Πολλοί και πολλές απορούν που είμαι σήμερα υποστηρικτής του Αλέξη Τσίπρα, ενώ το 1996-2004 ήμουν υποστηρικτής του Κώστα Σημίτη. Δεν υπάρχει αντίφαση; Μήπως κάπου έχω κάνει λάθος; Σήμερα ή στο παρελθόν; Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κανείς, όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μετέχει του δημόσιου διαλόγου, είναι να κρύβει την ιστορία του. Και εγώ δεν κρύβω και δεν αναιρώ ούτε γράμμα από όλα όσα υποστηρικτικά προς τον Κώστα Σημίτη ως πολιτικό άνδρα έχω γράψει. Και όσο και να φαίνεται περίεργο στους αδαείς για την ιστορία της Αριστεράς, οι δυο ηγέτες, σε διαφορετικές εποχές και ανάγκες, εκφράζουν μια οικογένεια. Την οικογένεια της πληθυντικής Αριστεράς με τις συγκρούσεις και τις κατά καιρούς αντιπαλότητές της που ήρθε εποχή να αφήσει το παρελθόν και να κοιτάξει το μέλλον της σύγκλισής της, της συμπαράταξής της. Μια σύγκλιση που έπρεπε να είχε ξεκινήσει από το 1989 και την οποία εξέφρασε ο Κώστα Σημίτης το 1996 στο Συνέδριο του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε από την τότε ηγεσία του κόμματος για χάρη του «αριστερού» και «αδιάφθορου» Άκη.
Ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του στο Θησείο αναφέρθηκε στον Ανδρέα Παπανδρέου. Θα μπορούσε να αναφερθεί και στον Κώστα Σημίτη; Θα μπορούσε. Γιατί; Ας κάνουμε ένα ταξίδι στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Πλέον ήταν μακριά μας οι εποχές του διχασμού των Ελλήνων σε «εθνικόφρονες» και «μιάσματα». Στις οποίες δυστυχώς θέλει να επιστρέψουμε ο γραμματέας της ΝΔ κ. Κυρανάκης χαρακτηρίζοντας τον ΕΛΑΣ παράταξη που δίχασε τη χώρα. Πολιτικώς η χώρα χάρη στις πολιτικές του Ανδρέα Παπανδρέου, όπως αυτή της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης, ήταν ενιαία. Αλλά το 1996 η χώρα διατηρούσε πολλά από τα βάρη και τα μειονεκτήματα της ιστορίας της. Και αυτά ήταν πρώτον, η στενή αντίληψη για το τι είναι πραγματικά συμφέρον για τον τόπο σ’ ένα περιβάλλον ραγδαίας παγκοσμιοποίησης. Η Ελλάδα αρνείτο να βλέπει τον εαυτό της ως οργανικό κομμάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανήκε, επιμένοντας σε πολιτικές φοβικής περιχαράκωσης. Όταν οι πολιτικοί μας μιλούσαν για την Ευρώπη, εννοούσαν τι μπορούμε να πάρουμε απ’ αυτήν. Καμία συζήτηση για το τι μπορούμε να δώσουμε σ’ αυτήν και στον κόσμο. Ο Κώστας Σημίτης το άλλαξε αυτό. Η Ελλάδα μπήκε στον πυρήνα των πολιτικών ενοποίησης της ΕΕ. Το δεύτερο στοιχείο, παρά τα μεγάλα βήματα όπως ο ΑΣΕΠ, που είχαν γίνει, ήταν πως η χώρα παρέμενε δέσμια ενός πελατειακού συστήματος και των συνεπειών του. Ενώ επίσης λέγαμε κράτος πρόνοιας και εννοούσαμε κράτος παροχών και όχι κράτος με κοινωνικές υπηρεσίες όπως Βοήθεια στο σπίτι, Ολοήμερο Σχολείο, Ενισχυμένη Διδασκαλία κλπ., αναφανδόν σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης προγράμματα. Ο Κώστας Σημίτης τα εφάρμοσε αυτά. Το τρίτο ήταν πως για να κάνει κανείς πολιτική έπρεπε να ελέγχει πρώτα το κόμμα και μετά την κυβέρνηση. Παραγωγός πολιτικής ήταν το κόμμα και οι μηχανισμοί του και όχι η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο. Ο Κώστας Σημίτης επιχείρησε να το αλλάξει αυτό. Ίσως μάλιστα το παράκανε εγκαταλείποντας εντελώς το κόμμα του για χάρη της κυβερνησιμότητας. Εδώ μάλλον πάτησε και η διαφθορά της περιόδου.
Όλα αυτά συμπυκνώθηκαν στο αίτημα του εκσυγχρονισμού. Ένας πολιτικός, ο Κώστας Σημίτης, καθόλου χαρισματικός σε επικοινωνιακό επίπεδο, ιδιαιτέρως χαρισματικός όμως σε επίπεδο γνώσης και κατανόησης του περιβάλλοντός στο οποίο δρούσε, κατόρθωσε να κεφαλοποιήσει γι’ αυτόν και το κόμμα του αυτό το αίτημα. Πέτυχε; Έγραψα πιο πάνω τι κατόρθωσε, αλλά αν είχε πετύχει πλήρως, δεν θα φτάναμε στην τραγική διετία της χρεοκοπίας 2007-2009 του Κώστα Καραμανλή, όπου φούντωσαν όλες οι παθογένειες που προαναφέρθηκαν.
Το 2015 αντιθέτως ήταν η εποχή της οργής και της αγανάκτησης. Και σε τέτοιες εποχές δεν υπάρχουν ψύχραιμες ματιές και λογικές αντιδράσεις. Αυτές οι εποχές παρασέρνουν τους πάντες σε μη ψύχραιμες αντιδράσεις. Αυτή την εποχή ήρθε να εκφράσει ένας πολιτικός με επικοινωνιακά χαρίσματα, ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά από τις θέσεις της διάκρισης Αριστερά- Δεξιά, και όχι του εκσυγχρονισμού, όσο και αν η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ θόλωσε αυτή τη διάκριση. Πάντως αν η ανάλυση είχε εστιάσει σε αυτή τη διάκριση και όχι σε αυτή τού «λαϊκισμός- αντιλαϊκισμός», η κρίση πολλών εξ ημών να ήταν διαφορετική για τον Τσίπρα ακόμη από τον Σεπτέμβριο του 2015. Ο τότε Αλέξης Τσίπρας ήταν πολύ ικανός να εκφράσει το ποτάμι της οργής από τις «αμαρτίες» του συστήματος, όχι όμως έτοιμος ακόμη να εκφράσει ένα αίτημα αριστερής υπέρβασής του. Δεν το επέτρεπαν και οι «τιμωρητικές» διαθέσεις του Σόιμπλε και των νεοφιλελεύθερων εταίρων. Αυτό το αίτημα της αριστερής υπέρβασης δείχνει έτοιμος να το προωθήσει τώρα. Πως εκφράζεται αυτό; Ως εκείνο το αίτημα:
Που θα επιφέρει μια αναγκαία μισθολογική και φορολογική αναδιανομή, η οποία θα σέβεται την αξιοπρέπεια όλων των πολιτών αυτής της χώρας, γηγενών και μεταναστών.
Που θα ελέγξει, με την αποδεδειγμένη εντιμότητά της παράταξης, την απίστευτη διαφθορά στο πολιτικό σύστημα αλλά και στην κοινωνία.
Που θα κάνει βήματα περαιτέρω προσαρμογής της χώρας στο διεθνές περιβάλλον, βήματα στις σχέσεις της χώρας με τους γείτονές της, όπως αυτό της Μεγάλης Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και βήματα εσωτερικά όπως η συναινετική με την Εκκλησία λύση των σχέσεων της με το Κράτος.
Που θα ασκήσει αριστερές πολιτικές στα κέντρα της κοινωνίας και όχι στο περιθώριο.
Που θα εκφράσει ένα νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο ανάμεσα στα μεσαία και χαμηλόμισθα στρώματα, αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα.
Που θα τεθεί επικεφαλής στο αίτημα της «αριστερής συμπαράταξης» και υπέρβασης των παλιών διαφορών.
Όντως κάθε εποχή ανάλογα με τα προβλήματά της θέλει και τους αντίστοιχους πολιτικούς ηγέτες. Και η σημερινή εποχή θέλει τον σημερινό Αλέξη Τσίπρα. Φυσικά θέλει και να πλαισιωθεί κι αυτός από στελέχη με ευρύτερους ορίζοντες από εκείνους στους οποίους τους έχει περιορίσει η ιστορία ή και η μη ιστορία τους. Αλλά μήπως δεν είναι αυτή η ιστορία, η οποία σε τελική ανάλυση μας κρίνει όλες και όλους, όπου κι αν στεκόμαστε;
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Κοινωνιολόγος, συγγραφέας)































