σοβαρές διαταραχές, η αποκατάσταση των ροών από τη Μέση Ανατολή και της διυλιστικής δραστηριότητας στη Ρωσία αποκτά αυξανόμενη σημασία για την πορεία της διεθνούς αγοράς ενέργειας τους επόμενους μήνες. Με αυτά τα δεδομένα, η σταθεροποίηση των τιμών των καυσίμων παραμένει δύσκολη.


































