Ο Μαρκ Τουέιν στο μεταίχμιο του 19ου και 20ού αιώνα είχε χαρακτηριστεί «συνείδηση της εποχής» του. Οι μύδροι, τους οποίους συνεχώς εξαπέλυε κατά των πρακτικών του δυτικού ιμπεριαλισμού και των ηγετών του, πότε για τη γενοκτονία των Αφρικανών από τους Βέλγους του βασιλιά Λεοπόλδου, αυτού του τέρατος, πότε κατά του αμερικανικού στρατού και της δράσης του κατά των ιθαγενών, κατά των ρατσιστικών πρακτικών έναντι των νέγρων στον αμερικανικό Νότο, κατά του τσάρου, του βασιλιά της Αγγλίας και κατά του προέδρου των ΗΠΑ, έχουν καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία της στρατευμένης αλλά και συνάμα υψηλής λογοτεχνίας. Αλλη μια τέτοια συνείδηση της εποχής ήταν και ο Εμίλ Ζολά. Αυτός, την ίδια εποχή, αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην κριτική όλων των θεσμών εξουσίας που καλλιεργούσαν τις ιδέες του εθνικισμού, τις περισσότερες φορές κρυμμένες πίσω από το πέπλο του «πατριωτισμού», όπως γίνεται και σήμερα.
Γιατί θυμήθηκα αυτούς τους δυο; Ο πρώτος λόγος είναι πως πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του «Κατηγορώ» του Ζολά στην επανέκδοση του από τον Πατάκη με κείμενα των αξεπέραστων Ανατόλ Φρανς και Ζαν Ζορές (εισαγωγή και πρόλογος από τους Μαίρη Καιρίδη και Θανάση Τριαρίδη). Την ίδια στιγμή ανακάλυψα ένα βιβλίο του Μαρκ Τουέιν που είχα από το πολύ μακρινό 1981 και πάντα ανέβαλλα να το διαβάσω. Το διάβασα και αυτό. Εννοώ το «Ο μονόλογος του βασιλιά Λεοπόλδου» (Θεμέλιο), στο οποίο ο Τουέιν βάζει τον ίδιο τον εγκληματία βασιλιά να μονολογεί όλα τα εγκλήματά του κατά του κονγκολέζικου λαού.
Ο δεύτερος λόγος είναι πως αυτοί οι δύο απαντούν στο ερώτημα για τον κοινωνικό ρόλο των διανοούμενων στον σύγχρονο κόσμο. Αυτοί οι δύο, αλλά και πολλοί άλλοι, όπως οι προαναφερθέντες Ανατόλ Φρανς και ο Ζαν Ζορές, παρόλο που ήταν στρατευμένοι στην υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και του αντιεθνικισμού, ποτέ δεν έπαψαν να υποβάλλουν σε κριτική τους φορείς και τα κόμματα που επικαλούνταν αυτές τις αξίες. Αυτοί ποτέ δεν σκέφτηκαν να αποσιωπήσουν την αλήθεια, όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονταν, παρόλο που αυτή μπορούσε να βλάπτει τους ίδιους ή την όποια παράταξή τους. Ο Ζορές μάλιστα ήταν στην ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, όταν ασκούσε κριτική στο κόμμα του. Και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με αυτό. Τότε, όμως, δεν υπήρχε η κοπτοραπτική του facebook.
Το ερώτημα αν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι διανοούμενοι, είναι άστοχο. Βεβαίως και υπάρχουν. Δεν θέλουμε, όμως, να τους ακούμε και να τους διαβάζουμε. Και αν τους διαβάζουμε το κάνουμε υπό το πρίσμα του ευνουχισμού τους από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η κριτική σκέψη σήμερα πνίγεται κάτω από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του πνευματικού διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται σ’ αυτά τα μέσα.
Τα τρολ, τα οποία βλάπτουν κυρίως αυτούς που υποστηρίζουν, ζητούν από την κριτική σκέψη να ξεχάσει ότι είναι κριτική αλλά και σκέψη, για το καλό «του κόμματος». Της ζητούν δηλαδή ν’ ανταλλάξει το όλον της γνώμης της στο όνομα του εφήμερου και του μερικού των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ολα αυτά σε τελική ανάλυση βλάπτουν σοβαρά τα κόμματα, την πολιτική και τη δημοκρατία ευρύτερα.
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι κοινωνιολόγος, συγγραφέας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)





























