Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου κατάφερε να απορροφήσει τη μεγαλύτερη διαταραχή των τελευταίων δεκαετιών χωρίς να σημειωθεί η εκρηκτική άνοδος των τιμών που πολλοί φοβούνταν. Ωστόσο, τα περιθώρια αντοχής του ενεργειακού συστήματος έχουν πλέον περιοριστεί σημαντικά, αυξάνοντας τους κινδύνους σε περίπτωση μιας νέας αναταραχής στην προσφορά, επισημαίνει σε ανάλυσή του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).
Στην ανάλυση, την οποία υπογράφουν οι Jean-Marc Natal και Azim Sadikov, σημειώνεται ότι μετά την αρχική εκτίναξη των τιμών με το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, το αργό πετρέλαιο σταθεροποιήθηκε σε ένα εύρος μεταξύ 90 και 100 δολαρίων το βαρέλι, επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα που είχαν αρχικά φοβηθεί οι αγορές. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, μια σειρά από παράγοντες λειτούργησαν ως «αναχώματα» απέναντι στο πρωτοφανές σοκ στην προσφορά. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτών των περιθωρίων έχει πλέον χρησιμοποιηθεί, γεγονός που καθιστά την ταχεία ανάκαμψη των πετρελαϊκών ροών απαραίτητη προκειμένου να περιοριστούν οι περαιτέρω επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Ο πόλεμος οδήγησε ουσιαστικά στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, περιορίζοντας τη διακίνηση περίπου 20 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Οι παραγωγοί του Κόλπου επιχείρησαν να ανακατευθύνουν μέρος των εξαγωγών μέσω εναλλακτικών διαδρομών. Η Σαουδική Αραβία διοχέτευσε πετρέλαιο μέσω του αγωγού της προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αύξησαν σχεδόν στα όρια της δυναμικότητάς του τη λειτουργία του λιμανιού της Φουτζάιρα, το οποίο βρίσκεται εκτός των Στενών του Ορμούζ. Παρά τις κινήσεις αυτές, οι εναλλακτικές οδοί κατάφεραν να αντισταθμίσουν μόνο ένα μέρος των ποσοτήτων που χάθηκαν.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε στο αργό πετρέλαιο. Όπως επισημαίνει η ανάλυση του ΔΝΤ, η παραγωγή διυλισμένων προϊόντων στην περιοχή του Κόλπου μειώθηκε σημαντικά, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να καταγράφονται στο ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή αγορά, καθώς η περιοχή αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της παγκόσμιας προσφοράς των συγκεκριμένων προϊόντων.
Μέχρι το τέλος Μαΐου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζει το Ταμείο, περισσότερα από 1,1 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου δεν είχαν φτάσει στην αγορά. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου σε δέκα ημέρες της συνήθους παγκόσμιας κατανάλωσης. Μάλιστα, στο αντίστοιχο χρονικό σημείο της κρίσης, η απώλεια προσφοράς ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που είχε καταγραφεί κατά το πετρελαϊκό σοκ του 1973, τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ και τον Πόλεμο του Κόλπου. Παρά το μέγεθος της διαταραχής, η παγκόσμια αγορά κατάφερε να αποφύγει μια πολύ μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση χάρη σε τρεις βασικούς παράγοντες. Λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου υπερέβαινε τη ζήτηση κατά περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, προσφέροντας ένα σημαντικό αρχικό «μαξιλάρι».
Κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου, σημαντικότερο ρόλο έπαιξε η υποχώρηση της ζήτησης, ιδιαίτερα στην Ασία. Οι υψηλότερες τιμές περιόρισαν την κατανάλωση, ενώ αρκετές οικονομίες στράφηκαν περισσότερο σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όπως ο άνθρακας και οι ανανεώσιμες πηγές.
Αντίθετα, η ζήτηση για καύσιμα στις μεταφορές αποδείχθηκε πιο ανθεκτική. Το ΔΝΤ αποδίδει την εξέλιξη αυτή, μεταξύ άλλων, στα ανώτατα όρια τιμών, στις επιδοτήσεις και στις φορολογικές ελαφρύνσεις που υιοθέτησαν κυβερνήσεις προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις για τους καταναλωτές. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις συνοδεύονται από σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Την ίδια στιγμή, η παραγωγή πετρελαίου εκτός της περιοχής του Κόλπου αυξήθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο, κατά σχεδόν 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2025. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγήθηκαν της αύξησης, ενώ μεγαλύτερη παραγωγή καταγράφηκε επίσης στη Βενεζουέλα, τη Γουιάνα και τη Ρωσία. Καθοριστική ήταν και η αξιοποίηση των παγκόσμιων αποθεμάτων. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το εκτιμώμενο έλλειμμα της αγοράς, ύψους περίπου 4 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου, καλύφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσω της άντλησης από εμπορικά αποθέματα, μεταξύ άλλων στην Κίνα, καθώς και από στρατηγικά αποθέματα.
Το Ταμείο προειδοποιεί, πάντως, ότι η επιστροφή στην ομαλότητα δεν θα είναι άμεση. Η προοπτική μιας συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ είχε οδηγήσει τις τιμές σε σημαντική αποκλιμάκωση πριν από την τελευταία αναζωπύρωση των εντάσεων, καθώς δημιουργήθηκαν προσδοκίες ότι οι ποσότητες πετρελαίου που βρίσκονται εγκλωβισμένες σε δεξαμενόπλοια στον Κόλπο θα μπορούσαν να επιστρέψουν γρήγορα στην αγορά. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο πότε θα αποκατασταθεί ουσιαστικά η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του κόσμου και πόσο γρήγορα θα επανέλθει η εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών, των ασφαλιστών και των ενεργειακών ομίλων.
Εκτιμήσεις της πετρελαϊκής βιομηχανίας, τις οποίες επικαλείται η ανάλυση του ΔΝΤ, αναφέρουν ότι ακόμη και μετά την πλήρη επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού μπορεί να χρειαστούν δύο έως τρεις μήνες μέχρι να αποκατασταθεί σημαντικό μέρος των πετρελαϊκών ροών. Παράλληλα, μια παρατεταμένη διακοπή της παραγωγής ενδέχεται να οδηγήσει σε μόνιμες απώλειες παραγωγικής δυναμικότητας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η χρηματοδότηση για την επανεκκίνηση των πετρελαιοπηγών είναι περιορισμένη.
Ακόμη και όταν η προσφορά αρχίσει να ανακάμπτει, το έλλειμμα στην αγορά αναμένεται να κλείσει σταδιακά. Στο μεταξύ, τα αποθέματα ενδέχεται να πλησιάσουν τα ελάχιστα λειτουργικά επίπεδα, κάτω από τα οποία αρχίζουν να εμφανίζονται περιορισμοί στην ίδια τη λειτουργία του φυσικού συστήματος εφοδιασμού. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η διεθνής κοινότητα καλείται να αντλήσει κρίσιμα διδάγματα από την τελευταία ενεργειακή κρίση. Η αναπλήρωση των αποθεμάτων θεωρείται απαραίτητη για την προετοιμασία απέναντι σε μελλοντικά σοκ, ενώ η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από ένα και μόνο κρίσιμο σημείο διέλευσης, όπως τα Στενά του Ορμούζ, αναδεικνύει την ανάγκη διαφοροποίησης τόσο των ενεργειακών πηγών όσο και των οδών μεταφοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ταμείο επισημαίνει ότι η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, είναι εξίσου σημαντική με τη δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών εφοδιασμού. Παράλληλα, το ΔΝΤ συστήνει στις κυβερνήσεις να επικεντρώνουν τα μέτρα στήριξης στους πιο ευάλωτους καταναλωτές και να διασφαλίζουν ότι οι παρεμβάσεις είναι προσωρινές. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να προστατευθούν οι κρατικοί προϋπολογισμοί, χωρίς να εξουδετερώνονται τα μηνύματα των τιμών που ενθαρρύνουν την εξοικονόμηση ενέργειας και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Όπως καταλήγει η ανάλυση, η ευελιξία των ενεργειακών αγορών και οι άμεσες παρεμβάσεις των κυβερνήσεων έδωσαν πολύτιμο χρόνο στην παγκόσμια οικονομία. Μια διαρκής συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της προσφοράς. Ωστόσο, με τα αποθέματα να έχουν ήδη μειωθεί και τα περιθώρια ασφαλείας να στενεύουν, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι απαιτούνται σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της διαφοροποίησης του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού, ώστε ένα νέο πετρελαϊκό σοκ να μην αποσταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία.



























