Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για τη βαθμολογική εξέλιξη και το σύστημα επιλογής προϊσταμένων στο Δημόσιο, παρουσιάζεται ως μεγάλη μεταρρύθμιση αξιοκρατίας: ΑΣΕΠ, εξετάσεις, μόρια, αξιολόγηση, δεξιότητες. Η εικόνα είναι ελκυστική.
Το ουσιαστικό ερώτημα όμως που προκύπτει είναι διαφορετικό: μπορούμε να μιλάμε για αξιοκρατικούς και αντικειμενικούς κανόνες, όταν η μοριοδότηση των υποψηφίων έχει ήδη διαστρεβλωθεί από κομματικές επιλογές προηγούμενων ετών;
Εδώ βρίσκεται ο βασικός κίνδυνος του νομοσχεδίου. Όχι ότι θεσπίζει ανοιχτά ένα «κομματικό κράτος». Το αντίθετο. Με σειρά διατάξεων, δημιουργεί ένα σύστημα που μπορεί να εμφανίζεται απολύτως αξιοκρατικό, διαιωνίζοντας ωστόσο την υποκειμενικότητα και την αδικία του σήμερα. Ταυτόχρονα ενσωματώνει τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και τις μετατρέπει σε θεσμικό πλεονέκτημα για το αύριο.
Πρώτα τοποθετείς, μετά μοριοδοτείς
Σε αυτή τη βάση, στο άρθρο 12 του νομοσχεδίου προβλέπεται ότι για την εμπειρία σε θέσεις ευθύνης συνυπολογίζεται ο χρόνος που αποκτήθηκε όχι μόνο ύστερα από διαδικασία επιλογής, αλλά και μέσω αυθαίρετων σε πολλές περιπτώσεις τοποθετήσεων ή/και αναπληρώσεων.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο πρόβλημα. Επί χρόνια, πολλές θέσεις ευθύνης μπορούσαν να καλύπτονται χωρίς να έχει προηγηθεί ανοιχτή διαδικασία κρίσεων. Το νέο σύστημα όχι μόνο δεν διορθώνει αυτή την στρεβλή διαδικασία αλλά έρχεται να της προσδώσει μανδύα θεσμικής ισχύος.
Ο μηχανισμός είναι απλός: η υποκειμενική ή/και κομματική σε αρκετές περιπτώσεις τοποθέτηση δημιουργεί εμπειρία, η εμπειρία γίνεται μόρια, τα μόρια γίνονται προβάδισμα στην επόμενη κρίση.
Έτσι, μια επιλογή του σήμερα μπορεί να συνεχίσει να παράγει αυθαιρεσίες και αύριο, ακόμη και αν έχει αλλάξει η πολιτική εξουσία, και η διαδικασία φαίνεται απόλυτα αξιοκρατική!!!
Δεν χρειάζεται πλέον να παρέμβει κανείς στην επόμενη κρίση, αρκεί να έχει ήδη διαμορφώσει τους όρους και τις «κατάλληλες» στρεβλώσεις.
Και αυτό είναι πολύ πιο προβληματικό από μια απλή κομματική τοποθέτηση. Είναι η μετατροπή της προηγούμενης αυθαίρετης/υποκειμενικής επιλογής σε κατ’ επίφαση «αντικειμενικό» προσόν.
Πρώτα «κόβεις» τους υψηλής απόδοσης, μετά κάνεις την αξιολόγηση διαβατήριο εξουσίας
Ακόμη σοβαρότερο όμως είναι το δεύτερο σκέλος. Με τα άρθρα 6 και 7, η αξιολόγηση αποκτά πλέον πραγματική επίδραση τόσο στη βαθμολογική εξέλιξη όσο και στην πρόσβαση των υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως «υπαλλήλου υψηλής απόδοσης και δυνατοτήτων» μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό διαβατήριο για την ανώτερη διοικητική ιεραρχία.
Για την αξιολογική περίοδο του 2023 έχει ήδη υποβληθεί καταγγελία στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας σχετικά με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην καταγγελία και στις δημόσιες αναφορές που αυτή επικαλείται, δεκάδες χιλιάδες υπάλληλοι, ενώ είχαν αρχικά χαρακτηριστεί υψηλής απόδοσης, μετά την επεξεργασία των αιτιολογήσεων με εργαλείο ΤΝ περιορίστηκαν δραστικά. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Η επίκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί εύκολα την εντύπωση μιας ουδέτερης, αντικειμενικής και σχεδόν «επιστημονικής» κρίσης. Δεν αποφασίζει ο υπουργός, δεν αποφασίζει ο προϊστάμενος — «αποφασίζει ο αλγόριθμος». Μόνο που η ΤΝ δεν είναι ουδέτερη ούτε λειτουργεί σε πολιτικό και θεσμικό κενό. Κάποιος επιλέγει ποια δεδομένα θα αναλυθούν, ποια κριτήρια θεωρούνται σημαντικά, ορίζει πώς αποτυπώνεται η έννοια της «υψηλής απόδοσης», ποια όρια τίθενται και ποιο αποτέλεσμα θεωρείται αποδεκτό.
Ο αλγόριθμος δεν καταργεί την ανθρώπινη και πολιτική επιλογή. Μπορεί απλώς να την κάνει λιγότερο ορατή. Έτσι, ένα εργαλείο που εμφανίζεται ως εγγύηση αντικειμενικότητας μπορεί στην πράξη να λειτουργήσει ως μηχανισμός νομιμοποίησης μιας επιλογής, της οποίας τα πραγματικά κριτήρια δεν είναι δημόσια και πλήρως ελέγξιμα.
Γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν χρησιμοποιήθηκε ΤΝ. Είναι ποιος όρισε τα κριτήρια, με ποια μεθοδολογία, με ποιον έλεγχο, με ποια δυνατότητα εξήγησης και με ποιο δικαίωμα του εργαζομένου να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα.
Η καταγγελία στην ΕΑΔ θέτει ακριβώς ζητήματα διαφάνειας, νομικής βάσης και ελέγχου της διαδικασίας. Δεν υπάρχει ακόμη πόρισμα που να διαπιστώνει παράβαση. Υπάρχει όμως ήδη ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί:
Πώς είναι δυνατόν ένας «χαρακτηρισμός» που προέκυψε μέσα από μια διαδικασία με αδιαφανή κριτήρια και παραμέτρους, και η οποία ακόμη ελέγχεται θεσμικά, να μετατρέπεται σήμερα σε πλεονέκτημα για την κατάληψη αυριανών θέσεων ευθύνης;
Πρώτα περιορίζεται δραστικά η δεξαμενή των «υψηλής απόδοσης». Και αμέσως μετά ο ίδιος χαρακτηρισμός αποκτά μεγαλύτερη αξία για την υπηρεσιακή εξέλιξη.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η κυβέρνηση οφείλει να δώσει σαφείς απαντήσεις.
Η αξιοκρατία δεν αρχίζει στο τέλος της διαδικασίας
Ο γραπτός διαγωνισμός και ο ενισχυμένος ρόλος του ΑΣΕΠ είναι θετικά στοιχεία. Αλλά δεν αρκούν. Το ΑΣΕΠ δύναται να εγγυηθεί ότι μια εξέταση είναι αντικειμενική. Δεν μπορεί όμως να ακυρώσει πλεονεκτήματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί μέσω προηγούμενων τοποθετήσεων ή αξιολογήσεων. Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
Δεν αρκεί να θεσπίζεις αντικειμενικούς κανόνες στο τέλος μιας διαδικασίας, εφόσον πρώτα έχεις διαμορφώσει, με προηγούμενες επιλογές ποιοι έχουν το προβάδισμα.
Ακόμη και η επιλογή να τεθεί το νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση στις 7 Αυγούστου, στην καρδιά των θερινών αδειών, δείχνει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα στην τυπική τήρηση μιας διαδικασίας και στον πραγματικό θεσμικό διάλογο.
Η απάντηση σε όλα αυτά δεν είναι η απόρριψη της αξιολόγησης, του ΑΣΕΠ ή της έννοιας της αξιοκρατίας. Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Αν θέλουμε πραγματική αξιοκρατία και ένα Δημόσιο απαλλαγμένο από κομματικές λογικές, οι θέσεις ευθύνης οφείλουν να κρίνονται μέσα από ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες, ενώ τα προσόντα που μοριοδοτούνται πρέπει να έχουν αποκτηθεί με κανόνες που δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.
Το ίδιο ισχύει και για τις προηγούμενες αξιολογήσεις: δεν μπορούν να αποκτούν ουσιαστική βαρύτητα για την υπηρεσιακή εξέλιξη όταν η διαδικασία που τις παρήγαγε δεν είναι πλήρως διαφανής, ελέγξιμη και αξιόπιστη.
Γιατί διαφορετικά συμβαίνει κάτι πολύ απλό:
οι επιλογές του σήμερα γίνονται τα «αντικειμενικά προσόντα» του αύριο.
Και τότε το κομματικό κράτος δεν καταργείται.
Απλώς αποκτά τη σφραγίδα της αξιοκρατίας.
(Αλεξάνδρα Καραβά, MSc, Πολιτικός Μηχανικός, Απόφοιτος ΕΣΔΔΑ, Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων)



























