Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ευρωπαϊκή Αριστερά κοιτούσε αφ’ υψηλού την Αμερική. Η Γηραιά Ηπειρος ήταν το λίκνο της σοσιαλιστικής σκέψης, των κοινωνικών επαναστάσεων και των μαζικών αριστερών κομμάτων, ενώ στον Νέο Κόσμο Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί αντιπροσώπευαν ένα πολιτικό δίλημμα τόσο δραματικό, όσο και η επιλογή ανάμεσα στην Coca-cola και την Pepsi-cola.
Στις μέρες μας, όμως, η εικόνα τείνει να αντιστραφεί. Ενώ στην Ευρώπη είναι ορατή η πιθανότητα να υπάρχουν τα επόμενα ένα με δύο χρόνια ακροδεξιές κυβερνήσεις και στις τέσσερις ισχυρότερες χώρες της, στην Αμερική η τραμπική Δεξιά απειλείται με μια βαρύτατη πολιτική ήττα στις εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο και αριστεροί υποψήφιοι, που μιλούν ανοιχτά για σοσιαλισμό, κερδίζουν απανωτές νίκες σε προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών. Ιστοσελίδες όπως το Axios και το Politico έκαναν λόγο για «πολιτικό σεισμό», ενώ ο Τραμπ διέγνωσε ότι η Αμερική καλείται να αντιμετωπίσει την «κομμουνιστική απειλή», λέγοντας ότι πρόκειται για «την πιο σοβαρή απειλή στην Ιστορία μας», ενδεχομένως μεγαλύτερη από εκείνες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Στη Μινεσότα
Τελευταίος, μέχρι στιγμής, κρίκος της αλυσίδας ήταν οι προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για μία έδρα της Γερουσίας στη Μινεσότα, την περασμένη Τρίτη. Η Πέγκι Φλάναγκαν, η οποία υποστηριζόταν από τον αριστερό γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, κατήγαγε συντριπτική νίκη έναντι της εν ενεργεία βουλευτού Αντζι Κρεγκ (πάνω από 20 μονάδες διαφορά), την υποψηφιότητα της οποίας στήριξε το κομματικό κατεστημένο και χρηματοδότησε η AIPAC, η κυριότερη οργάνωση του ισραηλινού λόμπι. Η Φλάναγκαν υποστήριζε την καθολική, δωρεάν ασφάλιση υγείας, τη σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού και τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας στο Ισραήλ. Ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι η αριστερή υποψήφια ζητούσε κατάργηση της διαβόητης ICE (που σκότωσε δύο ακτιβιστές στη Μινεσότα, στο πλαίσιο του αντιμεταναστευτικού πογκρόμ), ενώ η Κρεγκ είχε ψηφίσει στη Βουλή τον τραμπικό νόμο για διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας.
Μία εβδομάδα νωρίτερα, ο γιατρός Αμπντούλ ελ Σαγέντ, γιος Αιγύπτιων μεταναστών, επίσης του ρεύματος Σάντερς, είχε κερδίσει την εν ενεργεία βουλευτή Χέιλι Στίβενς στην αναμέτρηση για το γερουσιακό χρίσμα των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν. Ηταν οι πιο ακριβές και πιο άνισες εκλογές αυτού του είδους. Η Στίβενς ξόδεψε στην εκστρατεία της 53 εκατ. δολάρια, εκ των οποίων τα 32 εκατ. προέρχονταν από την AIPAC. Ο Σαγέντ διέθεσε μόλις 6 εκατ. και στήριξε την εκστρατεία του σε ένα μεγάλο δίκτυο εθελοντών και στην άμεση, φυσική επαφή με τους πολίτες. Εξαλλος ο Τραμπ, αποφάνθηκε ότι οι Δημοκρατικοί έχουν αλωθεί από τζιχαντιστές. «Βλέπουμε τζιχαντιστές να εκλέγονται παντού. Εχουμε αυτό το πράγμα, είτε θα είναι κομμουνιστές είτε τζιχαντιστές». Μάλιστα, ανέβασε στο Διαδίκτυο δύο φωτογραφίες πλάι πλάι, μία δική του με τη Μελάνια και μία του ζεύγους Σαγέντ. Η λεζάντα έγραφε: «Δύο πολύ διαφορετικές Αμερικές».
Μετά τον Μαμντάνι
Οι εξελίξεις αυτές δεν ήταν κεραυνοί εν αιθρία. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε στις 4 Νοεμβρίου 2025, όταν ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής Ζοράν Μαμντάνι, μέλος των «Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής» (DSA), εξελέγη δήμαρχος στην πρωτεύουσα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, τη Νέα Υόρκη. Γρήγορα αποδείχθηκε ότι η εκλογή Μαμντάνι ήταν όχι το τέλος, αλλά η αρχή ενός νέου κινήματος που τείνει να αλλάξει τον πολιτικό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι προκριματικές εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Νέα Υόρκη, στις 23 Ιουνίου, ήταν ένας θρίαμβος για την Αριστερά των Δημοκρατικών. Τρεις σοσιαλιστές υποψήφιοι κέρδισαν το χρίσμα απέναντι στους εκλεκτούς του κομματικού μηχανισμού. Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση ήταν εκείνη του Μπραντ Λάντερ, ο οποίος κατατρόπωσε με 30 μονάδες διαφορά τον Νταν Γκόλντμαν, κληρονόμο του Levi Strauss και χρηματοδοτούμενο από την AIPAC. Μία εβδομάδα αργότερα, ένα άλλο μέλος του DSA, η 28χρονη ακτιβίστρια Μελάτ Κίρος, γεννημένη στην Αιθιοπία, νίκησε στο Κολοράντο την επί 30 χρόνια βουλευτή Νταϊάνα ντε Γκέτε και θα διεκδικήσει μια θέση στη Βουλή τον Νοέμβριο. Κάτι ανάλογο συνέβη με τη νίκη του αριστερού Κρις Ραμπ στην Πενσιλβάνια.
Οι εκπρόσωποι του κομματικού κατεστημένου βιάστηκαν να υποβαθμίσουν τη σημασία αυτών των εξελίξεων, λέγοντας ότι αφορούσαν σίγουρες, για τους Δημοκρατικούς, περιφέρειες της Βουλής και ότι οι ριζοσπάστες αριστεροί δεν θα είχαν τύχη στις διαφιλονικούμενες με τους Ρεπουμπλικανούς περιφέρειες, όπου θα απωθούσαν τον μεσαίο χώρο. Οι δύο πρόσφατες νίκες των αριστερών στις πολιτειακές αναμετρήσεις του Μίσιγκαν και της Μινεσότα έδειξαν ότι οι εκπρόσωποι του κατεστημένου έπεσαν έξω, υποτιμώντας τις βαθιές αλλαγές στο κοινωνικό σώμα.
Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το 51% των Δημοκρατικών θεωρεί ότι το κόμμα τους «είναι πολύ στενά συνδεδεμένο με επιχειρηματικά συμφέροντα», το 71% θέλει να επιβληθούν υψηλότεροι φόροι στο κεφάλαιο και το 75% αξιώνει καθολική ασφάλιση υγείας, ενώ η πλειοψηφία των Δημοκρατικών (και το 39% του συνόλου των Αμερικανών) έχει θετική γνώμη για τον σοσιαλισμό. Σε πολύ υψηλά επίπεδα έχει ανέβει η πίεση της βάσης για καταδίκη της γενοκτονίας στη Γάζα και αλλαγή πολιτικής έναντι του Ισραήλ, κάτι που οδήγησε τον περασμένο μήνα 103 Δημοκρατικούς βουλευτές, συμπεριλαμβανομένης της Νάνσι Πελόζι, να ψηφίσουν υπέρ του τερματισμού της αμερικανικής βοήθειας στο εβραϊκό κράτος.
Η αντίδραση
Η πορεία ριζοσπαστικοποίησης σημαντικής μερίδας των Δημοκρατικών δεν μένει, βεβαίως, αναπάντητη. Η εκστρατεία του Τραμπ περί «κομμουνιστικής απειλής» συναγωνίζεται σε υστερία τον «Κόκκινο Τρόμο» του 1919-20. Στις 3 Ιουλίου, το πρώτο άρθρο γνώμης της Wall Street Journal είχε τίτλο «Η σοσιαλιστική απειλή είναι πραγματική». Οι αρθρογράφοι υποστήριζαν ότι οι αριστεροί Δημοκρατικοί «πανηγυρίζουν για την 11η Σεπτεμβρίου, χειροκροτούν τον σφαγιασμό 1.000 παιδιών Ισραηλινών και Αμερικανών, θέλουν να καταργήσουν την αστυνομία και τις φυλακές, να τερματίσουν την ατομική ιδιοκτησία και να ανοίξουν τα σύνορα». Μάλιστα, σε μια ένδειξη προϊούσας επιστροφής στο πνεύμα του Μακαρθισμού, καλούσαν «τους νομοθέτες, τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου και τους δημοσιογράφους να ερευνήσουν το DSA για να δουν αν χρηματοδοτείται από ξένες κυβερνήσεις και συμφέροντα».
Παράλληλα, βουλευτές από τη δεξιά πτέρυγα των Δημοκρατικών συγκρότησαν στα τέλη Ιουνίου τον συνασπισμό «Υπόσχεση στην Αμερική» εν είδει αναχώματος στα καινά δαιμόνια. «Είμαστε καπιταλιστική, όχι σοσιαλιστική χώρα... Θέλουμε ασφάλεια, όχι ανομία... Είμαστε δημοσιονομικά υπεύθυνοι, όχι απερίσκεπτοι... Είμαστε περήφανοι για την Αμερική, δεν ντρεπόμαστε για το παρελθόν μας», αναφέρεται στη σχετική διακήρυξη.
Θα κριθεί στο χρίσμα
Η Αριστερά των Δημοκρατικών κερδίζει έδαφος, αλλά απέχει πολύ από το να βρίσκεται κοντά στην κατάκτηση της ηγεμονίας. Η μη αναμενόμενη από τις δημοσκοπήσεις ήττα της αριστερής Φρανσέσκα Χογκ από τον μετριοπαθή Ντέιβιντ Κρόουλι στην αναμέτρηση για το χρίσμα κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, την περασμένη Τρίτη, ήρθε να υπογραμμίσει τις δυσκολίες. Η μεγάλη πρόκληση είναι η ανάδειξη αριστερού υποψηφίου προέδρου των Δημοκρατικών για τις εκλογές του 2028, κάτι που λίγο έλειψε να πετύχει ο Σάντερς εναντίον της Χίλαρι Κλίντον το 2016, αλλά τελικά απέτυχε. Πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολο στόχο, καθώς ο χαρισματικός Σάντερς δεν θα μπορεί, λόγω ηλικίας, να διεκδικήσει ξανά το χρίσμα.
Η πρώτη κρίσιμη δοκιμασία θα είναι οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όπου οι αριστεροί υποψήφιοι θα κληθούν να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να κερδίσουν όχι μόνο το εσωκομματικό, αλλά και το ευρύτερο λαϊκό ακροατήριο.
Όσο για τη μεγάλη εικόνα της επικείμενης αναμέτρησης, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δίνουν κατά μέσον όρο στους Δημοκρατικούς προβάδισμα επτά μονάδων (48,6%- 41,6%) έναντι των Ρεπουμπλικανών. Αν διατηρηθούν αυτές οι τάσεις, δεν αποκλείεται οι Ρεπουμπλικανοί να χάσουν όχι μόνο τη Βουλή, αλλά και τη Γερουσία, κάτι που μέχρι πρότινος εθεωρείτο εντελώς απίθανο. Ερωτηθείς σχετικά, ο Τραμπ είπε ότι «για να είμαι ειλικρινής, πολλοί είναι θυμωμένοι με τους Ρεπουμπλικανούς, όχι με μένα» και προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από ενδεχόμενο Βατερλώ λέγοντας: «Ενα λεπτό. Δεν καταλαβαίνετε. Εγώ νίκησα τις δικές μου εκλογές. Δεν κατεβαίνω σε αυτές». Στην πραγματικότητα, καθώς η άκρως αντιδημοφιλής σύγκρουση με το Ιράν συνεχίζεται, τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ (39,7% κατά μέσον όρο) είναι κάτω και από εκείνα των Ρεπουμπλικανών. Με αυτούς τους όρους, το δεύτερο μισό της θητείας του διαγράφεται πολύ δυσκολότερο από το πρώτο.
(Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)






























