Η ειρηνευτική συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, με την προϋπόθεση ότι θα αποδειχθεί βιώσιμη, δίνει μια μικρή ανάσα στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, το πολύμηνο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ δεν θα επιτρέψει την άμεση επιστροφή στην κανονικότητα, επιφυλάσσοντας συνέπειες, ιδιαίτερα για τις αναπτυσσόμενες και τις ευάλωτες οικονομίες, που αναμένεται να διαρκέσουν για μεγάλο διάστημα.
Στρατηγικό σημείο, βαθιές επιπτώσεις και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα
To Στενό του Ορμούζ, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα θαλάσσια στενά στον κόσμο και μια ζωτικής σημασίας διαδρομή για το διεθνές εμπόριο. Βρίσκεται μεταξύ του Περσικού Κόλπου και του Κόλπου του Ομάν και αποτελεί βασική διαδρομή για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας, τροφίμων και λιπασμάτων, συνδέοντας παραγωγούς και καταναλωτές με αγορές σε όλο τον κόσμο. Οι συνέπειες του κλεισίματος αυτού του στρατηγικής σημασίας σημείου, από το οποίο περνάει το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και το 25% του φυσικού αερίου, στις αρχές Μαρτίου προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο τερματισμός του πολέμου στο Ιράν και το άνοιγμα του Στενού δεν θεραπεύουν με μαγικό τρόπο τις βαθιές επιπτώσεις μιας τέτοιας γεωοικονομικής κρίσης. Η JPMorgan σε ανάλυσή της προέβλεψε ότι, παρότι η συμφωνία για το άνοιγμα του Στενού θα οδηγήσει αναμφίβολα σε περιορισμό του παγκόσμιου οικονομικού ρίσκου, για την ομαλοποίηση του εφοδιασμού μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες, αν όχι μήνες, με το κόστος των ασφαλίστρων, τις ζημιές στις υποδομές και την ανασύσταση των αποθεμάτων να αναμένεται να διατηρήσουν τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα.
Ταυτόχρονα, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί και ο παράγοντας ύπαρξης μιας διαρκούς κατάστασης ανασφάλειας στην περιοχή. Παρότι η διέλευση από το σημείο είχε παρεμποδιστεί κάποιες φορές κατά το παρελθόν, όπως, για παράδειγμα, τη δεκαετία του ’80 κατά τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ, το πλήρες κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ συνέβη για πρώτη φορά στην ιστορία εν έτει 2026, μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Η εξέλιξη αυτή είναι εύλογο να προκαλεί αβεβαιότητα για το μέλλον, αφού μια νέα ανάφλεξη στην περιοχή θα έχει ως συνέπεια ένα νέο μπλόκο στη διέλευση πλοίων. Επίσης, πέρα από τους εύλογους φόβους για μη ασφαλή διέλευση, αφού ακόμα καταγράφονται σποραδικές επιθέσεις, οι πιέσεις Ιράν και Ομάν για επιβολή διοδίων διέλευσης από το Στενό (που έχει μήκος ανοίγματος 21 μίλια στο στενότερο σημείο του), πέρα από το πρόσθετο κόστος που θα επιφέρει στις μεταφορές, είναι πιθανό να αποτελέσει και ένα παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα παρόμοια σημεία, όπως το Στενό της Μαλάκκας, μεταξύ της Μαλαισιανής χερσονήσου και του νησιού Σουμάτρα της Ινδονησίας.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για ευάλωτες οικονομίες
Οι επιπτώσεις της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί δεν είναι οι ίδιες για όλους. Η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) προειδοποίησε σε έκθεσή της ότι το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ μπορεί να ανοίγει τον δρόμο για ανάκαμψη, ωστόσο για τις ευάλωτες οικονομίες ο δρόμος θα είναι μακρύτερος, άνισος και κοστοβόρος. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες τόνισε ότι οι επιπτώσεις των γεγονότων των προηγούμενων μηνών θα διατηρηθούν για μήνες, με τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να βρίσκονται ενώπιον των βαρύτερων συνεπειών. Για παράδειγμα, 61 ευάλωτες οικονομίες εκτέθηκαν σε διαταραχές στις εισαγωγές πετρελαίου και σιτηρών εξαιτίας της παράλυσης που προήλθε από το κλείσιμο του Στενού. Οι εύθραυστες οικονομίες χωρών όπως το Πράσινο Ακρωτήρι και η Υεμένη αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλες δυσκολίες στην απορρόφηση των αυξημένων τιμών και, σύμφωνα με την υπηρεσία του ΟΗΕ, είναι απαραίτητη η διεθνής στήριξη.
Για να γίνει αντιληπτός ο πολύ διαφορετικός και ανισοβαρής αντίκτυπος του κλεισίματος του Στενού, το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία σε έκθεσή του τον περασμένο Μάρτιο τόνιζε ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια και λιπάσματα —ιδίως στη Νότια Ασία, την υποσαχάρια Αφρική και τη Μέση Ανατολή— αντιμετωπίζουν τις πιο απότομες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και τις μεγαλύτερες απώλειες σε επίπεδο ευημερίας. «Το συνολικό κόστος σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μέτριο, αλλά το βάρος μοιράζεται δυσανάλογα στους φτωχότερους του κόσμου: οι ΗΠΑ υφίστανται απώλειες μόλις -0,07%, ενώ οι χώρες της Νότιας Ασίας και της Αφρικής αντιμετωπίζουν απώλειες 10–20 φορές μεγαλύτερες», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Η έκθεση της UNCTAD συνοψίζει σημαντικά σημεία και παραδοχές για τους ισχύοντες συσχετισμούς:
- Η ομαλοποίηση του εμπορίου θα χρειαστεί χρόνο, αφού οι τιμές της ενέργειας σε διεθνές επίπεδο μπορούν να προσαρμοστούν γρήγορα, αλλά η ναυτιλία και οι αλυσίδες αξίας χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν.
- Ο αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ θα συνεχίσει να γίνεται αισθητός με άνιση ένταση, αφού πολλές ευάλωτες οικονομίες έχουν περιορισμένη ικανότητα να αντιμετωπίσουν το ραγδαία αυξανόμενο κόστος των εισαγωγών, ενώ οι χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές πετρελαίου αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα έντονες εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις.
- Οι κίνδυνοι για την παραγωγή τροφίμων παραμένουν. Οι αυξήσεις των τιμών των εισροών, οι οποίες ενδέχεται να έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στην παραγωγή και το εμπόριο, σε συνδυασμό με το αναμενόμενο ισχυρό φαινόμενο «Ελ Νίνιο», εντείνουν τις ανησυχίες σχετικά με την επισιτιστική ανασφάλεια.
- Ταυτόχρονα, απαιτείται διεθνής στήριξη, αφού η μείωση της αναπτυξιακής βοήθειας και το αυξανόμενο βάρος της εξυπηρέτησης των χρεών ενέχουν τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάκαμψης, ενώ οι επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι καθοριστικής σημασίας (διαφοροποίηση πηγών εμπορίου, καθώς και άλλα μέτρα ενίσχυσης της εγχώριας ανθεκτικότητας, ανάλογα με τους οικονομικούς περιορισμούς).
Συμπερασματικά, οι οικονομικές συνέπειες της γεωπολιτικής ανάφλεξης στο Ιράν, μετά από τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ και τα αντίποινα της Τεχεράνης, με κορυφαίο το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, ενός σημείου στρατηγικής σημασίας για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό και το διεθνές εμπόριο, είναι βαθιές και πολυδιάστατες και δεν συμβαδίζουν με τον τερματισμό της πολεμικής σύγκρουσης. Χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος αναμένεται να επηρεαστούν πολύ περισσότερο από τις επιπτώσεις των πληθωριστικών πιέσεων που έφερε η κρίση, γεγονός που αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις με δεδομένη την υπονόμευση της διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας από τον μεγαλύτερο αρωγό, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης, όσο ένα πέπλο αβεβαιότητας συνεχίζει να περιορίζει τις προοπτικές μιας βιώσιμης ομαλότητας στη Μέση Ανατολή, τόσο η ανάκαμψη κινδυνεύει να επιβραδυνθεί περαιτέρω.
(Ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος είναι Συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων ΕΝΑ, Υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ)































