Οι τιμές του πετρελαίου ενισχύονται οριακά στις συναλλαγές της Παρασκευής, καθώς οι ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να στηρίζουν την αγορά.
Το Μπρεντ κινείται στα 76,24 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό στα 72,04 δολάρια το βαρέλι. Σε εβδομαδιαία βάση, το Μπρεντ οδεύει προς άνοδο περίπου 6% και το αμερικανικό αργό προς κέρδη 5%.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή παραμένουν ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει την αγορά. Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε κράτη του Κόλπου, σε αντίποινα για αμερικανικά πλήγματα σε περιοχές του νότιου και ανατολικού Ιράν, επιτείνοντας την ένταση παρά την εύθραυστη εκεχειρία που βρίσκεται σε ισχύ εδώ και τρεις εβδομάδες. Παράλληλα, ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν εκρήξεις στη νότια χώρα, μεταξύ αυτών και στην περιοχή του Μπουσέρ, όπου βρίσκεται πυρηνική εγκατάσταση.
Η συνέχιση των συγκρούσεων έχει καθυστερήσει την πλήρη επαναλειτουργία των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους παγκοσμίως, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αγορά εμφανίστηκε πιο συγκρατημένη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες απέφυγαν να στοχεύσουν ενεργειακές υποδομές του Ιράν. Σύμφωνα με τον αναλυτή εμπορευμάτων της ANZ, Daniel Hynes, η στάση αυτή, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν αναμένει επιστροφή σε γενικευμένη πολεμική σύγκρουση, συνέβαλε στον περιορισμό των ανοδικών πιέσεων στις τιμές.
Παράλληλα, οι αγορές εξακολουθούν να αξιολογούν τις προοπτικές της παγκόσμιας ζήτησης. Οι ανησυχίες ότι η επιτάχυνση του πληθωρισμού θα μπορούσε να περιορίσει την κατανάλωση καυσίμων άσκησαν πιέσεις στις τιμές, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η μείωση των νέων αιτήσεων για επιδόματα ανεργίας υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική. Στην Κίνα, η άνοδος του πληθωρισμού στις τιμές παραγωγού στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών εντείνει τις πιέσεις στη μεταποίηση, καθώς η ασθενής εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.





























