Ένα σοβαρό κενό στον κυβερνητικό σχεδιασμό κινδυνεύει να αφήσει την Κρήτη και άλλα μεγάλα νησιωτικά συστήματα χωρίς τις μονάδες αποθήκευσης ενέργειας που η ίδια η Πολιτεία έχει κρίνει απαραίτητες για την ενεργειακή τους ασφάλεια.
Την ώρα που το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας βάζει την αποθήκευση στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής μετάβασης των νησιών, οι όροι που επέλεξε για να προχωρήσουν οι επενδύσεις φαίνεται ότι οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Ώριμα έργα, για τα οποία έχουν προηγηθεί χρόνια αδειοδοτήσεων και έχουν δεσμευθεί σημαντικά κεφάλαια και τραπεζικές εγγυήσεις, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με ένα πρακτικό αδιέξοδο: δεν έχουν τρόπο να συνδεθούν στο δίκτυο.
Στην πράξη, διακυβεύονται έως 275 MW αποθήκευσης που είχαν προβλεφθεί ειδικά για τα νησιά: 200 MW στην Κρήτη, 25 MW στις διασυνδεδεμένες Κυκλάδες και 50 MW στα Ιόνια.
Πώς έγινε όλο αυτό; Το πρόβλημα ξεκίνησε από μια κρίσιμη αλλαγή των όρων της διαδικασίας. Η πρόσκληση για τους μεμονωμένους σταθμούς αποθήκευσης είχε δημοσιευθεί τον Μάρτιο του 2025. Ακολούθησαν παράταση, συζητήσεις και παρατηρήσεις από την αγορά, μέχρι που στις 29 Σεπτεμβρίου 2025 δημοσιεύθηκε δεύτερη τροποποίηση. Η νέα προθεσμία έληγε μόλις έναν μήνα αργότερα, όμως στο μεταξύ είχε αλλάξει ένας όρος καθοριστικός για τα νησιά: δεν επιτρεπόταν πλέον η δημιουργία νέων υποσταθμών διασύνδεσης.
Εκεί βρίσκεται και η βασική κυβερνητική ευθύνη - αβλεψία. Διότι στα νησιωτικά δίκτυα οι διαθέσιμες υποδομές δεν επαρκούν πάντοτε για να δεχθούν μεγάλες μονάδες αποθήκευσης. Σε αρκετές περιπτώσεις χρειάζεται νέος υποσταθμός ή αναβάθμιση του υπάρχοντος για να μπορέσει ένα έργο να συνδεθεί. Ακόμη πιο απλά για να γίνει αντιληπτό, το κράτος «άνοιξε χώρο» για εκατοντάδες μεγαβάτ νέων μπαταριών στα νησιά, αλλά στη συνέχεια έθεσε έναν όρο που δυσκολεύει τη σύνδεση μεγάλου μέρους αυτών των επενδύσεων.
Το οικονομικό σκέλος της υπόθεσης είναι σημαντικό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, μόνο για τα αιτήματα έργων στην Κρήτη οι τραπεζικές εγγυήσεις που δεσμεύθηκαν προσεγγίζουν συνολικά τα 100 εκατ. ευρώ. Ενδεικτικά, για τις μεγαλύτερες μονάδες ζητήθηκαν εγγυητικές επιστολές ύψους 200.000 ευρώ ανά MW.
Στη θεωρία, υπήρχε ένας δεύτερος δρόμος: μικρότερες μονάδες, οι οποίες θα μπορούσαν να εξεταστούν για σύνδεση μέσω του ΔΕΔΔΗΕ. Στην πράξη, όμως, και αυτή η πόρτα αποδείχθηκε εξαιρετικά στενή. Όσοι επενδυτές είχαν ήδη καταθέσει εμπρόθεσμα μεγαλύτερα έργα στον ΑΔΜΗΕ δεν μπορούσαν, μετά τη λήξη της πρόσκλησης, να μειώσουν την ισχύ τους ή να τα «σπάσουν» σε μικρότερες μονάδες και να περάσουν στον ΔΕΔΔΗΕ. Έτσι, έργα που είχαν ήδη ωριμάσει αδειοδοτικά έμειναν «εγκλωβισμένα» ανάμεσα σε δύο διαδικασίες.
Και αυτό είναι εξαιρετικά αρνητικό εάν αναλογιστεί κανείς τον ουσιώδη ρόλο των μπαταριών στην ενεργειακή ευστάθεια. Όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά, η ενέργεια μπορεί να αποθηκεύεται και να επιστρέφει στο σύστημα τις ώρες που πραγματικά χρειάζεται. Αυτό σημαίνει λιγότερες περικοπές πράσινης ενέργειας και μικρότερη πίεση στο δίκτυο, κυρίως τις δύσκολες ώρες του καλοκαιριού, όταν η κατανάλωση εκτοξεύεται.
Είναι ευνόητο πως οι ανάγκες μόνο προς τα πάνω πρόκειται να κινηθούν. Η ηλεκτροκίνηση, η φόρτιση των πλοίων από τα λιμάνια, το λεγόμενο cold ironing, αλλά και οι αυξημένες ανάγκες του τουρισμού θα προσθέσουν νέα φορτία στα ήδη πιεσμένα τοπικά δίκτυα. Το οξύμωρο είναι ότι το ίδιο το ΥΠΕΝ έχει εντάξει στον σχεδιασμό του μεγάλες μπαταρίες στα νησιά, μεταξύ άλλων για να στηρίζουν το σύστημα σε περίπτωση διακοπής της τροφοδοσίας από την ηπειρωτική χώρα. Αλλά τα πολιτικά «μπρος - πίσω» ναρκοθετούν τον σχεδιασμό.
Πράγματι η εικόνα είναι αποθαρρυντική ενώ η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά στην Κρήτη. Το νησί συγκεντρώνει τα 200 από τα συνολικά 275 MW που προβλέφθηκαν, την ώρα που οι ενεργειακές του ανάγκες αυξάνονται με ταχύτητα. Η τουριστική ανάπτυξη, το νέο διεθνές αεροδρόμιο, ο ΒΟΑΚ, οι λιμενικές υποδομές και η ηλεκτροκίνηση δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση.
Μπορεί να υπάρξει «θεραπεία» των κακώς κειμένων, χωρίς να χαθεί χρόνος και να στηθεί από την αρχή ένας νέος διαγωνισμός;
Η λύση που προτείνεται είναι να ανοίξει από το ΥΠΕΝ ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό παράθυρο μόνο για τα νησιωτικά έργα που είχαν ήδη συμμετάσχει εμπρόθεσμα. Έτσι, όπου είναι τεχνικά και αδειοδοτικά εφικτό, μεγαλύτερα έργα θα μπορούσαν να μειώσουν την ισχύ τους ή να κατατμηθούν σε μονάδες έως 10 MW, ώστε να εξεταστούν για σύνδεση από τον ΔΕΔΔΗΕ. Στη βάση αυτή, οι Διαχειριστές θα μπορούσαν να επανεξετάσουν ποια υφιστάμενα σημεία του δικτύου μπορούν να ενισχυθούν και με ποιους όρους, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι επενδυτές εμφανίζονται διατεθειμένοι να αναλάβουν το εγκεκριμένο κόστος της αναβάθμισης.


































