Τη φορολόγηση του πραγματικά μεγάλου πλούτου, χωρίς πρόσθετα βάρη για τη μεσαία τάξη, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την επιχειρηματικότητα, προτάσσει ο Αλέξης Τσίπρας, επαναφέροντας στο ελληνικό πολιτικό προσκήνιο ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα της φορολογικής πολιτικής: πώς μπορεί το κράτος να φορολογήσει αποτελεσματικά έναν κροίσο;
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι «ούτε ένα ευρώ» δεν πρέπει να προστεθεί στη φορολογία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το βάρος, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, πρέπει να μεταφερθεί στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας και στις λίγες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Πρόκειται για θέση που αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα, καθώς η φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων εξελίσσεται σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα διεθνώς.
Το πιο χαρακτηριστικό πείραμα έρχεται από την Καλιφόρνια
Το πιο χαρακτηριστικό πείραμα έρχεται από την Καλιφόρνια. Οι ψηφοφόροι της θα κληθούν τον Νοέμβριο να εγκρίνουν ή να απορρίψουν έναν έκτακτο φόρο ίσο με το 5% της συνολικής περιουσίας όσων διαθέτουν πλούτο άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Πρόκειται για εφάπαξ επιβάρυνση, η οποία θα μπορεί να καταβληθεί σε βάθος πενταετίας. Το μέτρο έχει ενταχθεί επισήμως στο ψηφοδέλτιο ως Proposition 40.
Οι υποστηρικτές του υπολογίζουν ότι μπορεί να αποφέρει περίπου 100 δισ. δολάρια, κυρίως για την υγεία και δευτερευόντως για την εκπαίδευση και την επισιτιστική βοήθεια. Ο επίσημος πολιτειακός αναλυτής είναι πιο επιφυλακτικός και μιλά για έσοδα δεκάδων δισεκατομμυρίων, αναγνωρίζοντας ότι το τελικό ποσό θα εξαρτηθεί από την αποτίμηση των περιουσιών, τις δικαστικές διαμάχες και τη συμπεριφορά των φορολογουμένων.
Ο πλούτος των κροίσων στην Ελλάδα
Το παράδειγμα δείχνει και τις δυσκολίες μιας αντίστοιχης επιλογής στην Ελλάδα. Ο πλούτος των κροίσων δεν βρίσκεται κυρίως σε μισθούς ή τραπεζικές καταθέσεις, αλλά σε μετοχές, εταιρικές συμμετοχές, ακίνητα, επενδυτικά σχήματα, καταπιστεύματα και περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες. Η φορολόγησή του απαιτεί, επομένως, περιουσιολόγιο, αξιόπιστη αποτίμηση των μη εισηγμένων εταιρειών, διασύνδεση μητρώων και πρόσβαση στις πραγματικές ιδιοκτησίες πίσω από εταιρικές δομές.
Στην Ελλάδα, πάντως, η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν θεσπιστεί ευνοϊκά καθεστώτα για την προσέλκυση μεγάλων περιουσιών, όπως το non-dom, ενώ ενισχύεται και η παρουσία των family offices που διαχειρίζονται τον πλούτο εύπορων οικογενειών. Συνεπώς, η φορολόγηση των πραγματικά πλουσίων χωρίς καμία αλλαγή στους φόρους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προϋποθέτει καθαρή απάντηση για τη μεταχείριση αυτών των σχημάτων. Χρειάζονται αυστηρή διαφάνεια ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους, αποτελεσματικοί έλεγχοι στις ενδοομιλικές συναλλαγές, στα μερίσματα και στα κεφαλαιακά κέρδη, καθώς και επανεξέταση των προνομίων που μπορεί να δημιουργούν δύο φορολογικές ταχύτητες. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το βάρος να συνεχίσει να πέφτει σε όσους δεν μπορούν να μεταφέρουν εύκολα την έδρα, το εισόδημα ή την περιουσία τους, ενώ οι μεγαλύτερες περιουσίες θα εξακολουθούν να απολαμβάνουν ειδικές εξαιρέσεις.






























