Η αξία της εργασίας δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή. Καθορίζει το κοινωνικό μοντέλο που θέλουμε: μια κοινωνία φθηνής και εξαντλητικής εργασίας ή μια κοινωνία αξιοπρέπειας, δικαιοσύνης και προοπτικής.
Στην Ελλάδα σήμερα βιώνουμε μια οξεία αντίφαση: οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά αμείβονται λιγότερο και παράγουν λιγότερο. Αυτό δεν είναι σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα ενός παραγωγικού μοντέλου που επενδύει στην ένταση της εργασίας και όχι στην ποιότητά της.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών αποτελεί μια καθαρή σοσιαλδημοκρατική επιλογή: περισσότερη αξία στην εργασία, μεγαλύτερη ισχύς για τους εργαζόμενους, καλύτερη ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Η κυβέρνηση, δια στόματος της Υπουργού Εργασίας Νίκης Κεραμέως, αντιτείνει ότι η ελληνική οικονομία «δεν αντέχει», ότι η ανταγωνιστικότητα θα πληγεί, ότι προέχει η ευελιξία. Πρόκειται για γνώριμα επιχειρήματα. Είναι η λογική της Νέας Δημοκρατίας που για χρόνια δικαιολόγησε χαμηλούς μισθούς, δρομολόγησε τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις και την υπερεργασία — και μας οδήγησε να είμαστε πρώτοι σε ώρες εργασίας και ουραγοί σε παραγωγικότητα στην Ευρώπη.
Η πραγματικότητα, όμως, επιτάσσει κάτι διαφορετικό γιατί η ανταγωνιστικότητα δεν χτίζεται με εξάντληση αλλά με παραγωγικότητα. Και παραγωγικότητα σημαίνει επένδυση στη γνώση, στην οργάνωση της εργασίας και στην τεχνολογία. Οι χώρες που δοκιμάζουν το τετραήμερο μοντέλο δεν καταρρέουν. Αντιθέτως, αυξάνουν την απόδοση ανά ώρα εργασίας.
Η επίκληση της «αντοχής της οικονομίας» συγκαλύπτει μια πιο σκληρή αλήθεια. Ότι η ελληνική οικονομία ήδη πληρώνει το κόστος της φθηνής εργασίας: χαμηλή καινοτομία, περιορισμένη προστιθέμενη αξία, διαρροή επιστημόνων στο εξωτερικό.
Αντίστοιχα, η «ευελιξία» που προβάλλεται δεν είναι ουδέτερη. Στην πράξη σημαίνει μετακύλιση του κόστους στον εργαζόμενο. Η εξαήμερη εργασία και τα διευρυμένα ωράρια δεν συνιστούν εκσυγχρονισμό, αλλά επιστροφή σε πρακτικές που η Ευρώπη έχει αφήσει πίσω.
Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη δεν αγνοεί τις ανάγκες της οικονομίας. Τις ενσωματώνει. Περιλαμβάνει κίνητρα για τις επιχειρήσεις, επενδύσεις στις δεξιότητες, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και ουσιαστική σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Δεν είναι ένα αποσπασματικό μέτρο, αλλά μέρος ενός συνολικού σχεδίου μετάβασης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι σαφές: θα συνεχίσουμε να ανταγωνιζόμαστε με χαμηλό κόστος ή θα επενδύσουμε σε υψηλή αξία; Θα αποδεχτούμε μια οικονομία που εξαντλεί τους ανθρώπους της ή θα οικοδομήσουμε μια οικονομία που τους ενδυναμώνει;
Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση είναι ξεκάθαρη: η ανάπτυξη οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία. Η εργασία πρέπει να εξασφαλίζει αξιοπρέπεια. Και η πολιτεία έχει ευθύνη να διασφαλίζει ότι η πρόοδος μοιράζεται δίκαια.
Το ΠΑΣΟΚ επιλέγει να συγκρουστεί με το παλιό μοντέλο. Όχι με συνθήματα, αλλά με συγκεκριμένες προτάσεις και καθαρό προσανατολισμό. Με στόχο μια οικονομία πιο παραγωγική και μια κοινωνία πιο δίκαιη. Γιατί μια οικονομία που εξαντλεί τους ανθρώπους της δεν έχει μέλλον, έχει μόνο κόστος.
(Ο Γιώργος Μουλκιώτης είναι βουλευτής Βοιωτίας ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής)































