«Η Παναγιά τα πέλαγα κρατούσε στην ποδιά της, τη Σίκινο, την Άμοργο και τ άλλα τα παιδιά της...» (Οδυσσέας Ελύτης, «Τα τζιτζίκια», από τη συλλογή «Τα Ρω του έρωτα»).
Στη χριστιανική θρησκεία δεν υπάρχει μορφή που να συγκεντρώνει τόση αγάπη, τρυφερότητα αλλά και προσδοκίες όσο η Παναγία. Η «Δέσποινα» και «Παντάνασσα» (βασίλισσα των πάντων) των Ορθόδοξων, η «Madonna» ή «Madonnina» των Καθολικών κυριαρχεί στη λατρεία. Στην Ελλάδα υπάρχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα καθώς η μεγάλη γιορτή της, ο Δεκαπενταύγουστος, συμπίπτει με την κορύφωση του καλοκαιριού. Ο συνδυασμός αυτός μεταφέρει το επίκεντρο του εορτασμού στο Αιγαίο όπου τα νησιά του είναι γεμάτα με μεγάλους ή μικρούς ναούς αφιερωμένους σε αυτήν.
Τα προσωνύμια της Παναγίας εκατοντάδες, σε κάθε τόπο διαφορετικό, τα περισσότερα πανέμορφες δημιουργίες της ελληνικής γλώσσας. Πολλά από αυτά συνδέονται με τη θάλασσα, το ταξίδι αλλά και την ξενιτιά, οι Έλληνες πάντα ήταν λαός θαλασσινός αλλά και μεταναστευτικός. Αν και υπάρχει ο Άη Νικόλας, ο «καθ ύλην αρμόδιος», η Παναγία είναι η «Θαλασσοκρατούσα», όπως είναι το προσωνύμιό της στη Σαμοθράκη. Ο Νίκος Καββαδίας συνδυάζει τις δύο μορφές: «Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή...» («Θεσσαλονίκη», από τη συλλογή «Πούσι»).
Στο «Δοξαστικό» από το «Άξιον Εστί» και στον «Μικρό Ναυτίλο» ο Ελύτης συνδυάζει πραγματικά τοπικά προσωνύμια, ονόματα ναών και λαϊκές ονομασίες με δικές του λεκτικές δημιουργίες, ώστε να δημιουργήσει ένα νοητό «Αιγαίο των Παναγιών». Δίπλα στην «Θαλασσίτρα» της Μήλου, την «Κανάλα» της Κύθνου, την «Παναγιά Τόσο Νερό» της Σίφνου, τη «Χρυσομαλλούσα» της Λέσβου, την «Χρυσοσκαλίτισσα» των Χανίων και τόσες άλλες υπάρχουν τα προσωνύμια «Ονειροτόκος», «Πελαγινή», «Αγκυροφόρος», «Πενταστέρινη» κ.α. που είναι γλωσσικές δημιουργίες του ποιητή.
Μην βιαστούμε να γενικεύσουμε την – κατά βάση σωστή – ποιητική αιχμή του σπουδαίου Μιχάλη Κατσαρού: ««όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση, να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω…» («Κατά Σαδουκκαίων»). Ο Κατσαρός το 1953, έχει σημασία η χρονιά, στηλιτεύει ηχηρά την φυσιολατρική προσέγγιση του Αιγαίου σε μια εποχή που ο κόσμος κι η Ελλάδα «έβραζαν και φλέγονταν», ενώ τα νησιά της ερημώναν λόγω της φτώχειας. Για παράδειγμα τα Κύθηρα, το Τσιρίγο, έχουν για τη δική τους Παναγιά το υπέροχο προσωνύμιο «Μυρτιδιώτισσα» αλλά έχουν και μια θλιβερή πρωτιά στην αναλογία κατοίκων και μεταναστών, στην Αυστραλία (κυρίως) αλλά και αλλού.
Δεν είναι παράδοξος ο συνδυασμός: είπαμε και στην αρχή πως η Παναγία στη λαική θρησκευτική παράδοση ταυτίζεται με τη μητέρα, την προστάτιδα, την θαυματουργό. Ποιος είχε μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας από τον ναυτικό ή τον ξενιτεμένο; Πού θα ακουμπούσαν τις ελπίδες τους - να είναι καλά οι άνθρωποί τους - αυτοί πού έμεναν πίσω; Αλλά και αυτοί οι ίδιοι, σε ποια δύναμη θα προστρέχαν για προστασία από τις επιδρομές, τις ασθένειες ή τις φυσικές καταστροφές στα απόμακρα και απομονωμένα χωριά τους; Στην «Κυρά του Κάστρου» στη Λέρο και στο Καστελλόριζο, στην «Παναγιά του Χαρου» στους Λειψούς που ξορκίζει τον θάνατο ώστε να δικαιωθεί η «Παναγιά η Παντοχαρά» στην Ανάφη που δίνει πάντα χαρά στους ανθρώπους.
Από την ασφάλεια της εποχής ή και από τον ελιτισμό που γεννά η ιδεολογική αυτάρκεια μπορούμε εύκολα να χαρακτηρίσουμε «θρησκοληψία» όλη αυτήν την – ζώσα σε μεγάλο βαθμό – παράδοση. Θα ήταν ένα μεγάλο λάθος που φυσικά δεν έκαναν κορυφαίοι δημιουργοί που γέννησαν οι αγώνες αυτού του λαού. Για παράδειγμα θα χαρακτηρίζαμε «θρησκόληπτο» τον Βάρναλη για το υπέροχο ποίημα «Πόνοι της Παναγιάς» («Σκλάβοι Πολιορκημένοι») ή τον Ρίτσο που γράφοντας τον «Τρύγο» δίνει τη σκέψη των ξωμάχων;
«Κι ὅπως γαλανίζει τὸ βραδάκι,
τὸ μαβί, τὸ βιολετί,
νὰ κι ἡ Παναγιὰ στὴ δημοσιά,
πλάι στὰ κάρα, στὰ κουδούνια, στὰ σταμνιὰ
καὶ στὰ κλαδωτὰ μαντίλια,
νά τη ἡ Παναγιὰ
νὰ κρατάει στὴν ἀσημένια της ποδιὰ
πέντε ὀκάδες κόκκινα σταφύλια.»
Αλλά ...το τιμόνι το κρατάει ο καπετάνιος
Η λατρευτική αυτή παράδοση δεν πρέπει επίσης να ταυτίζεται σε απόλυτο βαθμό με τη μοιρολατρεία που υπήρχε σε μεγάλα τμήματα κλειστών κοινωνιών, όπως ήταν οι νησιωτικές. Η παρουσία της Παναγίας υπήρχε παντού, αυτοί όμως που θαλασσοδέρνονταν καθημερινά (και κάποιες φορές θαλασσοπνίγονταν) διασχίζοντας τη Μεσόγειο και τους ωκεανούς με ιστιοφόρα ήταν πιο κοντά στην αρχαία ρήση «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». Υπάρχει μια αληθινή ιστορία, ενδεικτική νοοτροπιών με πρωταγωνιστή τον ναύαρχο της επανάστασης του 1821, τον Αντρέα Μιαούλη.
Ο Αντρεας Βώκος, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, ξεκίνησε να ταξιδεύει σε πλοίο της ναυτικής οικογένειάς του, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, Δημήτρη Βώκου. Γρήγορα απέκτησε δικό του πλοίο, από έναν Τουρκοκρητικό αγόρασε ένα «μπρίκι» που ονομαζόταν «Μιαούλ». Από τότε ήταν πια ο Μιαούλης, δεν ήταν σπάνιο να παίρνει ο ιδιοκτήτης – καπετανιος το όνομα του καραβιού του.
Ο Μιαούλης πλούτισε με τον ίδιο τρόπο που πλούτισαν όλοι οι καραβοκύρηδες της Ύδρας και των Σπετσών. Μια ζωή σαν παραμύθι: έμπορος, κουρσάρος και κοντραμπατζής· αξεπέραστος καπετάνιος. Την περίοδο των Ναπολεόντειων πολέμων, όταν όλη η Ευρώπη ήταν αποκλεισμένη από τον Αγγλικό στόλο έσπαγε το μπλόκο και, όπως έλεγε ο ίδιος, πουλούσε στη Μαρσίγια (Μασσαλία) «μια χούφτα στάρι για μια χούφτα χρυσάφι».
Με τον πλούτο που συγκέντρωσε θα ναυπηγήσει ένα πλοίο που «όμοιό του δεν είχε ταξιδέψει στην Άσπρη Θάλασσα (Αιγαίο)». Ήταν το τρίκαταρτο «Αχιλλέας» που ναυπηγήθηκε στη Βενετία, περίπου το 1803 με «μπας μαραγκό», αρχιναυπηγό δηλαδή, τον περίφημο Υδραίο Μαστρογεώργη. Είχε χωρητικότητα περίπου 498 τόνους, ήταν οπλισμένο με 22 κανόνια και πλήρωμα 105 ναυτών. Ήταν τόσο μεγάλο και ισχυρά οπλισμένο ώστε ελάχιστα διέφερε από πολεμική κορβέτα της εποχής.
Ταυτόχρονα ήταν ασυναγώνιστο σε πολυτέλεια, η καμπίνα του καπετάνιου ήταν επανδυμένη με μαόνι και είχε χρυσά πόμολα. Ανάμεσα στα άλλα, στην καμπίνα του ο Μιαούλης είχε και μια υπέροχη, χειροποίητη εικόνα της Παναγίας με επίχρυση κορνίζα. Μια νύχτα, έξω από το Κάδιξ της Ισπανίας, το καράβι έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή. Ο Μιαούλης ήταν στην τιμονιέρα όταν αντιλήφθηκε πως κάποιοι ναύτες είχαν πάρει την εικόνα της Παναγίας, την έδεσαν με σκοινί και την έριξαν στα κύματα προσδοκώντας να τους σώσει.
Ο «Αρβανίταρος ο Μιαούλης», που γράφει κι ο Δ. Φωτιάδης, έγινε έξαλλος:
«Αν ήμουν εγώ Παναγία θα σας έπνιγα όλους ρε άχμάκηδες, που έχετε χέρια να κουμαντάρετε τα πανιά αλλά περιμένετε να σας σώσει η εικόνα! Βάλτε το εικόνισμα στη θέση του κι αναλαμβάνω εγώ να σας σώσω». Κι όντως τους έσωσε, άλλωστε ο ίδιος έλεγε πάντα πως «κανένα καράβι δεν ποδίζει αν δεν θέλει ο καπετάνιος».
«Να δώσει η Μεγαλόχαρη κι η Παναγιά η Κανάλα...»
Ακριβώς σε αυτό το πνεύμα... ας κρατήσουν οι χοροί: ο μπάλος, ο συρτός, ο ικαριώτικος, η σούστα. Κάθε κομμάτι του πολιτισμού που γεννήθηκε μέσα από την αυθεντική κίνηση μιας κοινωνίας έχει την αξία του. Φυσικά έχει και την διαφοροποίησή του, πότε η κοινωνία ήταν ενιαία; Στην Τήνο στη «Μεγαλόχαρη», στην Πάρο στην «Εκατονταπυλιανή», στην Αμοργό στη «Χοζοβιώτισσα», στην Ρόδο στην «Τσαμπίκα» τα προαύλια θα γεμίσουν χρυσά άμφια, επίσημους και μεγάλα λόγια. Σε άλλα βράχια, δίπλα στη θάλασσα ή σε γκρεμούς, τα πράγματα είναι πιο απλά και εκεί η «Madonna» γίνεται «Madonnina», Παναγίτσα δηλαδή, σαν την «Γκρεμιώτισσα» στην Ίο.
Το λένε πολύ ωραία στην Κύθνο:
«Στον Άγιο Κωνσταντίνο θα χτίσω ένα κελί, να βλέπω την Κανάλα και τη Φλαμπουριανή»! Στην διάσημη «Κανάλα» το πανηγύρι θα έχει πολύ χρυσάφι, η δική μας Παναγιά, ο δικός μας κόσμος είναι στα Φλαμπούρια!
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας- Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του συγγραφέα «Μεγάλη Ιδέα: 1844 -1922» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος)



























