Υπάρχουν δύο τρόποι να διαβάσει κανείς τα τελευταία στοιχεία της Alpha Bank και της ΕΚΤ. Ο πρώτος είναι ο κυβερνητικός: «τα εισοδήματα αυξάνονται, ο πλούτος των νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ, η οικονομία ανακάμπτει». Ο δεύτερος είναι ο πραγματικός. Και αυτός είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτικός.
Η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στην Ευρωζώνη στο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο. Μόνο η Λετονία βρίσκεται χαμηλότερα. Μετά από επτά χρόνια διακηρύξεων περί «ισχυρής ανάπτυξης», «επενδυτικής βαθμίδας», «ιστορικών επιτυχιών» και «ευρωπαϊκού θαύματος», ο Έλληνας εξακολουθεί να βρίσκεται στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Αλήθεια, ποιο ακριβώς είναι το success story όταν οι πολίτες μιας χώρας παράγουν περισσότερο αλλά συνεχίζουν να ζουν σαν οι φτωχότεροι συγγενείς της Ευρώπης;
Ναι, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε περίπου 5% τη διετία 2024-2025 και άλλο 3,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, αυτή η αύξηση δεν αποτελεί πραγματική ευημερία. Είναι απλώς η αργή αναπλήρωση όσων εξαΰλωσε το κύμα πληθωρισμού των προηγούμενων ετών. Όταν πρώτα έχεις χάσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής σου δύναμης και μετά ανακτάς ένα μικρό τμήμα της, δεν γίνεσαι πλουσιότερος. Απλώς φτωχαίνεις με πιο αργό ρυθμό. Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, όμως, βρίσκεται αλλού.
Τα ελληνικά νοικοκυριά συνεχίζουν να εμφανίζουν αρνητική αποταμίευση (-3%). Με απλά λόγια, ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν. Η κατανάλωση δεν χρηματοδοτείται από νέο παραγόμενο πλούτο αλλά από τα τελευταία αποθέματα της πανδημίας και από νέο τραπεζικό δανεισμό. Μια οικονομία που καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει εισοδηματικά δεν οικοδομεί ευημερία. Αναβάλλει το πρόβλημα.
Και ύστερα έρχεται η δεύτερη μεγάλη αντίφαση. Η Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά καλύτερα στον καθαρό πλούτο των νοικοκυριών. Ο ακαθάριστος πλούτος ξεπέρασε το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ, ενώ η διάμεσος του καθαρού πλούτου ανέρχεται περίπου στις 118.000 ευρώ.
Εντυπωσιακό; Μόνο αν αγνοήσει κανείς από πού προέρχεται αυτός ο πλούτος. Δεν δημιουργήθηκε από υψηλές αποδοχές, παραγωγικότητα ή ισχυρή αποταμίευση. Δημιουργήθηκε κυρίως από την εκτόξευση των τιμών των ακινήτων και από περιουσίες που κληρονομήθηκαν από προηγούμενες γενιές. Με άλλα λόγια, η χώρα εμφανίζεται πλουσιότερη επειδή ακριβαίνουν τα σπίτια.
Πρόκειται για μια στατιστική ψευδαίσθηση. Ένα διαμέρισμα που διπλασίασε την αντικειμενική ή εμπορική του αξία δεν γεμίζει το ψυγείο, δεν πληρώνει τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ούτε αυξάνει τον μισθό του εργαζομένου. Αντίθετα, κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αγορά κατοικίας για τους νέους και εκτοξεύει τα ενοίκια για όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη στέγη.
Έτσι δημιουργείται μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία βρίσκονται όσοι κληρονόμησαν ακίνητα και βλέπουν τη λογιστική αξία της περιουσίας τους να αυξάνεται. Από την άλλη βρίσκονται οι νέοι εργαζόμενοι, τα νέα ζευγάρια και οι ενοικιαστές που πληρώνουν ολοένα ακριβότερα για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή την ίδια αγορά. Η περιουσία γίνεται προνόμιο καταγωγής και όχι αποτέλεσμα εργασίας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η αύξηση των εισοδημάτων προήλθε κυρίως από μισθούς και εισοδήματα αυτοαπασχολουμένων. Δηλαδή από περισσότερη εργασία. Όμως η εργασία εξακολουθεί να αμείβεται τόσο χαμηλά ώστε η χώρα να παραμένει στον ευρωπαϊκό πάτο. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι αν αυξάνονται οι μισθοί αλλά πόσο απέχουν από το πραγματικό κόστος ζωής.
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για δείκτες. Η κοινωνία μετρά αποδείξεις σούπερ μάρκετ. Η κυβέρνηση επικαλείται το 1 τρισ. ευρώ πλούτου. Οι πολίτες αναρωτιούνται γιατί δεν μπορούν να αποταμιεύσουν ούτε εκατό ευρώ στο τέλος του μήνα.
Οι αριθμοί της Alpha Bank και της ΕΚΤ δεν δικαιώνουν το κυβερνητικό αφήγημα. Το αποδομούν. Αποκαλύπτουν μια οικονομία όπου ο πλούτος αυξάνεται στα χαρτιά, αλλά όχι στα πορτοφόλια. Μια χώρα που γίνεται ακριβότερη χωρίς να γίνεται πλουσιότερη. Μια κοινωνία όπου η αξία των ακινήτων ανεβαίνει ταχύτερα από την αξία της ανθρώπινης εργασίας.
Και αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι η μαθηματική περιγραφή μιας ανισότητας που βαθαίνει.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)





























